Αναλύσεις

Στον κάλαθο των αχρήστων €40 εκατ. πράσινης ενέργειας

Εκτοξεύθηκαν κατά 83% οι περικοπές από ΑΠΕ, ενώ η Κύπρος παραμένει η τρίτη πιο ενεργειακά εξαρτημένη χώρα της ΕΕ

Ρεύμα αρκετό για να καλύψει την ετήσια κατανάλωση περίπου 77.000 κυπριακών νοικοκυριών θα μπορούσε να είχε παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές το 2025, αλλά περικόπηκε επειδή το ηλεκτρικό σύστημα αδυνατούσε να το απορροφήσει. Η ποσότητα φθάνει τα 306 εκατομμύρια κιλοβατώρες και η ενδεικτική αξία της αγγίζει τα €40 εκατομμύρια. Την ίδια ώρα, η Κύπρος εξακολουθεί να εισάγει σχεδόν το 88% της ενέργειας που χρειάζεται, με το πετρέλαιο και τα πετρελαιοειδή να αντιπροσωπεύουν το 96% των ενεργειακών εισαγωγών. Η αντίφαση αποτυπώνει το πραγματικό ενεργειακό πρόβλημα: διαθέτουμε ήλιο και επενδύουμε σε φωτοβολταϊκά, αλλά, χωρίς επαρκή αποθήκευση και ευέλικτο δίκτυο, μέρος της δυνητικής παραγωγής χάνεται. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Eurostat και της Eυρωπαϊκής Ρυθμιστικής Αρχής ACER δείχνουν τόσο το μέγεθος των περικοπών όσο και το κόστος της εξάρτησης από τα εισαγόμενα καύσιμα.

Η πράσινη παραγωγή που δεν χωρά στο δίκτυο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει στην Έκθεση Χώρας 2026 ότι οι περικοπές ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο έφθασαν τις 306 γιγαβατώρες (GWh) το 2025, από 167 GWh το 2024. Μέσα σε έναν χρόνο αυξήθηκαν κατά 83%. Πρόκειται κυρίως για ενέργεια από φωτοβολταϊκά συνδεδεμένα με το δίκτυο διανομής, η παραγωγή των οποίων περιορίστηκε με εντολή του διαχειριστή. Δεν μιλάμε, δηλαδή, για ρεύμα που μπήκε στις πρίζες και πετάχτηκε. Μιλάμε για παραγωγή που θα μπορούσε να γίνει υπό διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας του συστήματος, αλλά δεν επιτράπηκε να διοχετευθεί.

Γιατί συμβαίνει αυτό σε μια χώρα με τόσο έντονη ηλιοφάνεια; Επειδή ο ηλεκτρισμός πρέπει κάθε στιγμή να παράγεται στην ποσότητα που μπορεί να καταναλωθεί ή να αποθηκευτεί. Τις ώρες μεγάλης ηλιοφάνειας και σχετικά χαμηλής ζήτησης, η προσφορά από φωτοβολταϊκά ξεπερνά τα ασφαλή όρια απορρόφησης. Παράλληλα, συμβατικές μονάδες πρέπει να παραμένουν σε λειτουργία για να διατηρούν τη συχνότητα και την ευστάθεια του απομονωμένου κυπριακού συστήματος. Η περικοπή αποτελεί τεχνικό μέτρο προστασίας του δικτύου, όχι αυθαίρετη επιλογή να χαθεί φθηνότερη ενέργεια.

Τον Μάρτιο του 2025, σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων του δικτύου διανομής από την πλατφόρμα CyprusGrid, οι περικοπές έφθασαν τις 38,2 εκατομμύρια κιλοβατώρες μέσα σε έναν μόνο μήνα. Η ίδια ανάλυση αποδίδει περίπου το ένα δέκατο της περικοπείσας ποσότητας σε οικιακά φωτοβολταϊκά.

Οι συνέπειες, ωστόσο, είναι πραγματικές. Όσο περισσότερη δυνητική πράσινη παραγωγή περιορίζεται, τόσο μικρότερο είναι το όφελος από τις νέες εγκαταστάσεις και τόσο δυσκολότερα υποχωρεί η ανάγκη παραγωγής με εισαγόμενα καύσιμα.

Το ισοδύναμο των 77.000 σπιτιών και τα €40 εκατ.

Οι 306 εκατομμύρια κιλοβατώρες αποκτούν νόημα όταν συγκριθούν με την κατανάλωση ενός σπιτιού. Σύμφωνα με στοιχεία της ACER, το 2025 ο μέσος οικιακός πελάτης στην Κύπρο κατανάλωνε περίπου 3.969 κιλοβατώρες ετησίως. Η διαίρεση δίνει περίπου 77.100 νοικοκυριά. Αυτό είναι το ισοδύναμο ετήσιας κατανάλωσης της περικοπείσας ποσότητας – όχι υπόσχεση ότι θα μπορούσαν να ηλεκτροδοτηθούν τόσα σπίτια απευθείας, χωρίς μπαταρίες, κατάλληλες υποδομές και διαχείριση της ζήτησης.

Υπάρχει και χρηματική διάσταση. Με ενδεικτική τιμή αναφοράς 13,06 σεντ ανά κιλοβατώρα, η ίδια ποσότητα αποτιμάται σε περίπου €39,96 εκατομμύρια. Η τιμή προκύπτει από τη διαίρεση εγκεκριμένου κόστους προμήθειας περίπου €736,7 εκατομμυρίων για το 2026 με την εθνική παραγωγή ηλεκτρισμού του 2025. Πρόκειται για υπολογιστική προσέγγιση, όχι για τιμή πώλησης της συγκεκριμένης ενέργειας ή επίσημη καταγραφή ζημιάς €40 εκατομμυρίων. Για να υπολογιστεί το πραγματικό οικονομικό όφελος θα απαιτούνταν στοιχεία ανά ώρα, για το καύσιμο και τα δικαιώματα εκπομπών που πράγματι θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

Το συμπέρασμα παραμένει σοβαρό ακόμη και χωρίς υπερβολές: η κλίμακα των περικοπών αντιστοιχεί σε ηλεκτρισμό για δεκάδες χιλιάδες σπίτια, ενώ σημαντικές επενδύσεις σε καθαρή παραγωγή δεν αποδίδουν όση ενέργεια θα μπορούσαν.

Τρίτοι στην εξάρτηση, πρώτοι στο πετρέλαιο

Το πρόβλημα αποκτά άλλη βαρύτητα όταν εξεταστεί μαζί με τις ευρωπαϊκές ενεργειακές συγκρίσεις. Η Eurostat κατατάσσει την Κύπρο τρίτη στην ΕΕ για το 2024 ως προς την εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας: 88%, πίσω από τη Μάλτα με 98% και το Λουξεμβούργο με 91%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος όρος ήταν 57%. Με απλά λόγια, ενώ η ΕΕ καλύπτει από εισαγωγές κάτι περισσότερο από τη μισή ενέργεια που χρησιμοποιεί, η Κύπρος καλύπτει σχεδόν τα εννέα δέκατα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύνθεση των εισαγωγών. Στην Κύπρο, το 96% αφορά πετρέλαιο και πετρελαιοειδή, έναντι 67% στην ΕΕ, ποσοστό που μας τοποθετεί στην πρώτη θέση αυτής της ειδικής κατάταξης. Τα πετρελαιοειδή αποτελούσαν επίσης το 86% της συνολικά διαθέσιμης ενέργειας στη χώρα το 2024. Οι δείκτες αυτοί αφορούν όλη την ενέργεια – μεταφορές, ηλεκτρισμό και άλλες χρήσεις – και δεν πρέπει να συγχέονται με το μερίδιο του πετρελαίου αποκλειστικά στην ηλεκτροπαραγωγή.

Η εξάρτηση αφήνει την οικονομία εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις των καυσίμων. Επηρεάζει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και μεταφορών και, μέσω αυτών, μπορεί να ασκήσει πίεση στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Δεν σημαίνει ότι κάθε μεταβολή του πετρελαίου μεταφέρεται αυτομάτως ή ισόποσα σε κάθε λογαριασμό. Δείχνει όμως γιατί η αύξηση της αξιοποιήσιμης εγχώριας παραγωγής έχει οικονομική σημασία.

Το κενό σε μπαταρίες, δίκτυο και διασύνδεση

Η αντίθεση γίνεται εντονότερη από ένα ακόμη στοιχείο: το 2025 οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 27,5% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρισμού στην Κύπρο, έναντι 49,9% στην ΕΕ, σύμφωνα με τη Eurostat. Η εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών, επομένως, δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Μάλιστα, κατά την Κομισιόν, η εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών αυξήθηκε κατά 14,6% το 2025, την ίδια χρονιά που εκτοξεύθηκαν οι περικοπές. Χρειάζονται μπαταρίες που αποθηκεύουν το μεσημεριανό πλεόνασμα για αργότερα, αναβάθμιση του δικτύου και κατανάλωση που προσαρμόζεται στις ώρες της διαθέσιμης παραγωγής.

Στην έκθεση του Ιουνίου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωνε ότι η Κύπρος δεν διέθετε λειτουργική δυναμικότητα αποθήκευσης ηλεκτρισμού χωρίς ορυκτά καύσιμα, παρά το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο και τις άδειες που είχαν εκδοθεί. Κατέγραφε επίσης σχέδιο επιχορηγήσεων €35 εκατομμυρίων για αποθήκευση σε συνδυασμό με ΑΠΕ, καθώς και επενδύσεις €97,1 εκατομμυρίων από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης για ενίσχυση της ενεργειακής μετάβασης. Η υλοποίηση, πάντως, είχε ακόμη δρόμο.

Καθυστερήσεις καταγράφονταν και στην ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector, για την οποία προβλέπεται ευρωπαϊκή χρηματοδότηση €658 εκατομμυρίων. Μια διασύνδεση θα μπορούσε να διευκολύνει τις ανταλλαγές ηλεκτρισμού και τη διαχείριση πλεονασμάτων, χωρίς να αποτελεί από μόνη της εγγύηση χαμηλότερων τιμών. Το ίδιο ισχύει για το φυσικό αέριο: θα διαφοροποιούσε το μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής, αλλά θα παρέμενε εισαγόμενο καύσιμο.

Τα μεγέθη συνθέτουν την ουσία του ενεργειακού αδιεξόδου. Η Κύπρος μπορεί να συνεχίσει να προσθέτει φωτοβολταϊκά, αλλά, όσο καθυστερούν οι υποδομές που επιτρέπουν να αξιοποιείται η παραγωγή τους, θα εξακολουθεί να περιορίζει εγχώριο ρεύμα και να στηρίζεται υπερβολικά στο πετρέλαιο.