Διεθνή

Γαλλία: Το κόστος της ισχύος και η νέα ευρωπαϊκή ισορροπία

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιλογή που δεν αφορά μόνο τον προϋπολογισμό, αλλά και το μοντέλο ισχύος που θέλει να διατηρήσει.

Η Γαλλία εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο του 2027 με μια ολοένα πιο εμφανή αντίφαση: εξακολουθεί να διεκδικεί ρόλο μεγάλης παγκόσμιας δύναμης, ενώ η οικονομική και πολιτική της κατάσταση περιορίζει σταδιακά τον χώρο που απαιτείται για να στηρίξει αυτόν τον ρόλο.

Το πιο άμεσο πρόβλημα είναι το δημόσιο χρέος. Τα γαλλικά επιτόκια βρίσκονται υπό πίεση, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται και το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Οι δυσκολίες στην έγκριση των προϋπολογισμών δεν αντανακλούν μόνο την αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων, αλλά ένα βαθύτερο πρόβλημα: πώς μπορούν να χρηματοδοτηθούν ταυτόχρονα οι συντάξεις, η υγεία, η ενεργειακή μετάβαση, οι δημόσιες επενδύσεις και ο επανεξοπλισμός; Οι πιέσεις στις αγορές έχουν πλέον καταστεί και στοιχείο της ίδιας της προεκλογικής συζήτησης.

Οι κοινωνικές κινητοποιήσεις που έχουν σημειωθεί στη χώρα πρέπει να ιδωθούν σε αυτό το πλαίσιο. Δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην ένα ενιαίο πολιτικό κίνημα, αποκαλύπτουν όμως πόσο δύσκολο είναι να συνδυαστεί η απαίτηση για κοινωνική προστασία με την ανάγκη μείωσης του ελλείμματος. Η Γαλλία βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με μια επιλογή που δεν αφορά μόνο τον προϋπολογισμό, αλλά και το μοντέλο ισχύος που θέλει να διατηρήσει.

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και η αυξανόμενη αμερικανική πίεση ώστε οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια οδηγούν σε μεγάλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Το 2025 οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες κατά 17%, φθάνοντας συνολικά τα 559 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ωστόσο, ο επανεξοπλισμός δεν ενισχύει απλώς την Ευρώπη: μεταβάλλει και τις εσωτερικές της ισορροπίες. Η Γερμανία, μετά από δεκαετίες περιορισμένης στρατιωτικής προβολής, είναι πλέον ο μεγαλύτερος στρατιωτικός δαπανητής στην Ευρώπη στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Το 2025 οι δαπάνες της έφθασαν τα 114 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 24% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ το Βερολίνο έχει θέσει ως στόχο να φθάσει το 3,5% του ΑΕΠ το 2029.

Η εξέλιξη αυτή έχει προφανείς γεωπολιτικές συνέπειες. Η Γαλλία εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητες που η Γερμανία δεν διαθέτει, κυρίως πυρηνική αποτροπή, μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και μακρά παράδοση αυτόνομης στρατιωτικής προβολής.

Όμως, σε επίπεδο συμβατικών πόρων, η ισορροπία μεταβάλλεται γρήγορα. Το παράδοξο είναι ότι το Παρίσι επιδιώκει να ηγηθεί της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, την ίδια στιγμή που το Βερολίνο διαθέτει πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα για να στηρίξει τον επανεξοπλισμό. Πίσω όμως από την έννοια της «ευρωπαϊκής άμυνας» υπάρχει μια θεμελιώδης πραγματικότητα: η Ευρώπη δεν αποτελεί ενιαία γεωπολιτική δύναμη, αλλά ένα τραπέζι στο οποίο δρουν κράτη με διαφορετικά συμφέροντα και στρατηγικές.

Σχεδόν όλοι συμφωνούν στην ανάγκη επανεξοπλισμού, όμως η ταχύτητα με την οποία η Γερμανία ανακτά τη στρατιωτική της ισχύ προκαλεί ανησυχία σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ακόμη και όταν αυτό δεν εκφράζεται ανοιχτά. Η ευρωπαϊκή σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία δεν απαντά, επομένως, μόνο στη ρωσική απειλή: αποτελεί ταυτόχρονα μήνυμα προς το Βερολίνο ότι ο γερμανικός επανεξοπλισμός δεν μπορεί να εξελίσσεται ανεξάρτητα από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η διαφορά φαίνεται και στα μοντέλα επανεξοπλισμού. Το Βερολίνο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, διατηρώντας την αμερικανική αποτροπή μέχρι να ολοκληρώσει τις δικές του δυνατότητες. Το Παρίσι προτιμά, αντίθετα, έναν περισσότερο ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό, βασισμένο στη στρατηγική αυτονομία. Η αποτυχία αρκετών κοινών βιομηχανικών προγραμμάτων δείχνει πόσο δύσκολο είναι να μετατραπεί η ρητορική της ευρωπαϊκής ενότητας σε πραγματική στρατιωτική ολοκλήρωση.

Η Ευρώπη μπορεί, επομένως, να γίνει στρατιωτικά ισχυρότερη χωρίς να μετατραπεί αυτόματα σε ενιαία γεωπολιτική δύναμη. Η νέα ισορροπία θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σχέση μεταξύ Παρισιού, Βερολίνου, Λονδίνου, Βαρσοβίας και Ουάσιγκτον.

Γι’ αυτό θα ήταν παραπλανητικό να χαρακτηρίσουμε τη Γαλλία απλώς ως δύναμη «σε παρακμή». Η Γαλλία παραμένει μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές, διπλωματικές και πυρηνικές δυνάμεις της Ευρώπης. Το πρόβλημα είναι περισσότερο αυτό της γεωπολιτικής υπερέκτασης: πάρα πολλοί στρατηγικοί στόχοι πρέπει να στηριχθούν από μια οικονομική και πολιτική βάση, που δέχεται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η Γαλλία παραμένει σημαντικός εταίρος στην Ανατολική Μεσόγειο και στην οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Αθήνα και η Λευκωσία, όμως, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς της γαλλικής ικανότητας να δρα ταυτόχρονα στην Ουκρανία, στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, στον Ινδο-Ειρηνικό και στο ευρωπαϊκό πεδίο ασφάλειας.

Το ζήτημα δεν είναι να απομακρυνθούν από το Παρίσι. Είναι να κατανοήσουν ότι μια δύναμη μπορεί να είναι ταυτόχρονα απαραίτητη και υπερεκτεθειμένη.

Για τον Eλληνισμό, η ανάλυση αυτών των δεδομένων είναι σημαντική και για να κατανοήσουμε ποια είναι, πέρα από τις πολιτικές δηλώσεις, η πραγματική δυνατότητα του Παρισιού να στηρίξει μακροπρόθεσμα τα συμφέροντα και την ασφάλεια του ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

*Γεωπολιτικός Αναλυτής