Η σημασία της εθνικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας
Το κυρίαρχο πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι η εξισορρόπησις της Τουρκίας για να αντιμετωπιστεί ο ηγεμονικός της αναθεωρητισμός, διαφορετικά υπάρχει εντόνως ο κίνδυνος δορυφοροποιήσεως της Ελλάδος και της Κύπρου.
Τα κράτη του διεθνούς συστήματος έχουν ορισμένους στρατηγικούς στόχους, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι μακροχρόνιοι ή βραχυπρόθεσμοι, έχουν συνοχή ή είναι αντιφατικοί. Με αυτόν τον τρόπο, το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον μίας χώρας δημιουργεί διάφορες απαιτήσεις και είναι η πηγή προκλήσεων και ευκαιριών για την πραγματοποίηση των στόχων και των επιδιώξεων του κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη λειτουργούν ως προσαρμοζόμενες οντότητες που προσπαθούν με την εξωτερική τους πολιτική καθώς επίσης και με την πολιτική ασφαλείας που διαμορφώνουν να διατηρήσουν τις βασικές δομές τους, δηλαδή τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά τους χαρακτηριστικά σε αποδεκτά όρια. Τα πιο πάνω συνιστούν την πεμπτουσία για τη διαμόρφωση αυτού που ονομάζεται Εθνική Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy). Με άλλα λόγια, η υψηλή στρατηγική θέτει ιεραρχημένους στόχους λαμβάνοντας υπόψη το διεθνές περιβάλλον και την επιθυμητή θέση μίας χώρας με σκοπό να κινητοποιήσει το ευρύτερο εθνικό δυναμικό και τους πόρους του κράτους προκειμένου να επιτύχει τρεις βασικούς στόχους, α) σταθερότητα, β) ευημερία και γ) ασφάλεια.
Επίσης, ένα άλλο βασικό μέσο της εθνικής στρατηγικής σε μία δημοκρατική κοινωνία είναι η αποδοχή αυτής της στρατηγικής από τον λαό. Όπως ευστόχως επισημαίνει ο Βρετανός θεωρητικός της στρατηγικής, Λίντελ Χαρτ, «η υψηλή εθνική στρατηγική πρέπει να υπολογίζει και να αναπτύσσει και τις ηθικές δυνάμεις, γιατί για να αναπτυχθεί το πνεύμα και η θέλησις του λαού, συχνώς οι ηθικές δυνάμεις είναι το ίδιο σπουδαίος παράγοντας όσο και η κατοχή πιο συγκεκριμένων μορφών ισχύος». Για την επιτυχή λοιπόν διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής είναι αναγκαία η αρμονία της σχέσεως μεταξύ Πολιτικής Ηγεσίας και Λαού.
Η ημικατεχομένη από την Τουρκία Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σε μία περιοχή δημογραφικής εκρήξεως, όπου οι γεωπολιτικοί και γεωοικονομικοί ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, λόγω των πρωτόγνωρων εξελίξεων στον αραβικό κόσμο, του Παλαιστινιακού, του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και της ανακαλύψεως υποθαλασσίου πλούτου στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, ο γεωπολιτικός χώρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι τοποθετημένος μέσα σ’ έναν κόσμο παγκοσμίας οικονομικής δραστηριότητας, λόγω των οδών ναυσιπλοΐας και της ενεργειακής σημασίας τής Μέσης Ανατολής για τη διεθνή ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η επιβίωσίς της εξαρτάται από την ικανότητά της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικώς τις εξωτερικές απειλές και να ανταγωνισθεί με επιτυχία σ’ αυτόν τον χώρο.
Συνεπώς, είναι αναγκαία προϋπόθεσις για τον σχεδιασμό εθνικής στρατηγικής η ορθή διάγνωσις του περιβάλλοντος ασφαλείας και των ευκαιριών και κινδύνων που προκύπτουν, ούτως ώστε να καθοριστεί ο αποτελεσματικότερος συνδυασμός μέσων για την προώθηση των ιεραρχημένων πολιτικών στόχων και να αποφευχθεί άσκοπη σπατάλη πόρων και προσπάθειας.
Για να μπορέσει η Κύπρος να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της μακράς αντιπαραθέσεως με την Τουρκία πρέπει να δημιουργήσει ένα σύστημα παραγωγής μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής και αυτή η στρατηγική θα πρέπει να σχεδιαστεί από κοινού με την Ελλάδα, διαφορετικά παύει να είναι εθνική. Η Τουρκία, κατά την ιστορική εξέλιξη του Κυπριακού, εφήρμοσε συγκεκριμένη στρατηγική, η οποία, χάρη στην ύπαρξη θεσμοθετημένου μηχανισμού λήψεως αποφάσεων -του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας-, της επέτρεψε να διασφαλίσει: α) τη συνέχεια, β) τη συνοχή, γ) τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και δ) την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της.
Επιπροσθέτως, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, χαρακτηρίζεται από αναθεωρητικό προσανατολισμό, ηγεμονικές αξιώσεις και ευδιακρίτους στρατηγικούς στόχους, η επιδίωξις των οποίων συνοδεύεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από την άσκηση καταναγκαστικής διπλωματίας, ήτοι από την απειλή χρήσεως στρατιωτικής βίας, όπως καταδεικνύουν οι τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και η διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδος σε περίπτωση επεκτάσεως των χωρικών της υδάτων στο Αιγαίο.
Οι στρατηγικοί αυτοί στόχοι περιλαμβάνουν: α) την απόκτηση στρατιωτικής υπεροπλίας, β) την επιδίωξη πυρηνικής δυνατότητας, γ) τη μετατροπή γειτονικών κρατών σε δορυφόρους, δ) την πολιτική εκμεταλλεύσεως των υδατίνων πόρων, ε) την ανάπτυξη γεωοικονομικής, γεωστρατηγικής και πολιτιστικής διπλωματίας, με έμφαση στους ενεργειακούς αγωγούς, στους οδικούς άξονες, στον έλεγχο των θαλασσίων οδών και στην προβολή της ισλαμικής ταυτότητας, και στ) την αξιοποίηση της στρατηγικής σχέσεως με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οφείλουμε, όμως, να επισημάνουμε και τις στρατηγικές αδυναμίες της Τουρκίας, όπως την εξέλιξη του Κουρδικού, την εσωτερική αστάθεια, τον ανταγωνισμό με τους γείτονες, ιδιαίτερα με το Ισραήλ, και τέλος τη γενικότερη στρατηγική υπερεξάπλωση που χαρακτηρίζει την τουρκική εξωτερική πολιτική.
Συνεπώς, σε επίπεδο εθνικής υψηλής στρατηγικής θα πρέπει να υιοθετηθούν α) η στρατηγική ανασχέσεως της Τουρκίας, β) η αποφυγή κατευνασμού της Τουρκίας, διότι εκλαμβάνεται ως αδυναμία και αυξάνει τις τουρκικές αξιώσεις, γ) η υιοθέτησις ισορροπημένης στρατηγικής που να μεγιστοποιεί το κόστος για την Τουρκία σε περίπτωση χρήσεως βίας, προκειμένου να παύσει να προκαλεί με την καταναγκαστική διπλωματία, δ) η εκμετάλλευσις των αδυναμιών της (π.χ. αντιπαραθέσεις με τους γείτονες, Κουρδικό, ευρωπαϊκή πορεία, υπερξάπλωσις), ε) η στήριξις του αμυντικού μας σχεδιασμού στις δικές μας δυνάμεις, στ) η ανάπτυξις περιφερειακών στρατηγικών συνεργασιών (π.χ. Ισραήλ), ζ) η έμφασις στην γεωοικονομική διπλωματία, με σωστό στρατηγικό σχεδιασμό στην εκμετάλλευση του υποθαλασσίουφυσικού πλούτου και τέλος η) η επιδίωξις στρατηγικής σταθερότητας με την Τουρκία μέσω διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος.
Το κυρίαρχο πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι η εξισορρόπησις της Τουρκίας για να αντιμετωπιστεί ο ηγεμονικός της αναθεωρητισμός, διαφορετικά υπάρχει εντόνως ο κίνδυνος δορυφοροποιήσεως της Ελλάδος και της Κύπρου. Το πρόβλημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν είναι ψυχολογικό, είναι πρωτίστως θέμα ασφαλείας. «Ο ισχυρός επιβάλλει όσα του επιτρέπει η δύναμίς του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιτρέπει η αδυναμία του» (Θουκυδίδης).