Αναλύσεις

Προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο

Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο θέμα αριθμών. Είναι θέμα προοπτικής. Και η προοπτική αυτή οικοδομείται μέσα από συνειδητές επιλογές, συλλογική προσπάθεια και θεσμική συνέπεια.

Η συζήτηση για την οικονομία της Κύπρου τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από μια διττή διαπίστωση. Από τη μια, η ανθεκτικότητα και η ικανότητα ανάκαμψης. Από την άλλη, η επίμονη αίσθηση ότι το υφιστάμενο μοντέλο ανάπτυξης έχει φτάσει στα όριά του. Αν το προηγούμενο στάδιο ήταν η αναγνώριση των δομικών αδυναμιών, το επόμενο και ουσιαστικότερο είναι η διατύπωση ενός θετικού, ρεαλιστικού και εφαρμόσιμου οράματος για το μέλλον.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται απλώς μιαν ακόμη μεταρρύθμιση. Χρειάζεται μια μετάβαση: από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στην προσαρμοστικότητα και την εξωγενή ζήτηση, σε ένα μοντέλο που στηρίζεται στη γνώση, την καινοτομία και τη θεσμική σταθερότητα. Με άλλα λόγια, σε ένα μοντέλο όπου το κράτος δεν είναι απλώς ρυθμιστής, αλλά ενεργός συντελεστής παραγωγής αξίας, ένα «καινοτόμο κράτος». Η έννοια αυτή δεν αφορά ένα υπερτροφικό ή παρεμβατικό κράτος. Αντιθέτως, αφορά ένα κράτος ικανό να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για καινοτομία, να μειώνει την αβεβαιότητα, να συντονίζει δρώντες και να επενδύει στρατηγικά σε τομείς με μακροπρόθεσμο όφελος. Πρόκειται για μια διαφορετική αντίληψη της οικονομικής πολιτικής, όπου η ανάπτυξη δεν αφήνεται αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς, αλλά υποστηρίζεται από ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο.

Στο επίκεντρο αυτού του νέου μοντέλου βρίσκεται η γνώση. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η ανταγωνιστικότητα δεν καθορίζεται μόνο από το κόστος ή τη γεωγραφική θέση, αλλά από την ικανότητα παραγωγής, αξιοποίησης και διάχυσης γνώσης. Η Κύπρος διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα σε αυτόν τον τομέα, όπως πανεπιστήμια, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης και διεθνείς διασυνδέσεις. Ωστόσο, η σύνδεση αυτών των πόρων με την πραγματική οικονομία παραμένει περιορισμένη.

Η πρόκληση δεν είναι μόνο η δημιουργία γνώσης, αλλά η μετατροπή της σε παραγωγική δραστηριότητα. Αυτό απαιτεί ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, δημιουργία κινήτρων για καινοτομία και ανάπτυξη οικοσυστημάτων που ευνοούν την επιχειρηματικότητα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δεν πρόκειται για απλή τεχνοκρατική παρέμβαση, αλλά για βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την οικονομική ανάπτυξη.

Η καινοτομία, ως δεύτερος πυλώνας, δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Αφορά νέες διαδικασίες, νέες μορφές οργάνωσης, νέες αγορές. Σε μια μικρή οικονομία όπως η κυπριακή, η ευελιξία μπορεί ν’ αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από στρατηγική κατεύθυνση. Η καινοτομία δεν προκύπτει τυχαία, αλλά καλλιεργείται μέσα από ένα περιβάλλον που επιβραβεύει τη δημιουργικότητα, αποδέχεται το ρίσκο και επιτρέπει την αποτυχία ως μέρος της διαδικασίας μάθησης.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος των θεσμών. Η θεσμική σταθερότητα αποτελεί τον τρίτο και ίσως πιο καθοριστικό πυλώνα του νέου παραγωγικού μοντέλου. Χωρίς σταθερούς, αξιόπιστους και αποτελεσματικούς θεσμούς, καμία επένδυση σε γνώση και καινοτομία δεν μπορεί να αποδώσει. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται προβλεψιμότητα, οι επενδυτές εμπιστοσύνη και οι πολίτες αίσθηση δικαιοσύνης. Η θεσμική σταθερότητα δεν σημαίνει ακινησία. Σημαίνει συνέπεια, διαφάνεια και ικανότητα προσαρμογής. Σημαίνει ένα κράτος που λειτουργεί με κανόνες που εφαρμόζονται ισότιμα και με διαδικασίες που δεν αλλάζουν αυθαίρετα. Σημαίνει, τελικά, ένα περιβάλλον όπου η οικονομική δραστηριότητα δεν εξαρτάται από προσωπικές διαμεσολαβήσεις, αλλά από σαφείς και δίκαιους κανόνες.

Η κοινωνιολογική διάσταση αυτής της μετάβασης είναι καθοριστική. Η οικονομία δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία· αντικατοπτρίζει τις αξίες, τις προσδοκίες και τις συμπεριφορές της. Ένα μοντέλο που βασίζεται στη γνώση και την καινοτομία απαιτεί κοινωνία που να επενδύει στην εκπαίδευση, να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα και να αποδέχεται τη διαρκή μάθηση. Απαιτεί, επίσης, εμπιστοσύνη, όχι μόνο προς το κράτος, αλλά και μεταξύ των ίδιων των πολιτών.

Η ανθρωπολογική προσέγγιση αναδεικνύει την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας. Η μετάβαση από ένα μοντέλο γρήγορης απόδοσης σε ένα μοντέλο μακροπρόθεσμης επένδυσης δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει απομάκρυνση από πρακτικές που ευνοούν το άμεσο όφελος εις βάρος της βιωσιμότητας. Προϋποθέτει, επίσης, αναγνώριση ότι η επιτυχία δεν είναι πάντα άμεση, αλλά συχνά αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας σε βάθος χρόνου.

Σε πολιτικό επίπεδο, η υλοποίηση ενός τέτοιου μοντέλου απαιτεί στρατηγική συνέπεια. Οι πολιτικές για την εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία και την οικονομία δεν μπορούν να λειτουργούν αποσπασματικά. Χρειάζεται συντονισμός, μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και, κυρίως, σταθερότητα πέρα από εκλογικούς κύκλους. Το νέο παραγωγικό μοντέλο δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας κυβέρνησης, αλλά πρέπει να αποτελέσει εθνική στρατηγική.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και την πολιτική ηγεσία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο αυτής της προσπάθειας. Οι πολίτες είναι πιο πρόθυμοι να αποδεχθούν αλλαγές, να επενδύσουν σε νέες δεξιότητες και να συμμετάσχουν σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης όταν πιστεύουν ότι το σύστημα λειτουργεί δίκαια και με συνέπεια. Αντίθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί σε αδράνεια και αντίσταση. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης δεν είναι ζήτημα ρητορικής. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και πρακτικών. Η διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, η αξιοκρατία στη δημόσια διοίκηση, η σταθερότητα των κανόνων και η αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Κάθε επιτυχημένη μεταρρύθμιση, κάθε βελτίωση στην καθημερινή λειτουργία του κράτους ενισχύει αυτήν την εμπιστοσύνη.

Το νέο αυτό παραγωγικό μοντέλο για την Κύπρο δεν είναι ουτοπία. Είναι αναγκαιότητα. Οι διεθνείς εξελίξεις, οι τεχνολογικές αλλαγές και οι περιβαλλοντικές προκλήσεις καθιστούν σαφές ότι η οικονομία του μέλλοντος θα είναι διαφορετική. Οι χώρες που θα επιτύχουν δεν θα είναι εκείνες που θα προσαρμοστούν παθητικά, αλλά εκείνες που θα διαμορφώσουν ενεργά τη μετάβασή τους. Η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να το πράξει με μια στρατηγική που να συνδέει τη γνώση με την παραγωγή, την καινοτομία με την οικονομία και τη θεσμική σταθερότητα με την εμπιστοσύνη. Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο θέμα αριθμών. Είναι θέμα προοπτικής. Και η προοπτική αυτή οικοδομείται μέσα από συνειδητές επιλογές, συλλογική προσπάθεια και θεσμική συνέπεια.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips