Αναλύσεις

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Ώρα για αποφάσεις στα 12 ναυτικά μίλια;

Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 δημιουργεί νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν μεταβάλλει τη γεωγραφία ούτε επιλύει τις νομικές διαφορές που περιβάλλουν τη συμφωνία. Ενισχύει, ωστόσο, την πολιτική προσπάθεια της Άγκυρας να εδραιώσει τις διεκδικήσεις της και να επηρεάσει τις εξελίξεις στην περιοχή. Η Ελλάδα απέρριψε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο παραβιάζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και παραγνωρίζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Η Τουρκία, αντίθετα, χαιρέτισε την εξέλιξη ως επιβεβαίωση της συμφωνίας της με τη Λιβύη.

Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο ένα κρίσιμο ερώτημα: Μήπως έφθασε η ώρα η Αθήνα να προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών υδάτων της στα 12 ναυτικά μίλια, εγκαταλείποντας την πολιτική της αναμονής; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε μια άκριτη καταφατική θέση ούτε η διαιώνιση της αδράνειας. Η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει σοβαρά την άσκηση του δικαιώματός της, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, σαφείς στόχους και πλήρη επίγνωση των γεωπολιτικών συνεπειών.

Νομικό δικαίωμα και τουρκικές αντιδράσεις

Το διεθνές δίκαιο παρέχει στην Ελλάδα ισχυρό νομικό έρεισμα. Το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι κάθε παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να καθορίσει το εύρος της χωρικής του θάλασσας μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια. Η Σύμβαση προβλέπει επίσης, στο άρθρο 2, ότι η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται στη χωρική θάλασσα, στον υπερκείμενο εναέριο χώρο και στον βυθό και το υπέδαφός της, υπό τους περιορισμούς του διεθνούς δικαίου.

Η Ελλάδα έχει ήδη ασκήσει αυτό το δικαίωμα στο Ιόνιο το 2021. Επομένως, δεν πρόκειται για μια θεωρητική διεκδίκηση, αλλά για δυνατότητα που έχει ήδη εφαρμοστεί σε συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή. Η Τουρκία, ωστόσο, αντιμετωπίζει διαφορετικά το ενδεχόμενο επέκτασης στο Αιγαίο. Το 1995, η τουρκική Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε ψήφισμα με το οποίο εξουσιοδότησε την κυβέρνηση να θεωρήσει αιτία πολέμου την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο. Η απειλή αυτή, γνωστή ως casus belli, αποτελεί σοβαρό παράγοντα ασφάλειας, αλλά δεν αναιρεί το δικαίωμα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο.

Η αντίφαση είναι εμφανής: η Τουρκία έχει επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της στα 12 ναυτικά μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο, ενώ αντιτίθεται στην άσκηση αντίστοιχου δικαιώματος από την Ελλάδα στο Αιγαίο. Η επιλεκτική αυτή προσέγγιση ενισχύει το επιχείρημα της Αθήνας ότι η διαφορά δεν αφορά απλώς μια τεχνική ρύθμιση της ναυσιπλοΐας, αλλά και την προσπάθεια περιορισμού των ελληνικών επιλογών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνει χωρίς εκτίμηση των συνεπειών. Η νομιμότητα μιας απόφασης και η στρατηγική σκοπιμότητα του χρόνου εφαρμογής της είναι διαφορετικά ζητήματα. Μια υπεύθυνη κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει και τα δύο.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η σημασία του

Το μνημόνιο του 2019 επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, με τρόπο που παραγνωρίζει την επίδραση ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, στη χάραξη των θαλάσσιων ορίων. Η Αθήνα θεωρεί ότι η συμφωνία στερείται νόμιμης βάσης, καθώς οι δύο χώρες δεν διαθέτουν τις αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που, κατά την ελληνική θέση, θα δικαιολογούσαν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση. Η πρόσφατη απόφαση της λιβυκής Βουλής ενισχύει πολιτικά το μνημόνιο, χωρίς να σημαίνει ότι επιλύει τις ενστάσεις που εγείρονται βάσει του διεθνούς δικαίου. Επίσης, η κοινοβουλευτική έγκριση δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με την οριστική διεθνή νομική ισχύ κάθε επιμέρους πρόβλεψης της συμφωνίας.

Η ουσία βρίσκεται αλλού. Η Τουρκία επιδιώκει να διαμορφώσει μια θαλάσσια πραγματικότητα που θα ενισχύει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, θα περιορίζει το περιθώριο ελληνικών και κυπριακών πρωτοβουλιών και θα της προσφέρει διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα σε ζητήματα ενέργειας, θαλάσσιων υποδομών και περιφερειακής επιρροής.

Η εξέλιξη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν έργα όπως ο ηλεκτρικός διασυνδετήριος αγωγός Great Sea Interconnector, ο οποίος αποσκοπεί στη σύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, με το Ισραήλ. Οι θαλάσσιες διαφορές έχουν ήδη επηρεάσει τον προγραμματισμό ερευνών που απαιτούνται για την προώθηση του έργου. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει μόνο μια νομική διαφωνία. Αντιμετωπίζει μια ευρύτερη γεωπολιτική προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων. Η απάντησή της χρειάζεται να είναι συνολική και όχι να περιορίζεται σε ανακοινώσεις καταδίκης.

Τα 12 ναυτικά μίλια δεν αποτελούν πανάκεια

Η επέκταση των χωρικών υδάτων θα ενίσχυε την ελληνική κυριαρχία στις περιοχές όπου θα εφαρμοζόταν. Δεν θα ακύρωνε, όμως, αυτομάτως το ούθτως ή άλλως παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο ούτε θα καθόριζε από μόνη της τα όρια της ελληνικής ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Οι θαλάσσιες αυτές ζώνες διέπονται από διαφορετικούς κανόνες. Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές απαιτεί εφαρμογή των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική με διπλωματική κινητοποίηση, διεθνή νομική τεκμηρίωση, συμφωνίες οριοθέτησης με γειτονικά κράτη και αποτελεσματική αποτροπή.

Παράλληλα, η γεωγραφία του Αιγαίου απαιτεί ειδική προσέγγιση. Η πυκνότητα των ελληνικών νησιών και οι μικρές αποστάσεις μεταξύ των ακτών επηρεάζουν την έκταση των χωρικών υδάτων και των περιοχών ανοικτής θάλασσας. Η Τουρκία επικαλείται αυτές τις συνέπειες για να αντιταχθεί στην επέκταση, υποστηρίζοντας ότι θα περιοριστούν υπέρμετρα τα περιθώριά της. Οι τουρκικές αντιρρήσεις δεν συνιστούν νομικό βέτο, αλλά εξηγούν γιατί το ζήτημα έχει τόσο υψηλό στρατηγικό κόστος.

Σταδιακή επέκταση με σχέδιο και αποτροπή

Η ενδεδειγμένη επιλογή δεν είναι η άμεση και αδιαφοροποίητη επέκταση σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές, χωρίς προηγούμενη προετοιμασία. Είναι η κατάρτιση ενός συγκεκριμένου σχεδίου, που θα καθορίζει τις προτεραιότητες, τα νομικά δεδομένα, τις επιχειρησιακές απαιτήσεις και τις διπλωματικές κινήσεις που θα συνοδεύουν κάθε βήμα.

Η Αθήνα θα μπορούσε να εξετάσει κατά προτεραιότητα περιοχές όπου η επέκταση μπορεί να πραγματοποιηθεί με σαφή νομική τεκμηρίωση και με διαχειρίσιμο κίνδυνο κλιμάκωσης. Η επιλογή θα πρέπει να στηρίζεται σε ειδική χαρτογραφική και νομική αξιολόγηση, όχι σε συμβολικές κινήσεις ή σε μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει όλες τις θαλάσσιες περιοχές ως πανομοιότυπες. Ταυτόχρονα, χρειάζεται ενίσχυση της αμυντικής ετοιμότητας, συντονισμός των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών και σαφής σχεδιασμός για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων τουρκικών αντιδράσεων. Η αποτροπή δεν υπηρετείται με μεγάλες διακηρύξεις, αλλά με αξιόπιστες δυνατότητες, πολιτική συνέπεια και ετοιμότητα διαχείρισης κρίσεων.

Η διπλωματική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η Ελλάδα οφείλει να ενημερώσει εγκαίρως τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, καθώς και τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που επηρεάζονται από τις θαλάσσιες διεκδικήσεις. Η συνεργασία με την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, αλλά και η αξιοποίηση των συμφωνιών οριοθέτησης με την Ιταλία και την Αίγυπτο, μπορούν να συμβάλουν σε ένα σταθερότερο πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας. Εντούτοις η διεθνής υποστήριξη δεν υποκαθιστά την ελληνική ευθύνη. Μπορεί, όμως, να περιορίσει τα περιθώρια πολιτικής απομόνωσης της Αθήνας και να καταστήσει σαφές ότι η άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αιτία πολέμου.

Η ευθύνη της Αθήνας απέναντι στην ιστορία

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη στρατηγική επιλογή. Αν αναβάλλει επ’ αόριστον την επέκταση αποκλειστικά λόγω των τουρκικών απειλών, κινδυνεύει να ενισχύσει την αντίληψη ότι η πίεση μπορεί να περιορίζει την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Αν, από την άλλη πλευρά, προχωρήσει χωρίς επαρκή προετοιμασία, ενδέχεται να προκαλέσει κρίση χωρίς να εξασφαλίσει ανάλογο όφελος.

Η πρόσφατη εξέλιξη στη Λιβύη επιβάλλει στην Αθήνα να επανεξετάσει τον σχεδιασμό της και να καταστήσει σαφές ότι η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί ενεργό στρατηγική επιλογή. Χρειάζεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα προετοιμασίας, σαφής ιεράρχηση των περιοχών και ολοκληρωμένη εκτίμηση των κινδύνων. Δεν χρειάζεται, όμως, προκαθορισμένη ημερομηνία εφαρμογής που θα αγνοεί τα πραγματικά δεδομένα κάθε περιοχής. Η τελική θέση πρέπει να είναι καθαρή. Η Ελλάδα οφείλει να διατηρήσει ακέραιο το δικαίωμά της και να προετοιμαστεί για την άσκησή του με τρόπο που ενισχύει τη διεθνή της θέση. Η Τουρκία δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα αρνησικυρίας μέσω απειλών. Αλλά ούτε η Ελλάδα μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική με την απλή επίκληση της νομιμότητας.

Συμπερασματικά, τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι απλώς μια γραμμή στον χάρτη. Είναι ζήτημα κυριαρχίας, αξιοπιστίας και στρατηγικής ευθύνης. Η Αθήνα οφείλει να αποφασίσει όχι υπό το βάρος των τουρκικών απειλών, αλλά με βάση το εθνικό συμφέρον, το διεθνές δίκαιο και την ανάγκη να διασφαλίσει ότι κάθε βήμα θα ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει, τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορεί να αφήσει τις τουρκικές απειλές να καθορίζουν την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Η επέκταση των χωρικών υδάτων αποτελεί νόμιμο δικαίωμα, αλλά η εφαρμογή του απαιτεί στρατηγική, αποτροπή και διπλωματική προετοιμασία.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος