Διεθνή

Τέλος εποχής στο Ιράκ: Οι ΗΠΑ αποχωρούν, το Ιράν ενισχύει την επιρροή του

Η αποχώρηση αποτελεί το τέλος μιας στρατιωτικής παρουσίας που ξεκίνησε με την εισβολή του 2003 και πέρασε από διαφορετικές φάσεις, από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν έως την επιστροφή των αμερικανικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους

Η αμερικανική σημαία υποστέλλεται από την τελευταία μεγάλη στρατιωτική Bάση των ΗΠΑ στο Ιράκ και μαζί της κλείνει ένας κύκλος αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στη χώρα. Η αποχώρηση σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη Βαγδάτη, η οποία καλείται πλέον να αντιμετωπίσει χωρίς την άμεση παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων τις απειλές που εξακολουθούν να καθορίζουν την ασφάλειά της.

Η ιστορία της αμερικανικής εμπλοκής στο Ιράκ περιλαμβάνει δύο διαφορετικές αποχωρήσεις και μια επιστροφή. Οι αμερικανικές δυνάμεις αποχώρησαν το 2011, αλλά επέστρεψαν τρία χρόνια αργότερα, όταν το ISIS κατέλαβε μεγάλες περιοχές του Ιράκ και της Συρίας. Χιλιάδες αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές συνέβαλαν στην ήττα των μαχητών, ενώ η αμερικανική παρουσία συνεχίστηκε με

διαφορετικό πλέον ρόλο.

Σήμερα, καθώς η απειλή του ISIS έχει περιοριστεί σημαντικά, το επίκεντρο μετατοπίζεται. Η μεγάλη πρόκληση για το Ιράκ είναι πλέον η ικανότητα του κράτους να ελέγξει τις ένοπλες ομάδες που παραμένουν ισχυρές, διαθέτουν σημαντικό οπλοστάσιο και διατηρούν πολιτική επιρροή.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η αυξανόμενη επιρροή του Ιράν, μέσω πολιτικών συμμάχων και φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών. Η αμερικανική αποχώρηση αλλάζει έτσι τα δεδομένα σε μια χώρα όπου η μάχη κατά του ISIS έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο και η επόμενη μεγάλη δοκιμασία αφορά τον ίδιο τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας.

Τι αφήνουν πίσω οι Αμερικανοί

Μετά από περισσότερα από 23 χρόνια και με κόστος εκατοντάδων

δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι ΗΠΑ ολοκληρώνουν την αποχώρησή τους από το Ιράκ, κλείνοντας την τελευταία μεγάλη αμερικανική στρατιωτική Bάση. Η αποχώρηση αποτελεί το τέλος μιας στρατιωτικής παρουσίας που ξεκίνησε με την εισβολή του 2003 και πέρασε από διαφορετικές φάσεις, από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν έως την επιστροφή των αμερικανικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.

Ο Τραμπ είχε δηλώσει τον Ιούλιο, κατά την επίσκεψη του Ιρακινού

Πρωθυπουργού Αλί αλ-Ζαΐντι στον Λευκό Οίκο, ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούν πλέον απαραίτητη την παρουσία στρατευμάτων στο Ιράκ. Η αποχώρηση βασίζεται στη συμφωνία που είχε επιτευχθεί το 2024 μεταξύ Ουάσιγκτον και Βαγδάτης, επί κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν, για τον τερματισμό της στρατιωτικής αποστολής του υπό τις ΗΠΑ συνασπισμού.

Οι τελευταίες αμερικανικές δυνάμεις μετακινούνται προς την Ιορδανία, όπου θα συνεχιστεί η αποστολή κατά του Ισλαμικού Κράτους. Το Πεντάγωνο έχει περιγράψει την εξέλιξη ως μετάβαση από μια αποστολή συνασπισμού σε μια επιχείρηση ασφαλείας υπό ιρακινή ηγεσία. Η κύρια ευθύνη για τις εναπομείνασες προκλήσεις ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των υπολειμμάτων του ISIS και των πολιτοφυλακών που συνδέονται με το Ιράν, περνά πλέον στην ιρακινή

κυβέρνηση.

Η αμερικανική παρουσία είχε ήδη αλλάξει χαρακτήρα τα τελευταία χρόνια. Οι δυνάμεις των ΗΠΑ δεν επιχειρούσαν πλέον κυρίως μαζί με τις ιρακινές μονάδες, αλλά παρείχαν εκπαίδευση, συμβουλές και πληροφορίες, με τις ιρακινές δυνάμεις να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος των αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων.

Παράλληλα, η υποδομή της επιχείρησης μεταφέρθηκε στην Ιορδανία,

επιτρέποντας την αποχώρηση προσωπικού και εξοπλισμού από το Ιράκ.

Η αποχώρηση αφήνει πίσω της μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις ασφαλείας. Η απειλή του ISIS έχει μειωθεί σημαντικά, με την Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών των ΗΠΑ να εκτιμά ότι η οργάνωση παραμένει σοβαρά αποδυναμωμένη. Την ίδια ώρα, όμως, ισχυρές φιλοϊρανικές ένοπλες ομάδες εξακολουθούν να διαθέτουν ρουκέτες, πυραύλους, drones και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συστήματα αεράμυνας.

Η αποχώρηση συμπίπτει με μια προσπάθεια της κυβέρνησης της Βαγδάτης να περιορίσει τη δύναμη των πολιτοφυλακών και να θέσει τα όπλα τους υπό κρατικό έλεγχο. Ο Ζαΐντι είχε συνδέσει την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων με την ανάγκη να πάψει να υπάρχει η επίκληση της ξένης στρατιωτικής παρουσίας ως λόγος για τη διατήρηση ένοπλων ομάδων εκτός του επίσημου κρατικού μηχανισμού. Ωστόσο, αρκετές οργανώσεις αντιστάθηκαν στις εκκλήσεις για αφοπλισμό.

Η αρχική προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2027. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προβλέπει μια περίοδο διαπραγματεύσεων, κατά την οποία οι ένοπλες ομάδες θα σταματήσουν τις επιθέσεις και στη συνέχεια θα παραδώσουν σταδιακά τα όπλα τους ή θα ενταχθούν υπό κρατικό έλεγχο. Ορισμένες ομάδες δήλωσαν ότι συνεργάζονται, ενώ άλλες ξεκαθάρισαν ότι δεν προτίθενται να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

Η ισορροπία γέρνει προς το Ιράν

Την ίδια ώρα, η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων μεταβάλλει την ισορροπία ισχύος στο Ιράκ, την ώρα που το Ιράν έχει ενισχύσει την επιρροή του μέσα από πολιτικούς συμμάχους και ένοπλες οργανώσεις. Η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003 δημιούργησε ένα κενό που επέτρεψε στην Τεχεράνη να επεκτείνει την επιρροή της σε μια χώρα με κατά πλειονότητα σιιτικό πληθυσμό.

Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης βοήθησε στη συγκρότηση ένοπλων ομάδων που επιτέθηκαν στις αμερικανικές δυνάμεις με στόχο να τις απομακρύνουν από το Ιράκ. Έγγραφα αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, που αποχαρακτηρίστηκαν, αναφέρουν ότι το IRGC έστειλε ρουκέτες, εκρηκτικά και άλλο οπλισμό στις πολιτοφυλακές και έστειλε στελέχη του για να τις εκπαιδεύσουν.

Μετά την επιστροφή των αμερικανικών στρατευμάτων το 2014 για την

αντιμετώπιση του ISIS, οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές είχαν ήδη εδραιωθεί. Ορισμένες από αυτές απορροφήθηκαν στο πολιτικό σύστημα μετά τη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους, συγκροτώντας πολιτικά κόμματα που απέκτησαν λόγο στην επιλογή του πρωθυπουργού. Μέλη πολιτοφυλακών ανέλαβαν επίσης

επιρροή σε κρατικούς θεσμούς.

Οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης, που δημιουργήθηκαν ως ομπρέλα για την αντιμετώπιση του ISIS, βρίσκονται στη μισθοδοσία του ιρακινού στρατού, ενώ αναλυτές τις περιγράφουν ως δυνάμεις που λειτουργούν ως ιρανικοί πληρεξούσιοι. Οι πηγές αναφέρουν ότι αριθμούν περισσότερους από 200.000 άνδρες και έχουν στη διάθεσή τους drones και πυραύλους.

Η ιρανική επιρροή είναι εμφανής και στην πολιτική ζωή. Ο Ζαΐντι επιλέχθηκε ως πρωθυπουργός ύστερα από συμβιβασμό και προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε ανταγωνιστικά συμφέροντα. Η πολιτική του για τον αφοπλισμό ορισμένων ένοπλων ομάδων έχει οδηγήσει κάποιες από αυτές να επιδιώκουν συνεργασία με την κυβέρνηση, μεταξύ άλλων με την προσδοκία άρσης

κυρώσεων.

Παράλληλα, η αμερικανική αποχώρηση παρουσιάζεται από το Ιράν ως νίκη. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ δήλωσε κατά την επίσκεψή του στη Βαγδάτη ότι «το μέτωπο της αντίστασης» είναι αυτό που επικρατεί. Την ίδια ώρα, η αποχώρηση των ΗΠΑ δεν εξαλείφει όλες τις πιέσεις προς την Τεχεράνη, καθώς η συμπεριφορά του Ιράν στην περιοχή έχει δημιουργήσει και νέες αντιπαραθέσεις και συμμαχίες.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική αποχώρηση αφαιρεί από τη Βαγδάτη ένα σημαντικό εργαλείο πίεσης προς τις ένοπλες οργανώσεις, ενώ η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ασκεί πίεση μέσω διπλωματικών διαύλων και έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο κυρώσεων και οικονομικών μέτρων. Το επόμενο διάστημα, η κυβέρνηση του Ιράκ καλείται να διαχειριστεί τις διαπραγματεύσεις με τις πολιτοφυλακές σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ κράτους και ένοπλων ομάδων παραμένουν στενά συνδεδεμένες.

Η απειλή παραμένει

Παρά το τέλος της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής, η απειλή ασφαλείας στο Ιράκ δεν εξαφανίζεται.

Η ολοκλήρωση της αποχώρησης πραγματοποιείται σε διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που υπήρχε όταν συμφωνήθηκε το χρονοδιάγραμμα. Η συμφωνία του 2024 είχε βασιστεί στην εκτίμηση ότι οι ιρακινές δυνάμεις ήταν ολοένα και περισσότερο ικανές να αντιμετωπίσουν το ISIS. Στο μεταξύ, όμως, ξέσπασε απευθείας σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές

πραγματοποίησαν εκατοντάδες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατευμάτων και διπλωματικών εγκαταστάσεων στο Ιράκ.

Η ασφάλεια εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις δυνατότητες των ένοπλων ομάδων. Η Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών έχει καταγράψει ότι οι πολιτοφυλακές διαθέτουν πυραύλους, drones και άλλα οπλικά συστήματα.

Παράλληλα, το Ιράν έχει επικεντρώσει μέρος της δράσης του σε μικρότερες ομάδες και κύτταρα εκτός των μεγαλύτερων δικτύων πολιτοφυλακών, γεγονός που, σύμφωνα με Ιρακινούς αξιωματούχους, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη διαδικασία ελέγχου και αφοπλισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Asa’ib Ahl al-Haq, η οποία παρέδωσε μέρος του οπλοστασίου της, ενώ σύμφωνα με Ιρακινό αξιωματούχο περίπου το μισό από το εκτιμώμενο οπλοστάσιό της δεν παραδόθηκε, με την εξήγηση ότι είχε περάσει σε αποστάτες που δημιούργησαν νέα πολιτοφυλακή. Άλλες

οργανώσεις, όπως οι Ταξιαρχίες Sayyid al-Shuhada και το Κίνημα Nujaba, έχουν δηλώσει ότι δεν θα παραδώσουν τα όπλα τους χωρίς να ικανοποιηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τις Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης σε κρατικό θεσμό ασφαλείας και να μειώσει σταδιακά τον πολιτικό τους χαρακτήρα.

Προβλέπεται η αναδιοργάνωση των μαχητών σε υφιστάμενες ταξιαρχίες, η αποχώρηση παλαιότερων διοικητών και η δημιουργία νέας διεύθυνσης για την παρακολούθηση της ενσωμάτωσης. Η εφαρμογή του σχεδίου αναμένεται να αρχίσει τον Ιανουάριο του 2027.

Ωστόσο, αναλυτές εξηγούν ότι η διαδικασία παραμένει αβέβαιη. Ορισμένοι εκτιμούν ότι οι ένοπλες ομάδες μπορεί να προσαρμοστούν και να επανατοποθετηθούν αντί να αφοπλιστούν πραγματικά, διατηρώντας όπλα σε αποθήκες που ελέγχουν, μεταφέροντάς τα σε συνδεδεμένες μονάδες ή εντάσσοντάς τα τυπικά στη δομή

των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης χωρίς ουσιαστικό κρατικό έλεγχο.

Η κατάσταση ασφαλείας επηρεάζεται επίσης από την απομάκρυνση

αμερικανικών συστημάτων αεράμυνας, συμπεριλαμβανομένων Patriot και C- RAM, από την περιοχή του Κουρδιστάν. Παράλληλα, επιθέσεις με drones έχουν καταγραφεί σε εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές, ενώ οι ΗΠΑ εξακολουθούν να θεωρούν τις φιλοϊρανικές ομάδες πιθανή απειλή για προσωπικό και εγκαταστάσεις τους στην περιοχή.

Έτσι, η αμερικανική αποχώρηση ολοκληρώνεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η απειλή που οδήγησε την Ουάσιγκτον να επιστρέψει στο Ιράκ, το ISIS, έχει περιοριστεί, ενώ η προσπάθεια της Βαγδάτης να ελέγξει τις ένοπλες ομάδες που έχουν στοχοποιήσει τις αμερικανικές δυνάμεις παραμένει ανολοκλήρωτη. Η κυβέρνηση του Ιράκ θα πρέπει πλέον να διαχειριστεί μόνη της το μετα-

αμερικανικό περιβάλλον, ενώ η μακροπρόθεσμη εξέλιξη της διαδικασίας αφοπλισμού θα εξαρτηθεί από τη μελλοντική οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη του Ιράν και από την ικανότητα της Βαγδάτης να επιβάλει τον κρατικό έλεγχο.