H κρίση των πυραύλων της Κούβας και η Τουρκία
Σε σχέση με την Τουρκία, η κρίσις του 1962, πέραν του ότι έθεσε σε πυρηνικό κίνδυνο την ύπαρξη της ίδιας της χώρας, απετέλεσε ένα κρίσιμο τεστ για τα όρια και τις αντοχές των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων
Ο Οκτώβριος είθισται να φέρνει στη μνήμη των διεθνολόγων την κρίση των πυραύλων της Κούβας του 1962. Εκείνο το γεγονός υπήρξε η πιο κρίσιμη στιγμή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ενώσεως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η οποία έφερε τις δύο υπερδυνάμεις στο όριο του πυρηνικού πολέμου. Αιτία της κρίσεως απετέλεσε η εγκατάστασις σοβιετικών πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές στην Κούβα, ως απάντησις στην εγκατάσταση αμερικανικών πυρηνικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς Juppiter PGM-19 στην Τουρκία (έξω από τη Σμύρνη) και την Ιταλία. Η κρίσις διήρκεσε 13 ημέρες. Άρχισε στις 16 Οκτωβρίου και τερματίστηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1962, όταν ο Σοβιετικός ηγέτης, Νικίτα Χρουστσώφ, ανεκοίνωσε ότι η εγκατάστασις πυραύλων στην Κούβα θα σταματούσε και οι πύραυλοι θα επέστρεφαν στην ΕΣΣΔ. Σε αντάλλαγμα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζον Κένεντι δεσμεύτηκε πως οι ΗΠΑ δεν θα εισέβαλλαν στην Κούβα, ενώ, παράλληλα, απεδέχθη μυστικώς την απομάκρυνση των αμερικανικών πυραύλων από την Τουρκία και την Ιταλία.
Σε σχέση με την Τουρκία, η κρίσις του 1962, πέραν του ότι έθεσε σε πυρηνικό κίνδυνο την ύπαρξη της ίδιας της χώρας, απετέλεσε ένα κρίσιμο τεστ για τα όρια και τις αντοχές των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων. Σε επίπεδο θεωρίας των διεθνών σχέσεων, παραμένει ένα κλασικό παράδειγμα για το κόστος και τους κινδύνους που ενυπάρχουν για το μικρότερο και πιο αδύναμο κράτος σε μία συμμαχία με ένα μεγαλύτερο και πιο ισχυρό κράτος, αφού ο ηγεμονισμός εκδηλώνεται και μεταξύ συμμάχων και όχι μόνο μεταξύ αντιπάλων.
Όταν το 1959 η Τουρκία προσέφερε με ενθουσιασμό το έδαφός της, στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, για να εγκατασταθούν οι πύραυλοι Juppiter, υπελόγισε ότι θα απεκόμιζε δύο στρατηγικά οφέλη: Πρώτον, ότι θα μεγιστοποιούσε τους συντελεστές ισχύος της έναντι της ΕΣΣΔ (υπενθυμίζεται ότι η Τουρκία από το 1952 είχε γίνει μέλος του ΝΑΤΟ) και δεύτερον, ότι ο γεωστρατηγικός ρόλος της χώρας θα ανεβαθμίζετο στον στρατηγικό
σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, σε βαθμό που η τουρκική κυβέρνησις πίστευε ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ θα ελάμβαναν τον χαρακτήρα γεωστρατηγικής εξαρτήσεως από την Τουρκία.
Οι Τούρκοι δικαιολογώντας την εγκατάσταση των πυραύλων προέβαλαν ως επιχείρημα τον σοβιετικό κίνδυνο, τις κοινές αξίες του Δυτικού κόσμου στον Ψυχρό Πόλεμο και τη συμβατική υποχρέωση των ΗΠΑ να ενισχύσουν την άμυνα των συμμάχων τους έναντι της ΕΣΣΔ.
Αν και ο Τζον Κένεντι ήθελε να αποφύγει την πυρηνική σύγκρουση με την ΕΣΣΔ, όπως άλλωστε και ο Χρουστσώφ, όταν άρχισε η κρίσις βρέθηκε σε ένα επώδυνο δίλημμα: Είτε να υποχωρήσει παίρνοντας τους πυραύλους από την Τουρκία είτε να ρισκάρει ένα θερμό πυρηνικό επεισόδιο με καταστροφικές συνέπειες. Το δίλημμα προέκυψε λόγω της επιστολής που του απέστειλε ο Χρουστσώφ, διασυνδέοντας την άρση των σοβιετικών πυραύλων από την Κούβα με την άρση των αμερικανικών πυραύλων από την Τουρκία. Έτσι, στην αρχή ζήτησε από τους συμβούλους του να γίνει διαπραγμάτευσις με την Τουρκία, προκειμένου η τουρκική κυβέρνησις να ζητήσει η ίδια την απομάκρυνση των πυραύλων από το έδαφός της, για να πάρει αρνητική απάντηση με την κατηγορηματική επισήμανση ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει θερμό επεισόδιο με την ΕΣΣΔ.
Σε αυτό το σημείο, ο Κένεντι αισθανόταν εγκλωβισμένος διότι αν προχωρούσε σε μονομερή απόφαση για απομάκρυνση των πυραύλων από την Τουρκία αυτό θα σήμαινε ήττα από τους Σοβιετικούς και ταυτοχρόνως θα έμενε εκτεθειμένος στους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους, αφού θα έδειχνε ότι εγκατέλειπε την Τουρκία έναντι της σοβιετικής απειλής.
Η πρώτη διέξοδος δόθηκε στον Κένεντι όταν η μυστική διπλωματία που ανέπτυξε, εκείνες τις 13 μέρες του Οκτωβρίου, απέδωσε στο να πείσει τον Χρουστσώφ να στείλει μία νέα επιστολή, στις 28 Οκτωβρίου, στην οποία να μη γίνεται ρητή αναφορά στους πυραύλους που ήταν στην Τουρκία. Η αποδοχή της επιστολής εκείνης σήμανε και το τέλος της κρίσεως.
Το πρόβλημα τώρα ήταν πώς θα έπειθαν την Τουρκία να αποδεχθεί την απομάκρυνση των Jupiter από το έδαφός της. Η τουρκική κυβέρνησις, βεβαίως, δεν γνώριζε για τη μυστική συμφωνία του Κένεντι με τον Χρουστσώφ. Τελικώς, οι Αμερικανοί επέλεξαν να επιλύσουν το πρόβλημα εντός του ΝΑΤΟ. Έκαναν δηλαδή εισήγηση να αντικατασταθούν οι Jupiter, οι οποίοι ήταν παλαιάς τεχνολογίας, με το σύστημα UGM-27 Polaris, με το οποίο οι πύραυλοι εκτοξεύοντο από υποβρύχια. Αυτό σήμαινε ότι δεν θα χρειάζοντο πλέον χερσαίες βάσεις στην Τουρκία για τους πυρηνικούς πυραύλους. Έτσι, ΗΠΑ και Τουρκία συμφώνησαν, στις 17 Φεβρουαρίου 1963, να γίνει η αντικατάστασις και στις 25 Απριλίου ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Μακναμάρα, ενημέρωσε τον Κένεντι ότι η αποστολή εξετελέσθη! Πέρασε βέβαια καιρός μέχρι να αποκαλυφθεί ότι οι Αμερικανοί εξαπάτησαν τους Τούρκους.
Σήμερα, περισσότερο από έξι δεκαετίες μετά, η ιστορία αυτή καταδεικνύει ότι η γεωστρατηγική θέσις της Τουρκίας συνέβαλε τα μέγιστα στην έκρηξη της κρίσεως μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Στο τέλος όμως οι ΗΠΑ διαπραγματεύτηκαν τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση της τουρκικής κυβερνήσεως.
Συνεπώς, μία συμφωνία μεταξύ των υπερδυνάμεων, μπορεί να αποβεί μειονέκτημα για τα μικρά κράτη. Η απομάκρυνσις των πυραύλων μείωσε τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας και, ως εκ τούτου, τη διαπραγματευτική της ικανότητα σε σχέση με τις ΗΠΑ. Έτσι, την επόμενη φορά που η Τουρκία θα ευρίσκετο σε αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ, οι Αμερικανοί φρόντισαν να υπενθυμίσουν στους Τούρκους ότι, όταν υπάρχει αντιπαράθεσις συμφερόντων μεταξύ ημών και υμών, τότε υπερτερούν τα ημέτερα συμφέροντα. Αυτό ακριβώς έγινε με την επιστολή του Λίντον Τζόνσον προς Ινονού το 1964, για να αποτρέψει τουρκική εισβολή στην Κύπρο.