GSI: Οι επιδιώξεις της Άγκυρας και η όδευση του καλωδίου
Παπαναστασίου για GSI: Η Τουρκία θέλει την Κύπρο ενεργειακά απομονωμένη
Στην ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης και στις επιπτώσεις της στις τιμές των καυσίμων στάθηκε ο τέως Υπουργός Ενέργειας, Γιώργος Παπαναστασίου, χαρακτηρίζοντας τις φορολογικές ελαφρύνσεις ως προσωρινά «παυσίπονα» για τους καταναλωτές. Μιλώντας στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο», αναφέρθηκε επίσης στις τουρκικές αντιδράσεις για τον Great Sea Interconnector, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει την Κύπρο σε ενεργειακή απομόνωση και υπογραμμίζοντας ότι η ενημέρωση ενός παράκτιου κράτους δεν ισοδυναμεί με εξασφάλιση άδειας.
Αναφερόμενος στην ενεργειακή κατάσταση στην Ευρώπη, ο κ. Παπαναστασίου σημείωσε ότι η ήπειρος παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από πηγές τροφοδοσίας εκτός Ευρώπης, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ορυκτά καύσιμα. «Η Ευρώπη είναι πολύ εξαρτημένη σε πηγές τροφοδοσίας οι οποίες βρίσκονται εκτός Ευρώπης και σε ορυκτά καύσιμα και έχω κατά νου το φυσικό αέριο και όχι μόνο», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, μετά την αποκοπή της τροφοδοσίας φυσικού αερίου από τη Ρωσία, η Ευρώπη στράφηκε σε άλλες περιοχές για την κάλυψη των αναγκών της. «Καταλαβαίνετε όταν μία ήπειρος είναι εξαρτώμενη από ξένες πηγές και οι πηγές αυτές αυτή τη στιγμή μετά την αποκοπή της τροφοδοσίας του φυσικού αερίου από τη Ρωσία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Μέση Ανατολή και είναι και η Βόρειος Αφρική. Μικρότερες ποσότητες έρχονται από άλλες περιοχές όπως είναι το Καζακστάν κλπ».
Ο τέως Υπουργός επεσήμανε ότι η Ευρώπη επέλεξε να επενδύσει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ωστόσο οι συγκεκριμένες τεχνολογίες δεν είναι ακόμη σε θέση να αντικαταστήσουν πλήρως τα ορυκτά καύσιμα. «Η Ευρώπη είχε να αποφασίσει να προχωρήσει σε εναλλακτικές τεχνολογίες οι οποίες είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ουσιαστικά είχε θέσει για να μην εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα για πολλούς λόγους να προχωρήσει με τις τεχνολογίες αυτές. Τεχνολογίες όμως αυτές αναπτύχτηκαν σε έναν βαθμό οι οποίες δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως το ορυκτό καύσιμο. Οπότε με αυτή τη λογική αυτή η εξάρτηση θα παραμείνει».
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα προβλήματα στις πηγές και στους διαδρόμους τροφοδοσίας επηρεάζουν άμεσα τις διεθνείς τιμές και κατ’ επέκταση το κόστος που πληρώνουν οι καταναλωτές. «Ενώ παραμένει αυτή η εξάρτηση καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν προβλήματα στις πηγές τροφοδοσίας ιδίως αυτές που είναι στη Μέση Ανατολή, στους διαδρόμους τροφοδοσίας όπως είναι παραδείγματος χάρη τα στενά του Ορμούζ. Οπότε ενώ υπάρχουν αυτοί οι προβληματικοί διάδρομοι και προβληματικές πηγές οι τιμές των ορυκτών καυσίμων στη διεθνή αγορά είναι υψηλές».
Πρόσθεσε ότι «οι τιμές τις οποίες βλέπουμε στην αντλία μας την ώρα που τροφοδοτούμε το όχημά μας καταλαβαίνετε ότι θα είναι αντίστοιχα υψηλές διότι όλες οι τιμές σχετίζονται με το Brent το οποίο ουσιαστικά είναι η τιμή του αργού πετρελαίου πριν πάει σε διύλιση».
Σε σχέση με το ενδεχόμενο περαιτέρω φορολογικών ελαφρύνσεων στα καύσιμα στην Κύπρο, ο κ. Παπαναστασίου ανέφερε ότι τα κράτη έχουν στη διάθεσή τους διάφορα εργαλεία για να περιορίσουν την πίεση προς τους καταναλωτές. «Τα κράτη κάνουν πολλές κινήσεις ώστε να απαλύνουν αυτή την πίεση την οποία έχει ο καταναλωτής. Μπορεί να είναι η μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Μπορεί να είναι η μείωση του φόρου προστιθέμενης αξίας. Μπορεί να είναι και αφαίρεση τελείως κάποιων φορολογιών».
Τόνισε, ωστόσο, ότι τα έσοδα από τα πετρελαιοειδή αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τα κράτη. «Υπόψη όμως ότι τα κράτη έχουν σοβαρά εισοδήματα από την πώληση των πετρελαιοειδών. Είναι μια πηγή η οποία τροφοδοτεί τις μηχανές των κρατών, οικονομική πηγή».
Αναφερόμενος ειδικότερα στην Κύπρο, σημείωσε ότι έχει ήδη καταγραφεί μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε συγκεκριμένα καύσιμα, ενώ αναμένεται να διαφανεί τι θα γίνει και με το πετρέλαιο θέρμανσης. «Ναι, η απάντηση είναι ότι μπορεί το κράτος μέσα στα πλαίσια των οδηγιών τα οποία δίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς τα κράτη μέλη να κάνει μειώσεις. Αλλά όπως επανειλημμένα έχω τοποθετηθεί, αυτά είναι παυσίπονα για τον πονοκέφαλο. Είναι προσωρινές λύσεις και δεν είναι μόνιμες λύσεις».
Κατά τον κ. Παπαναστασίου, η μακροπρόθεσμη απάντηση βρίσκεται στην εξασφάλιση επαρκούς ενεργειακής τροφοδοσίας σε προσιτές τιμές. «Οι μόνιμες λύσεις είναι να δώσεις στην όλη αλυσίδα τροφοδοσίας που καταλήγει στον καταναλωτή καύσιμα τα οποία πρώτον να είναι σε προσιτή τιμή και δεύτερον να είναι επαρκή, δηλαδή σε ποσότητες. Άρα το πρώτο είναι πολύ σημαντικό, η προσιτή τιμή, όπως και το δεύτερον η ασφάλεια της προμήθειας».
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector, με τον τέως Υπουργό Ενέργειας να αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η Τουρκία αντιδρά στην υλοποίησή του. «Φαίνεται ότι η Ανατολική Μεσόγειος, κατά κύριο λόγο, είναι ένας διάδρομος στον οποίο ουσιαστικά έχει σχεδιαστεί ώστε να τροφοδοτεί ενέργεια η οποία να προέρχεται από την Ανατολή, δηλαδή από τη Μέση Ανατολή και ίσως και από την Ασία, την Ευρώπη».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η γεωστρατηγική σημασία ενός τέτοιου ενεργειακού διαδρόμου είναι ιδιαίτερα μεγάλη. «Οτιδήποτε συνδέει αυτά τα δύο, δηλαδή τη Μέση Ανατολή, Ασία με την Ευρώπη, καταλαβαίνετε ότι περνώντας μέσα από μία χώρα, η χώρα γίνεται κόμβος».
Σε ό,τι αφορά τη στάση της Άγκυρας, ο κ. Παπαναστασίου ανέφερε ότι «η Τουρκία αντιτίθεται σε αυτό το έργο, διότι απλούστατα θέλει να διατηρήσει την Κύπρο σε απομόνωση, ενώ όσο βρίσκεται σε ενεργειακή απομόνωση, καταλαβαίνετε ότι βρίσκεται σε αδύναμη θέση και εξευρίσκει ή εφευρίσκει διάφορους τρόπους για να αντιτίθεται στην ηλεκτρική διασύνδεση».
Συνέχισε λέγοντας ότι «στο μυαλό της Τουρκίας και στους σχεδιασμούς της είναι να μην είναι η Κύπρος μέσα στη ροή αυτής της ενέργειας, πρώτα απ’ όλα για να μην μπορεί να ελέγχει αυτήν τη ροή. Δεύτερον, να μην είναι στρατηγικό σημείο ενέργειας. Και τρίτο, είναι να διατηρείται η Κύπρος, η Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία δεν αναγνωρίζει, να διατηρείται σε αδύναμη θέση, διότι όσο ενεργειακά είσαι εξαρτώμενος από άλλους, είσαι και αδύναμος».
Ο κ. Παπαναστασίου αναφέρθηκε και στο ζήτημα της ενημέρωσης παράκτιων κρατών για την τοποθέτηση υποβρύχιων καλωδίων, εξηγώντας ότι το ζήτημα που προκύπτει αφορά τις τουρκικές διεκδικήσεις. «Οι διεθνολόγοι εκεί, οι νομικοί, είχαν πει και τοποθετηθεί ότι ορθά θα πρέπει να ενημερώνεται το παράκτιον κράτος από το οποίο περνά ή τοποθετείται ένα υποβρύχιο καλώδιο στην υφαλοκρηπίδα του. Οπότε, αν η οποιαδήποτε τοποθέτηση ότι δεν πρέπει να ενημερώνεται, είναι λαθασμένη».
Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι «το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η Τουρκία επικαλείται υφαλοκρηπίδα από συντεταγμένες όδευσης του καλωδίου. Και η υφαλοκρηπίδα αυτή την επικαλείται διότι δεν αναγνωρίζει ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα». «Ουσιαστικά δεν αναγνωρίζει την υφαλοκρηπίδα της Κρήτης, της Καρπάθου, της Κάσου, του Καστελόριζου», πρόσθεσε.
Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να αλλάξει η όδευση του καλωδίου ώστε να αποφεύγονται οι τουρκικές αντιδράσεις, ο τέως Υπουργός εξέφρασε την εκτίμηση ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. «Οι διάδρομοι είναι συγκεκριμένοι οι οποίοι ενώνουν την Κύπρο με την Κρήτη. Έχουν περάσει πολλά τηλεπικοινωνιακά καλώδια από αυτούς τους διαδρόμους και απλώς η έρευνα βυθού επιβεβαιώνει ότι αυτοί οι διάδρομοι είναι διαθέσιμοι και δεν έχει γίνει κάτι το οποίο να δημιουργεί εμπόδιο στο διάδρομο αυτό».
Όπως είπε, «η όδευση των καλωδίων είναι συγκεκριμένη, είτε τηλεπικοινωνιακών είτε ηλεκτρικών. Φυσικά ένα ηλεκτρικό καλώδιο θα τοποθετηθεί σε απόσταση από τηλεπικοινωνιακά καλώδια για να μην προκαλούνται μαγνητικά κύματα. Οπότε η όδευση δεν πιστεύω ότι θα αλλάξει».
Ο κ. Παπαναστασίου αναφέρθηκε επίσης σε νέο θαλάσσιο πάρκο που ανακοίνωσε η Τουρκία τον Αύγουστο του 2026, σημειώνοντας ότι οι συντεταγμένες του, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συμπίπτουν με την όδευση της ηλεκτρικής διασύνδεσης. «Η αλήθεια είναι ότι δεν περνά από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πάρκο, δηλαδή οι συντεταγμένες του πάρκου και της όδευσης του αγωγού της ηλεκτρικής διασύνδεσης δεν είναι από τα ίδια σημεία και ουσιαστικά δεν πρόκειται κατά την ταπεινή μου άποψη να αλλάξει με οποιοδήποτε τρόπο η όδευση».
Καταλήγοντας, υπογράμμισε την ανάγκη να προχωρήσει η έρευνα βυθού. «Θα πρέπει όμως η έρευνα βυθού να προχωρήσει, να επιβεβαιωθεί ο διάδρομος, ο οποίος έχει αρχικά επιλεγεί με συγκεκριμένες συντεταγμένες, βρίσκεται σε διεθνή ύδατα, με βάση τους διεθνείς νόμους δεν βρίσκεται σε υφαλοκρηπίδα τουρκική, οπότε με αυτή τη λογική δεν θα πρέπει να ενημερωθεί ή να πάρει άδεια από την Τουρκία η όδευση αυτή».
Διευκρίνισε τέλος ότι άλλο πράγμα αποτελεί η ενημέρωση και άλλο η εξασφάλιση άδειας. «Τώρα, αν θα ενημερωθεί για χάρη της ενημέρωσης, για να μην υπάρχουν επεισόδια στην περιοχή, αυτό είναι άλλο θέμα και η ενημέρωση δεν είναι εξασφάλιση άδειας από το συγκεκριμένο παράκτιο κράτος».