Όταν η ερώτηση βαφτίζεται ρατσισμός
Η παρρησία, η αρχαία ελληνική ιδέα ότι ο πολίτης λέει ανοιχτά αυτό που σκέφτεται, δεν επιβιώνει εκεί όπου ορισμένα ερωτήματα κηρύσσονται εκτός ορίων.
Σε ζωντανή τηλεοπτική συνέντευξη, ένας υποψήφιος για τη Γερουσία των ΗΠΑ ρωτήθηκε αν ο ίδιος ή η οικογένειά του έχουν δεσμούς με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Απάντησε «όχι». Και πρόσθεσε κάτι πιο ενδιαφέρον από την άρνηση. Είπε ότι η ίδια η ερώτηση ήταν ισλαμοφοβική. Αυτή η κίνηση, η μετατροπή ενός ερωτήματος σε προσβολή, είναι το πραγματικό θέμα.
Ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, γιατρός και προοδευτικός πολιτικός, κέρδισε φέτος το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν. Έκτοτε τον ακολουθεί μια κατηγορία, ότι συνδέεται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, το διεθνές ισλαμιστικό κίνημα από το οποίο προέκυψε και η Χαμάς. Ο Πρόεδρος Τραμπ τον αποκάλεσε άνθρωπο της Αδελφότητας «κατά εκατόν τοις εκατόν» και «απατεώνα». Ο Ελ-Σαγιέντ τα αρνείται κατηγορηματικά, επανέλαβε την άρνηση και τις επόμενες μέρες, και κανένα στοιχείο μέλους δεν έχει παρουσιαστεί. Ο Τύπος μιλά, ορθώς, για «εικαζόμενους» δεσμούς.
Τα δημοσιεύματα όμως που τροφοδοτούν τη διαμάχη δεν είναι ανυπόστατα. Η ίδια η ετεροθαλής αδελφή του, η Εμάν Αμπντελχάντι, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και υποστηρίκτρια της πολιτικής του πορείας, έγραψε παλαιότερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το παρελθόν της μητέρας τους ως ακτιβίστριας της Αδελφότητας τη δεκαετία του 1970. Οι αναρτήσεις αυτές επανήλθαν τώρα στο προσκήνιο. Η ίδια η Αμπντελχάντι βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για επίθεση σε αστυνομικό σε διαδήλωση κατά της υπηρεσίας μετανάστευσης, και οδηγείται στο δικαστήριο. Αυτά, σημειωτέον, είναι λόγια και πράξεις της αδελφής, όχι του υποψηφίου.
Πιο βαρύ είναι το στοιχείο που αποκάλυψε η Washington Free Beacon και αναπαρήγαγαν η Washington Examiner και η National Review. Ο πεθερός του Ελ-Σαγιέντ, ο νευρολόγος Τάγεμπ Τζουκάκου, μεγάλος δωρητής σε υπερ-επιτροπή που στηρίζει τον υποψήφιο, κατέχει ηγετικές θέσεις στην Ισλαμική Εταιρεία της Βόρειας Αμερικής, την ISNA. Η ISNA κατονομάστηκε από την αμερικανική κυβέρνηση ως μη απαγγελθείς συνωμότης στη δίκη του Ιδρύματος Holy Land, όπου ηγετικά στελέχη καταδικάστηκαν το 2008 επειδή διοχέτευσαν περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια δολάρια στη Χαμάς. Οι επικριτές της ISNA και του παρεμφερούς CAIR υποστηρίζουν ότι πρόκειται για οργανώσεις-βιτρίνες της Αδελφότητας που αυτοπαρουσιάζονται ως φορείς πολιτικών δικαιωμάτων. Οι ίδιες οι οργανώσεις το απορρίπτουν. Ανάμεσα στους δωρητές της εκστρατείας Ελ-Σαγιέντ, γράφει ο Τζόναθαν Τόμπιν στο JNS, βρίσκονται και πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν τον χώρο.
Οι ίδιοι επικριτές προχωρούν παραπέρα. Κατηγορούν τον Ελ-Σαγιέντ για αντισημιτισμό, για ρητορική που αμφισβητεί το δικαίωμα του Ισραήλ να αμυνθεί, και για χρήση της λέξης «γενοκτονία». Ο ίδιος απορρίπτει και αυτές τις κατηγορίες, και τις εντάσσει στην ίδια εκστρατεία ισλαμοφοβίας. Εδώ ακριβώς χρειάζεται καθαρό μυαλό, γιατί η υπόθεση κόβει και από τις δύο πλευρές.
Σε μια ελεύθερη κοινωνία επιτρέπεται να ρωτάς τον πολιτικό τα πάντα. Επιτρέπεται να εξετάζεις τις δηλώσεις του, τις θέσεις του, τις συναναστροφές και τους δωρητές που ο ίδιος επέλεξε. Το να χαρακτηρίζεις την ερώτηση «φοβία» για να την σταματήσεις είναι η κλασική κίνηση του λογοκριτή. Δεν απαντά, απαγορεύει. Η παρρησία, η αρχαία ελληνική ιδέα ότι ο πολίτης λέει ανοιχτά αυτό που σκέφτεται, δεν επιβιώνει εκεί όπου ορισμένα ερωτήματα κηρύσσονται εκτός ορίων.
Όμως η ίδια αρχή πειθαρχεί και εκείνον που ρωτά. Η κριτική πρέπει να στηρίζεται σε αυτά που ένας άνθρωπος λέει και κάνει, στις δικές του επιλογές, όχι σε αυτό που ήταν η μητέρα του ή σε αυτό που έκανε η αδελφή του. Οι απόψεις ενός υποψηφίου για το Ισραήλ και για την τρομοκρατία, οι δικοί του δωρητές, οι δικές του δηλώσεις, είναι απολύτως θεμιτό πεδίο ελέγχου. Η καταγωγή του και η πίστη του δεν είναι. Η ενοχή εξ αίματος δεν είναι έλεγχος, είναι προκατάληψη. Η τίμια θέση απορρίπτει και τα δύο. Και την ασπίδα της «ισλαμοφοβίας», που κλείνει τη συζήτηση, και το υπονοούμενο ότι ένας μουσουλμάνος είναι ύποπτος λόγω θρησκείας.
Το ζήτημα έχει επείγουσα σημασία σήμερα. Από την 7η Οκτωβρίου 2023 ο αντισημιτισμός στη Δύση εκτοξεύτηκε. Έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ είχε δείξει ότι το 96% των Ευρωπαίων Εβραίων έχουν βιώσει αντισημιτισμό, και συχνά αυτός εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε «αντισιωνισμό». Το να ονομάσεις αυτόν τον αντισημιτισμό, από όπου κι αν προέρχεται, από την ακροδεξιά, από κομμάτια της Αριστεράς ή από ισλαμιστικά ρεύματα, είναι νόμιμο και αναγκαίο, και δεν πρέπει να φιμώνεται. Ταυτόχρονα, η συλλογική υποψία απέναντι στους μουσουλμάνους ως σύνολο είναι μια άλλη αδικία. Μια ελεύθερη δημοσιογραφία οφείλει να κάνει το πρώτο χωρίς να πέφτει στο δεύτερο.
Εδώ ο Ελληνισμός έχει διπλό μερίδιο, και μια πικρή ειρωνεία να αντικρίσει. Η παρρησία είναι δικό μας δώρο στον κόσμο. Μαζί της όμως κουβαλάμε και μια μνήμη. Οι εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας και της Κύπρου είναι αρχαίες, και η Θεσσαλονίκη υπήρξε για αιώνες ένα από τα μεγάλα κέντρα του σεφαραδίτικου κόσμου, πριν το Ολοκαύτωμα την ρημάξει σχεδόν ολοκληρωτικά. Κι όμως, στις 27 Ιουνίου 2026, στην ίδια αυτή πόλη, μέλη αριστερών και αναρχικών ομάδων, ανάμεσά τους ο Ρουβίκωνας, βγήκαν στους δρόμους με μαύρα πουκάμισα και παλαιστινιακές σημαίες, σε «περιπολίες» που στόχευαν Ισραηλινούς και Εβραίους. Η ίδια η εβραϊκή κοινότητα της πόλης τις χαρακτήρισε αντίλαλο του πογκρόμ του Ιουνίου του 1931. Εδώ είναι η ειρωνεία. Εκείνοι που φορούν τα μαύρα και κυνηγούν Εβραίους νομίζουν πως είναι οι ίδιοι τα θύματα, πως υπερασπίζονται τον αδύναμο. Στην πραγματικότητα ξαναπαίζουν τον ρόλο του θύτη, ακριβώς εκεί όπου το Ολοκαύτωμα χτύπησε πιο βαριά απ’ οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα.
Και ενώ στη Θεσσαλονίκη οι Εβραίοι χτυπιούνται ως υποτιθέμενοι ισχυροί, στη Δύση ισλαμιστικά δίκτυα διεισδύουν ήσυχα στην πολιτική και, όπως έδειξε η δίκη του Holy Land, χρηματοδοτούν την τρομοκρατία. Αυτή είναι η πραγματική αντιστροφή των ρόλων, το θύμα βαφτίζεται θύτης και ο θύτης ντύνεται θύμα. Η δοκιμασία μιας ελεύθερης κοινωνίας είναι να την βλέπει καθαρά. Να ελέγχει έναν άνθρωπο για τις δικές του πράξεις, τις δηλώσεις και τους δωρητές του, χωρίς να τον καταδικάζει για το ποια ήταν η μητέρα του, και ταυτόχρονα να μην μπερδεύει ποτέ τον θύτη με το θύμα. Ονόμασε τον αντισημιτισμό. Έλεγξε τις επιλογές. Άσε ήσυχη την καταγωγή. Και μην αφήσεις καμία λέξη, ούτε «ισλαμοφοβία» ούτε οποιαδήποτε άλλη, να γίνει το κουμπί που σβήνει τη συζήτηση.
*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο με εξειδίκευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Φιλοσοφία Δικαίου