Άνχελα Ολγκίν: Διαμεσολάβηση ή διαχείριση του αδιεξόδου;
Η νέα επίσκεψη της Άνχελα Ολγκίν στην Κύπρο, ενδεχομένως η τελευταία πριν από τη λήξη της θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες ως Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, προσφέρεται για μια ουσιαστική αποτίμηση της διπλωματικής της αποστολής. Η παρουσία της στο νησί, σε μια περίοδο κατά την οποία η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού εξακολουθεί να βρίσκεται σε παρατεταμένη στασιμότητα, επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσον η προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών περιορίζεται στη διατήρηση ενός στοιχειώδους διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών ή δημιουργεί πραγματικές προϋποθέσεις για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ολγκίν έχει συμβάλει στη διατήρηση της διεθνούς κινητικότητας γύρω από το Κυπριακό. Έχει πραγματοποιήσει επαφές, έχει διευκολύνει συναντήσεις των δύο ηγετών, έχει συμμετάσχει στην προετοιμασία άτυπων διασκέψεων και έχει προωθήσει πρωτοβουλίες οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, η διπλωματική δραστηριότητα δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την πολιτική αποτελεσματικότητα. Και αυτό είναι το βασικό κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η αποστολή της.
Από καλές υπηρεσίες σε αναζήτηση πολιτικού αποτελέσματος
Η Ολγκίν διορίστηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2024, με εντολή του Γενικού Γραμματέα να ασκήσει τις καλές υπηρεσίες του και να διερευνήσει εάν υπήρχε κοινό έδαφος για την επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Επαναδιορίστηκε τον Μάιο του 2025, μετά την άτυπη διευρυμένη συνάντηση της Γενεύης, με αποστολή να συνεχίσει τις επαφές και να εισηγηθεί τα επόμενα βήματα.
Η εντολή της δεν ήταν να επιβάλει λύση ούτε να υποκαταστήσει την πολιτική βούληση των δύο πλευρών. Ήταν, όμως, να συμβάλει ενεργά στη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων για μια συνολική και βιώσιμη διευθέτηση, μέσα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Η προσωπική απεσταλμένη δεν διαθέτει εξουσία εξαναγκασμού, αλλά διαθέτει πολιτική και διπλωματική δυνατότητα παρέμβασης. Μπορεί να αναδεικνύει τις πραγματικές αιτίες του αδιεξόδου, να ζητά συγκεκριμένες δεσμεύσεις, να εισηγείται πρωτοβουλίες στον Γενικό Γραμματέα και να συμβάλλει στην ενεργοποίηση της διεθνούς κοινότητας.
Η αποστολή της, επομένως, δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσον αυτές οι συναντήσεις οδήγησαν σε συγκεκριμένη πολιτική πρόοδο.
ΜΟΕ και κίνδυνος διαχείρισης της διχοτόμησης
Η άτυπη συνάντηση της Γενεύης, τον Μάρτιο του 2025, δημιούργησε προσδοκίες για αναζωογόνηση της διαδικασίας. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν σε έξι πρωτοβουλίες οικοδόμησης εμπιστοσύνης: νέα σημεία διέλευσης, αποναρκοθέτηση, τεχνική επιτροπή για τη νεολαία, συνεργασία για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, φωτοβολταϊκό πάρκο στη νεκρή ζώνη και αποκατάσταση κοιμητηρίων.
Στη συνάντηση της Νέας Υόρκης, τον Ιούλιο του 2025, προστέθηκαν τέσσερις ακόμη πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων η ανταλλαγή πολιτιστικών αντικειμένων, η δημιουργία συμβουλευτικού μηχανισμού για την κοινωνία των πολιτών και η συνεργασία για την ποιότητα του αέρα και τη μικροπλαστική ρύπανση. Οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν αναμφίβολα θετική διάσταση. Η συνεργασία σε ζητήματα καθημερινότητας μπορεί να περιορίσει την καχυποψία, να ενισχύσει την επικοινωνία και να δημιουργήσει ένα καλύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε τα μέσα με τον τελικό σκοπό. Η διάνοιξη οδοφραγμάτων, η αποκατάσταση κοιμητηρίων και η περιβαλλοντική συνεργασία δεν απαντούν στα θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα του Κυπριακού. Δεν καθορίζουν τη μορφή του μελλοντικού κράτους, δεν επιλύουν το ζήτημα των εγγυήσεων και των ξένων στρατευμάτων, δεν διασφαλίζουν την πολιτική ισότητα και δεν διευθετούν τα ζητήματα εδαφικού και περιουσιακού.
Το γεγονός ότι μέχρι τον Ιούλιο του 2025 τέσσερις από τις έξι αρχικές πρωτοβουλίες είχαν προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό ήταν θετικό. Ωστόσο, η μεταγενέστερη αδυναμία προώθησης σημαντικών εκκρεμοτήτων, όπως τα νέα σημεία διέλευσης, αποδεικνύει τα όρια αυτής της προσέγγισης. Η Ολγκίν έχει υποστηρίξει ότι η υλοποίηση των ΜΟΕ αποτελεί ένδειξη πραγματικής πολιτικής βούλησης. Η θέση αυτή έχει λογική βάση. Εκείνο που χρειάζεται, όμως, είναι να μην καταλήξουν τα ΜΟΕ σε αυτοσκοπό και άλλοθι για τη διαιώνιση της διαπραγματευτικής στασιμότητας.
Το Κυπριακό δεν μπορεί να μετατραπεί σε μια διαδικασία διαρκούς διαχείρισης της υφιστάμενης κατάστασης, με μικρές διευθετήσεις που δεν αμφισβητούν τις πολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις όσων επιθυμούν τη διατήρησή της.
Εξίσωση ευθυνών και παράλειψη του τουρκικού παράγοντα
Το σοβαρότερο σημείο προβληματισμού αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Ολγκίν προσεγγίζει την ευθύνη των δύο πλευρών για τη μη επανέναρξη των συνομιλιών. Η απεσταλμένη επιλέγει συχνά να απευθύνει εκκλήσεις και προς τους δύο ηγέτες για πολιτική βούληση, ευελιξία και συμβιβασμούς. Η διπλωματική ισορροπία είναι κατανοητή. Δεν μπορεί, όμως, να οδηγεί σε εξίσωση διαφορετικών πολιτικών θέσεων και διαφορετικών βαθμών ευθύνης.
Η Τουρκία δεν αποτελεί έναν ουδέτερο εξωτερικό παρατηρητή. Είναι εγγυήτρια δύναμη, διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και ασκεί καθοριστική πολιτική, στρατιωτική και οικονομική επιρροή στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η πολιτική της Άγκυρας είναι, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος του προβλήματος. Η επανειλημμένη υποστήριξη της λύσης δύο κρατών και της λεγόμενης κυριαρχικής ισότητας βρίσκεται σε αντίθεση με το πλαίσιο λύσης που προβλέπουν τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Εδώ ακριβώς απαιτείται μεγαλύτερη διπλωματική αποφασιστικότητα από την προσωπική απεσταλμένη. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι οι δύο κοινοτικοί ηγέτες δεν συμφωνούν. Χρειάζεται να εξετάζεται ποια είναι η πολιτική που διαμορφώνει και συντηρεί αυτή τη διαφωνία και ποιος διαθέτει την πραγματική δυνατότητα να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία έχει τη δική της πολιτική νομιμοποίηση και ευθύνη. Ωστόσο, η Άγκυρα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε κρίσιμες παραμέτρους της λύσης. Εάν δεν υπάρξει ουσιαστική μεταβολή της τουρκικής στάσης, οι προοπτικές επίτευξης συμφωνίας θα παραμείνουν περιορισμένες.
Η Ολγκίν οφείλει να αξιοποιήσει περισσότερο τις επαφές της με την τουρκική κυβέρνηση, ζητώντας σαφή τοποθέτηση ως προς την αποδοχή του συμφωνημένου πλαισίου και τη δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Η αντικειμενικότητα δεν σημαίνει ίσες αποστάσεις από όλους ανεξαρτήτως συμπεριφοράς. Σημαίνει αξιολόγηση των γεγονότων και των ευθυνών στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων.
Το διαπραγματευτικό κεκτημένο δεν πρέπει να χαθεί
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανακοίνωση της Ολγκίν, τον Σεπτέμβριο του 2026, ότι τα Ηνωμένα Έθνη ολοκλήρωσαν την καταγραφή των συγκλίσεων, των σχεδόν συγκλίσεων και των αποκλίσεων που προέκυψαν από τα έγγραφα των διαπραγματεύσεων της περιόδου 2015-2017. Πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο, το οποίο θα μπορούσε να διευκολύνει ουσιαστικά την επανέναρξη των συνομιλιών. Η εμπειρία του Κραν Μοντανά δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα αποτυχημένο επεισόδιο που διαγράφεται από τη διαπραγματευτική ιστορία.
Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη και ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας Μουσταφά Ακιντζί αποτελούν σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο. Η αξιοποίησή τους μπορεί να περιορίσει τις πιθανότητες επανάληψης μιας μακράς διαδικασίας από μηδενική βάση. Απαιτείται, ωστόσο, διαφάνεια ως προς το περιεχόμενο και την αποτύπωσή τους. Καμία πλευρά δεν πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επαναφέρει μονομερώς ζητήματα που είχαν ουσιαστικά συμφωνηθεί ή να παρουσιάζει τις προηγούμενες συγκλίσεις με τρόπο που εξυπηρετεί τις σημερινές πολιτικές της επιδιώξεις. Η Ολγκίν θα πρέπει να διασφαλίσει ότι το διαπραγματευτικό κεκτημένο θα απυοτελέσει κοινό σημείο αναφοράς και όχι αντικείμενο νέας αντιπαράθεσης.
Η μεθοδολογία δεν πρέπει να γίνει άλλοθι νέας αναβολής
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η συμφωνία για τη μεθοδολογία των μελλοντικών συνομιλιών. Η Ολγκίν ορθώς επισημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις χρειάζονται σαφείς κανόνες, διαδικασίες και αρχές. Η εμπειρία των προηγούμενων προσπαθειών αποδεικνύει ότι η απουσία κοινής αντίληψης για τον τρόπο διεξαγωγής τους μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο αδιέξοδο. Ωστόσο, η μεθοδολογία δεν μπορεί να μετατραπεί σε ακόμη ένα προαπαιτούμενο που θα καθυστερεί την ουσία.
Χρειάζεται σαφής συμφωνία ότι οι συνομιλίες θα διεξαχθούν στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, ότι θα αξιοποιηθούν οι προηγούμενες συγκλίσεις και ότι όλα τα εκκρεμή ζητήματα θα τεθούν στο τραπέζι χωρίς αποκλεισμούς. Η συμφωνία επί των κανόνων δεν προϋποθέτει συμφωνία επί του τελικού αποτελέσματος. Προϋποθέτει, όμως, κοινή αποδοχή του πλαισίου μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η λύση.
Ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Η δυνατότητα απευθείας επικοινωνίας με τον Νίκο Χριστοδουλίδη και η επαναδραστηριοποίηση των συναντήσεων των δύο ηγετών αποτελούν θετικές εξελίξεις. Ωστόσο, η αλλαγή προσώπου στην τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν σημαίνει αυτομάτως αλλαγή της τουρκικής στρατηγικής. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η Ολγκίν. Να αξιοποιήσει το ενδεχόμενο δημιουργίας κοινού εδάφους μεταξύ των δύο ηγετών, χωρίς να παραγνωρίζει ότι η Άγκυρα παραμένει καθοριστικός παράγοντας.
Η προγραμματισμένη νέα τριμερής συνάντηση πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για συγκεκριμένες αποφάσεις και όχι απλώς ακόμη μία διπλωματική φωτογραφία. Η επιτυχία της θα κριθεί από το κατά πόσον θα δημιουργήσει σαφές πλαίσιο για την επόμενη διευρυμένη διάσκεψη και την επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.
Τι πρέπει να αλλάξει στην προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών
Η αποστολή της Ολγκίν θα μπορούσε να αποκτήσει σαφέστερο πολιτικό προσανατολισμό μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες.
Πρώτον, να ζητηθεί σαφής επιβεβαίωση από τις δύο πλευρές και την Τουρκία ότι αποδέχονται το πλαίσιο των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Δεύτερον, να ενισχυθεί η απευθείας διπλωματική εμπλοκή της Άγκυρας, διότι χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της δεν μπορεί να υπάρξει συνολική διευθέτηση.
Τρίτον, να αξιοποιηθεί αμέσως το διαπραγματευτικό κεκτημένο του 2015-2017 και να καθοριστεί συγκεκριμένος οδικός χάρτης επανέναρξης των συνομιλιών.
Τέταρτον, να συνεχιστούν τα ΜΟΕ χωρίς να αποτελούν προϋπόθεση ή δικαιολογία αναβολής της πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Πέμπτον, ο Γενικός Γραμματέας να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, αξιοποιώντας την πολιτική βαρύτητα του αξιώματός του και τη δυνατότητα σύγκλησης νέας διευρυμένης διάσκεψης.
Τέλος, να υπάρχει σαφής καταγραφή των δεσμεύσεων και των αποτελεσμάτων κάθε πλευράς, ώστε η διεθνής κοινότητα να γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται η διαδικασία και ποια εμπόδια εξακολουθούν να παραμένουν.
Η ιστορική ευθύνη της διεθνούς διαμεσολάβησης
Η αποτίμηση της αποστολής της Άνχελα Ολγκίν δεν μπορεί να είναι ούτε μηδενιστική ούτε άκριτα θετική. Η ίδια συνέβαλε στη διατήρηση της διπλωματικής κινητικότητας, στη διοργάνωση συναντήσεων και στην προώθηση πρωτοβουλιών συνεργασίας. Αυτά είναι υπαρκτά αποτελέσματα. Από την άλλη, η ουσιαστική διαπραγματευτική διαδικασία δεν έχει επαναρχίσει και οι θεμελιώδεις πολιτικές διαφορές παραμένουν.
Συμπερασματικά, η Ολγκίν έχει μπροστά της μια τελευταία σημαντική ευκαιρία να προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στην αποστολή της. Να μετακινηθεί από την απλή διευκόλυνση των επαφών στην ενεργότερη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης διαπραγματευτικής προοπτικής. Να καταστήσει σαφές ότι η Τουρκία δεν μπορεί να παραμένει εκτός της συζήτησης για τις πραγματικές αιτίες του αδιεξόδου. Και να διασφαλίσει ότι οι προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών δεν θα εξαντληθούν στη διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης. Γιατί, τελικά, το Κυπριακό δεν χρειάζεται απλώς έναν ακόμη διαμεσολαβητή που θα οργανώνει συναντήσεις. Χρειάζεται μια διεθνή διαμεσολάβηση με σαφή πολιτικό προσανατολισμό, συνέπεια, αντικειμενικότητα και αποφασιστικότητα. Η μεγαλύτερη αποτυχία δεν θα ήταν να μην πραγματοποιηθεί ακόμη μία συνάντηση. Θα ήταν να συνεχιστούν οι συναντήσεις, χωρίς να πλησιάζει ούτε κατά ένα βήμα η προοπτική λύσης.
*Πανεπιστημιακός Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης