Αναλύσεις

Δέκα χρόνια στην πρίζα της ακρίβειας

€406 περισσότερα για 3.500 κιλοβατώρες και €857 για 1.000 λίτρα πετρελαίου με φοροελάφρυνση μόλις €63,90 μπροστά στις ανατιμήσεις

Δέκα χρόνια μετά, τα κυπριακά νοικοκυριά χρειάζονται πολύ περισσότερα χρήματα για να αγοράσουν την ίδια ποσότητα ηλεκτρισμού και πετρελαίου θέρμανσης. Η κιλοβατώρα, που το πρώτο εξάμηνο του 2016 κόστιζε κατά μέσον όρο 15,27 σεντ, έφθασε το αντίστοιχο εξάμηνο του 2026 στα 26,88 σεντ, καταγράφοντας αύξηση 76%. Στο πετρέλαιο θέρμανσης, η εικόνα ακόμη πιο επιβαρυντική. Από τα 73,8 σεντ ανά λίτρο στα τέλη Οκτωβρίου του 2016, η τιμή έφθασε στο €1,595 την αντίστοιχη περίοδο του 2026, υπερδιπλασιάζοντας το κόστος προμήθειας.

Με απλά λόγια, μια ποσότητα 3.500 κιλοβατώρων αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου €406 περισσότερα, με βάση τις συγκρίσιμες εξαμηνιαίες τιμές. Αντίστοιχα, η αγορά 1.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης απαιτεί €857 περισσότερα απ’ όσα πριν από μια δεκαετία. Πρόκειται για υπολογισμούς με αμετάβλητη κατανάλωση, που αποτυπώνουν την επίδραση των τιμών και όχι πραγματικούς ετήσιους λογαριασμούς συγκεκριμένων οικογενειών.

Και ενώ το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να βαραίνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, η τελευταία κυβερνητική παρέμβαση στο πετρέλαιο θέρμανσης προσφέρει ελάφρυνση μόλις €63,90 για κάθε 1.000 λίτρα, εφόσον η φορολογική μείωση περάσει ολόκληρη στον καταναλωτή.

Η ακτινογραφία της περιόδου 2016–2026 αναδεικνύει ένα επίμονο οικονομικό πρόβλημα. Οι τιμές του ηλεκτρισμού έχουν μεν υποχωρήσει από την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, αλλά δεν επέστρεψαν στα επίπεδα του 2016. Παράλληλα, η Κύπρος εξακολουθεί να εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από τις εισαγωγές για τις ενεργειακές της ανάγκες, με τις καθυστερήσεις στις υποδομές να διατηρούν τη χώρα εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις.

Το ρεύμα έφθασε στα 37 σεντ και παραμένει 76% ακριβότερο

Η εξέλιξη της τιμής του ηλεκτρισμού αποτυπώνεται στην έκθεση της Eurostat για οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση από 2.500 έως 4.999 κιλοβατώρες, συμπεριλαμβανομένων φόρων και τελών.

Το πρώτο εξάμηνο του 2016, η μέση τιμή βρισκόταν στα 15,27 σεντ ανά κιλοβατώρα. Τρία χρόνια αργότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2019, είχε ήδη αυξηθεί στα 22,03 σεντ. Δηλαδή, προτού ακόμη ξεσπάσει η μεγάλη ενεργειακή κρίση του 2022, ο ηλεκτρισμός είχε ακριβύνει κατά 44,3% σε σύγκριση με το 2016.

Η ενεργειακή κρίση επιτάχυνε δραματικά τις ανατιμήσεις. Το πρώτο εξάμηνο του 2022 η τιμή έφθασε στα 26,07 σεντ, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2023 εκτινάχθηκε στα 37,39 σεντ. Σε σχέση με το 2016, η αύξηση άγγιξε τότε το 145%.

Ακολούθησε αποκλιμάκωση, με την τιμή να περιορίζεται στα 32,41 σεντ το πρώτο εξάμηνο του 2024, στα 29,32 σεντ το 2025 και στα 26,88 σεντ το 2026.

Η πτώση από την κορύφωση του 2023 φθάνει το 28,1%. Ωστόσο, η σημερινή τιμή παραμένει κατά 22% υψηλότερη ακόμη και από εκείνην του πρώτου εξαμήνου του 2019.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2016 αποτελούσε περίοδο σχετικά χαμηλών ενεργειακών τιμών. Η προηγούμενη δεκαετία είχε καταγράψει και υψηλότερες χρεώσεις, όπως τα 27,6 σεντ το πρώτο εξάμηνο του 2013. Συνεπώς, η πορεία των τιμών δεν υπήρξε συνεχώς ανοδική. Το ουσιαστικό εύρημα αφορά το μέγεθος της επιβάρυνσης σε σύγκριση με το 2016 και το γεγονός ότι η αποκλιμάκωση μετά το 2023 δεν επανέφερε το κόστος στα επίπεδα πριν από την πρόσφατη ενεργειακή κρίση.

Για τον καταναλωτή, πάντως, η διαπίστωση παραμένει απλή: η μείωση μιας ήδη πολύ υψηλής τιμής δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με φθηνό ρεύμα.

Από τα €738 στα €1.595 το γέμισμα της δεξαμενής

Ακόμη πιο εντυπωσιακή προκύπτει η διαφορά στο πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς τα νοικοκυριά ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες του νέου χειμώνα.

Σύμφωνα με την έκθεση του ευρωπαϊκού Weekly Oil Bulletin, στις 24 Οκτωβρίου 2016 η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης στην Κύπρο ανερχόταν στα €0,738 ανά λίτρο.

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 26 Οκτωβρίου 2026, η παγκύπρια μέση τιμή διαμορφωνόταν στα €1,595, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η πλατφόρμα CyFuel από το κρατικό Παρατηρητήριο Λιανικών Τιμών Καυσίμων.

Η σύγκριση των δύο καταγραφών, οι οποίες αφορούν σχεδόν την ίδια εβδομάδα του έτους, δείχνει αύξηση περίπου 116%. Πρόκειται για στιγμιότυπα λιανικών τιμών από δύο δημοσιευμένες εκθέσεις και όχι για σύγκριση ετήσιων μέσων όρων.

Στην πράξη, μια παραγγελία 500 λίτρων, που κόστιζε €369 το 2016, αντιστοιχεί σήμερα σε €797,50. Η επιβάρυνση φθάνει τα €428,50 για μία μόνο παραγγελία.

Για 1.000 λίτρα, ο λογαριασμός εκτοξεύεται από τα €738 στα €1.595, με διαφορά €857.

Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη για οικογένειες που χρησιμοποιούν συστηματικά κεντρική θέρμανση πετρελαίου, ιδιαίτερα σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, όπου οι ανάγκες θέρμανσης είναι μεγαλύτερες. Το πραγματικό κόστος κάθε χειμώνα εξαρτάται, βεβαίως, από τη διάρκεια χρήσης, τις καιρικές συνθήκες, τη θερμομόνωση και την ποσότητα καυσίμου που καταναλώνεται.

Η μεγάλη αύξηση δεν προέκυψε αποκλειστικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η νέα άνοδος των τιμών μέσα στο 2026 επιβάρυνε εκ νέου τους καταναλωτές. Χαρακτηριστικά, στις 19 Οκτωβρίου, πριν εφαρμοστεί η τελευταία φορολογική μείωση, η μέση τιμή του πετρελαίου θέρμανσης είχε φθάσει στα €1,682 ανά λίτρο, σύμφωνα με τα εβδομαδιαία ευρωπαϊκά στοιχεία.

Μείωση φόρου 6,39 σεντ μπροστά σε ανατιμήσεις 85,7 σεντ

Η κυβερνητική απάντηση στο αυξημένο κόστος θέρμανσης ήρθε με τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Η Βουλή ενέκρινε στις 22 Οκτωβρίου τη σχετική νομοθεσία, επισπεύδοντας την εφαρμογή του μέτρου από την 1η Νοεμβρίου στις 23 Οκτωβρίου 2026.

Ο ειδικός φόρος μειώθηκε από περίπου 7,4 σε 2,1 σεντ ανά λίτρο. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, η συνολική φορολογική ελάφρυνση, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, αντιστοιχεί σε 6,39 σεντ ανά λίτρο. Το μέτρο θα ισχύει μέχρι τις 30 Απριλίου 2027.

Τι σημαίνει, όμως, αυτή η μείωση για τον οικογενειακό προϋπολογισμό;

Σε μιαν αγορά 500 λίτρων, η εξοικονόμηση περιορίζεται στα €31,95. Για 1.000 λίτρα, φθάνει τα €63,90. Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι η μείωση μετακυλίεται πλήρως στην τελική τιμή.

Η σύγκριση με τη δεκαετή ανατίμηση αποτυπώνει την περιορισμένη έκταση της παρέμβασης. Ενώ το κόστος αγοράς 1.000 λίτρων είναι σήμερα €857 υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2016, η φορολογική ελάφρυνση της συγκεκριμένης περιόδου ανέρχεται σε μόλις €63,90.

Τα δύο ποσά μετρούν διαφορετικά πράγματα: το πρώτο τη μεταβολή της τιμής μέσα στη δεκαετία και το δεύτερο την επίδραση της πρόσφατης μείωσης φόρου. Παρ' όλα αυτά, η μεταξύ τους απόσταση εξηγεί γιατί το μέτρο δεν μπορεί από μόνο του να αντισταθμίσει το βάρος των αυξήσεων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι έλεγχοι στην αγορά. Στις 23 Οκτωβρίου, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή εξέτασε τις τιμές σε 290 πρατήρια παγκυπρίως. Στα 268, ποσοστό 92,4% εντοπίστηκε μείωση ίση ή μεγαλύτερη από τα 6,39 σεντ ανά λίτρο.

Στα υπόλοιπα 22 πρατήρια, η μείωση ήταν μικρότερη ή δεν καταγράφηκε καθόλου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι τιμές αυξήθηκαν.

Η φορολογική παρέμβαση έφερε έτσι μια μετρήσιμη, αλλά περιορισμένη ανακούφιση. Δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, την αιτία που κρατά τη θέρμανση ακριβή: το υψηλό κόστος του ίδιου του καυσίμου.

Ενεργειακή εξάρτηση 87,7% – Οι καθυστερήσεις που πληρώνει η Κύπρος

Πίσω από τις αυξήσεις βρίσκεται και ένα διαχρονικό μειονέκτημα της κυπριακής οικονομίας. Η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, χωρίς να έχει ολοκληρώσει κρίσιμες υποδομές που θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν το ενεργειακό της μείγμα.

Στην έκθεση χώρας του Ιουνίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ενεργειακή εξάρτηση τής Κύπρου από εισαγωγές στο 87,7% για το 2024, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το πετρέλαιο και τα πετρελαιοειδή αντιπροσώπευαν το 85,2% της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας το ίδιο έτος.

Αυτό σημαίνει ότι η κυπριακή οικονομία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου. Οι μεταβολές μεταφέρονται στο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού, στις μεταφορές και στη θέρμανση, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει, παράλληλα, τις σημαντικές καθυστερήσεις στο τερματικό εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Βασιλικό, καθώς και τις εκκρεμότητες στην ηλεκτρική διασύνδεση της Κύπρου με γειτονικές αγορές.

Η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αυξάνεται, αλλά δεν έχει ακόμη ανατρέψει τη συνολική εικόνα. Το 2025 οι ΑΠΕ κάλυψαν το 27,4% του ηλεκτρικού μείγματος, σύμφωνα με την ίδια έκθεση. Η ανάγκη για αποθήκευση ενέργειας και ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων παραμένει κρίσιμη, ώστε μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης πράσινης ενέργειας να μπορεί να αξιοποιείται αποτελεσματικά.

Δεν μπορεί κάθε αύξηση στον λογαριασμό του ηλεκτρισμού να αποδοθεί αποκλειστικά στην ενεργειακή εξάρτηση ή στις καθυστερήσεις των υποδομών. Για κάτι τέτοιο απαιτείται αναλυτική κατανομή του κόστους καυσίμων, παραγωγής, δικτύων και άλλων χρεώσεων.

Η διαπίστωση, όμως, είναι σαφής. Δέκα χρόνια μετά το 2016, η Κύπρος εξακολουθεί να στηρίζει μεγάλο μέρος της ενέργειάς της σε εισαγόμενα πετρελαιοειδή, ενώ οι μεγάλες επενδύσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν την έκθεσή της στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς παραμένουν ανολοκλήρωτες.

Οι κυβερνήσεις μπορούν να μειώνουν προσωρινά φόρους και να επιδοτούν λογαριασμούς. Όσο όμως η ενεργειακή εξάρτηση παραμένει τόσο υψηλή, τα νοικοκυριά θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκτεθειμένα στην επόμενη διεθνή ανατίμηση. Και κάθε νέα κρίση θα απειλεί να μετατρέψει ξανά τον λογαριασμό του ρεύματος και το γέμισμα της δεξαμενής σε δυσβάστακτο βάρος.