Οι κραυγες που δεν χωρανε σε λεξεις
«Όταν η πολιτεία παύει να είναι ναός δικαιοσύνης, μετατρέπεται σε σκηνικό τραγωδίας. Κι οι θεατές, κουρασμένοι από τη σιωπή, ανεβαίνουν στη σκηνή κρατώντας δαυλούς.»
Στις λεωφόρους του Παρισιού, στα στενά των Τιράνων και στις πλατείες των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων, ο ήχος της σύγκρουσης δεν είναι απλός θόρυβος· είναι η αρμονία μιας βαθιάς απελπισίας. Η γηραιά ἤπειρος βιώνει μια υπαρξιακή δίνη όπου τα θεσμικά τείχη υποχωρούν και η κοινωνική σάρκα εκτίθεται. Η οργή των δρόμων δεν γεννήθηκε χθες, ούτε αποτελεί ένα τυχαίο στιγμιότυπο της επικαιρότητας. Ανιχνεύει τις ρίζες της σε μια αδιάλειπτη, αρχετυπική αλυσίδα που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνική βάση διευρύνεται ανεπίστρεπτα.
Πίσω από τα καμένα αμαξια και τα σύννεφα των δακρυγόνων, οι διαδηλωτές δεν ζητούν απλώς αριθμούς ή πρόσκαιρες υποσχέσεις υπουργών. Ζητούν ένα βλέμμα. Ζητούν να παύσει το κράτος να τους αντιμετωπίζει ως ψυχρή στατιστική, ως μόνιμη απειλή ή ως φθηνό εργατικό δυναμικό.
Στη Γαλλία, οι νέοι των προαστίων απαιτούν την αποσυναρμολόγηση της αόρατης απόρριψης, το τέλος των προληπτικών ελέγχων βάσει φυλετικού προφίλ και την αναγνώριση ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να αφήνει τα παιδιά των μεταναστών να αισθάνονται αιώνιοι ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι, όπως τεκμηριώνεται στις κοινωνιολογικές αναλύσεις για τα Γαλλικες υποβαθμισμένες συνοικίες και το διαγενεακό τραύμα (Frontiers in Psychiatry, 2019–2020). Στην Αλβανία, η κραυγή είναι μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης του αύριο. Η νεολαία εξεγείρεται ενάντια στη διαφθορά, την αδιαφανή εκποίηση του δημόσιου πλούτου και την απουσία προοπτικής, διατρανώνοντας ένα αίτημα σπαρακτικά υπαρξιακό, σύμφωνα με τις εκθέσεις πολιτικής των OBCT & IDM τη σχετική αποστέρηση και τη μετανάστευση των νέων στα Δυτικά Βαλκάνια: «Δώστε μας έναν λόγο να μείνουμε στη γη μας, πριν αναγκαστούμε να μαζέψουμε τη ζωή μας σε μια βαλίτσα.»
Αυτή η πραγματικότητα συνθέτει ένα γυάλινο ευρωπαϊκό κλουβί. Από τη μία πλευρά απλώνονται οι λαμπερές βιτρίνες των μητροπόλεων και η ψευδαίσθηση της απεριόριστης ελευθερίας· από την άλλη, η παγερή μοναξιά, το ενοίκιο που ποτέ δεν βγαίνει, ο φόβος της επιτήρησης και το άγχος μιας ζωής που καταναλώνεται πριν καν ανθίσει. Η Ευρώπη μοιάζει πια με μια μητέρα που λησμόνησε πώς να αγκαλιάζει τα παιδιά της, περιοριζόμενη στο να τα τιμωρεί επειδή κάνουν θόρυβο.
Για να αποκωδικοποιήσουμε το σήμερα, οφείλουμε να στρέψουμε το βλέμμα στο παρελθόν, διαπιστώνοντας πως οι άνθρωποι εξεγείρονταν σε κάθε εποχή, αλλά το ψυχικό και κοινωνικό αποτύπωμα αυτής της οργής μεταμορφωνόταν διαρκώς: από τη Στάση του Θέρμου (532 μ.Χ.) ,όπου, σύμφωνα με τον Προκόπιο τον Καισαρέα, τα Ανέκδοτα, τον Edward Gibbon και τη μελέτη του Alan Cameron, Circus Factions: Blues and Greens at Rome and Byzantium (Oxford University Press, 1976), η λαϊκή αγανάκτηση απέναντι στην επαχθή φορολογία ξέσπασε τυφλά στα αθλητικά σωματεία του Ιπποδρόμου για να πνιγεί στο αίμα 30.000 νεκρών από τον Βελισάριο, μέχρι την Παρισινή Κομμούνα του 1871, όπου, όπως αναλύουν ο Karl Marx (Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία) και ο αυτόπτης μάρτυρας Prosper-Olivier Lissagaray (History of the Paris Commune of 1871), η οργή της προδομένης από την αστική ηγεσία εργατικής τάξης μετουσιώθηκε σε συλλογικό τραύμα και αυτοδιεύθυνση πριν καταλήξει στη «Ματωμένη Εβδομάδα» (βλ. και Jacques Rougerie, Paris libre 1871), και τέλος στον Γαλλικό Μάη του '68, όταν μια νέα γενιά που ασφυκτιούσε κάτω από τον πνευματικό συντηρητισμό και τον υλισμό δεν διεκδικούσε απλώς καλύτερους μισθούς, αλλά την ελευθερία, τη φαντασία και την ολική ανατροπή του τρόπου ζωής, όπως τεκμηριώνουν ο Michael Seidman (The Imaginary Revolution), ο François Dosse (The History of Structuralism) και η Annie Kriegel.
Η σύγκριση αυτών των εποχών φωτίζει τις δομικές διαφορές του σύγχρονου τοπίου, καθώς μεταβαίνουμε από το «Εμείς» στο «Εγώ» ,καθώς, ενώ στο παρελθόν ο διαμαρτυρόμενος εντασσόταν σε συμπαγείς συλλογικότητες με κοινή ταξική συνείδηση και σταθερά συνδικάτα, σήμερα η συσπείρωση είναι ρευστή και στιγμιαία, με τους νέους να ενώνονται κάτω από το βάρος ενός κοινού αποκλεισμού αλλά να διαλύονται γρήγορα χωρίς θεσμική παρακαταθήκη, από το «Συλλογικό Όραμα» στον «Υπαρξιακό μηδενισμο», αφού οι παλαιότερες επαναστάσεις τροφοδοτούνταν από την ακράδαντη πίστη σε ένα καλύτερο αύριο (ουτοπία) ενώ οι σύγχρονες εκρήξεις στερούνται θετικού οράματος και είναι καταφατικές αποκλειστικά ως προς αυτό που αρνούνται, και τέλος μέσα από τον καταλυτικό ρόλο της ταχύτητας, όπου, ενώ το 1968 χρειάζονταν εβδομάδες ζύμωσης και προκηρύξεων για να φουντώσει μια εξέγερση, σήμερα η φωτιά ανάβει μέσα σε λίγες ώρες, τροφοδοτούμενη από την ακαριαία, αλγοριθμική διάδοση της ψηφιακής εικόνας και τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης (TU Delft Repository & Social Media Research, 2024–2026).
Μέσα σε αυτή την εύφλεκτη ατμόσφαιρα, ένας ισχυρός αντίλαλος φτάνει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Αμερική δεν επηρεάζει την Ευρώπη μόνο στο επίπεδο της πολιτικής στρατηγικής, αλλά διαπερνά τον πυρήνα της κουλτούρας και της τεχνολογίας της.
Η Αμερικανική μήτρα δάνεισε στην Ευρώπη τα πιο κοφτερά εργαλεία της σύγχρονης σύγκρουσης. Από τη μία, εξήγαγε το θέαμα της οργής και τα κινήματα δικαιωματισμού όπως ο αντίκτυπος του κινήματος Black Lives Matter και των Αμερικανικών culture wars στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις, προσφέροντας στα ευρωπαϊκά προάστια ένα έτοιμο εννοιολογικό λεξιλόγιο για να ερμηνεύσουν τα δικά τους τραύματα. Από την άλλη, επέβαλε τον αλγοριθμικό εθισμό: οι ψηφιακές πλατφόρμες, με έδρα τις ΗΠΑ, σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να επιβραβεύουν το συναίσθημα του θυμού και της αηδίας, κάνοντας την οργή να ταξιδεύει αστραπιαία από τις Αμερικανικές μεγαλουπόλεις στους Ευρωπαϊκούς δρόμους. Έτσι, η αργή εισαγωγή του αμερικανικού ατομικισμού και η σταδιακή αποδόμηση του κοινωνικού κράτους άφησαν τον Ευρωπαίο πολίτη απροστάτευτο και μόνο, δημιουργώντας ένα έδαφος έτοιμο να καει από τη φωτιά.
Και καθώς οι φλόγες καταλαγιάζουν προσωρινά, το βλέμμα επιστρέφει αναπόφευκτα στη δική μας γειτονιά, στους βράχους της Ακρόπολης και στις ακτές της Κύπρου, όπου η βία ,στα σχολεία, στους εξωσχoλικους δρόμους και στο διαδίκτυο, μοιάζει κραυγή χωρίς επίγνωση, μια αντίδραση που αγνοεί τα αίτιά της και αδυνατεί να αναγνωρίσει την κοινωνική και θεσμική κακοποίηση, την ώρα που οι θεσμοί βολεύονται απόλυτα από τη δράση των «θεσακιδών» και όχι των οραματιστών. Σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου το βάρος της παράδοσης συναντά την ωμή, κυνική πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού, η νεολαία ζει σε μια διαρκή εσωτερική διάσπαση: από τη μία, τους ζητάμε να είναι άριστοι, επιτυχημένοι και προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις μιας αγοράς που καταρρέει, και από την άλλη, τους προσφέρουμε μια κοινωνία διαφθοράς, αναξιοκρατίας, ακρίβειας και έλλειψης οράματος. Όταν τα παιδιά δεν έχουν πού να ακουμπήσουν την απογοήτευσή τους, όταν η οικογένεια παλεύει να επιβιώσει οικονομικά και το σχολείο λειτουργεί σαν στρατόπεδο συμμόρφωσης, η οργή γίνεται το μοναδικό τους καύσιμο.
Η βία στο διαδίκτυο και στα σχολεία είναι η κραυγή των αόρατων. Επειδή δεν μπορούν να γκρεμίσουν τους τοίχους της θεσμικής αδιαφορίας, γκρεμίζουν ο ένας τον άλλον· επειδή η εξουσία, η κοινωνια τούς αγνοεί, επιτίθενται στον πιο κοντινό τους στόχο, αναζητώντας μια ψευδαίσθηση δύναμης σε έναν κόσμο που τους έχει συνθλίψει.
Οι «θεσακίδες» της εξουσίας φοβούνται το όραμα γιατί το όραμα απαιτεί ευθύνη, αλήθεια και ρήξη, προτιμώντας να διαχειρίζονται ερείπια αρκεί να διατηρούν τα προνόμιά τους. Κάθε φορά που ένα παιδί χτυπάει συμμαθητή του, κάθε φορά που μια ομάδα εφήβων εξευτελίζει έναν συνομήλικό της για ένα βίντεο στο TikTok, δεν βλέπουμε απλώς μια εκδηλωση βίας αλλά την αποτυχία μιας ολόκληρης πολιτείας που ξέχασε πώς να εμπνέει, το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης και μιας Ελλάδας/Κύπρου που κατάντησαν λογιστικά γραφεία, ανίκανα να θρέψουν την ψυχή των παιδιών τους.
Παρακολουθούμε τις πυρκαγιές του Παρισιού και τις διαδηλώσεις των Τιράνων σαν να βλέπουμε ένα προφητικό θρίλερ από το μέλλον, κι όμως, η δική μας σιωπή είναι συχνά πιο επικίνδυνη κι από την ίδια τη φωτιά. Εδώ, η νεολαία δεν καίει λεωφόρους· καίγεται σιωπηλά. Μεταναστεύει μαζικά, παραιτείται από κάθε διεκδίκηση, βυθίζεται στην κυνική πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να διορθωθεί. Έτσι, γινόμαστε θεατές μιας Ευρώπης που από λίκνο των ιδεών μετατρέπεται σε ένα απέραντο εμπορικό κέντρο, όπου ακόμη και η ελπίδα έχει αποκτήσει ταμπελάκι τιμής.
Όταν η Ευρώπη θα έχει πια σβήσει την τελευταία φωτιά στους δρόμους της, με τι υλικό θα ζεστάνει την ψυχή των παιδιών της,και ποιος θα τολμήσει, κοιτώντας κατάματα έναν νέο στην Αθήνα, στη Λευκωσία ή στο Παρίσι, να του πει ότι ο κόσμος αυτός φτιάχτηκε για να χωρέσει τα όνειρά του κι όχι για να τα καταβροχθίσει;
Δρ Αριστονίκη Θεοδοσίου-Τρυφωνίδου
Ψυχολόγος
Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας
Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων
Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά
Μ.Α ART therapist
Pgp Συμβουλευτική ψυχολογία
Ειδίκευση στη Συστημική θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική θεραπευτική αντιμετώπιση