Τι μας ανήκει τελικά;
Η αυταπάτη της ιδιοκτησίας.
Το σπίτι μας είναι ο χώρος όπου επιστρέφουμε όταν κουραζόμαστε, το καταφύγιο της καθημερινότητας, το σημείο όπου νιώθουμε ότι ανήκουμε. Το γεμίσαμε με αντικείμενα, με φωνές, με στιγμές. Το ονομάσαμε «δικό μας». Κι όμως, ακόμη κι όταν το σπίτι μάς είναι “δικό” μας, η κυριότητά του δεν μας εξασφαλίζει ότι θα το διατηρήσουμε για πάντα (δάνεια, υποθήκες, ενοίκια). Μπορούμε να το κατοικούμε, να το χρησιμοποιούμε και να το διαθέτουμε, χωρίς πολλές φορές να έχουμε απόλυτη εξουσία πάνω στην τύχη του.
Η κυριότητα, ακόμη και όταν είναι νομικά κατοχυρωμένη, δεν εξασφαλίζει τη μονιμότητα της κατοχής.
Ακόμη πιο περίεργη είναι η χρήση της ίδιας λογικής στις ανθρώπινες σχέσεις. «Είναι δικός μου» λέμε, σαν να πρόκειται για κτήμα. Και όταν αυτή η φαντασιακή κυριότητα απειληθεί, αντιδρούμε με ένταση δυσανάλογη προς την πραγματικότητα. Ζηλεύουμε, απαιτούμε, ελέγχουμε. Κανένας άνθρωπος, όμως, δεν ανήκει από τη φύση του σε κάποιον άλλον.
Η ίδια τάση εμφανίζεται και στη σχέση των γονέων με τα παιδιά τους. Συχνά τα αντιμετωπίζουν ως προέκταση του εαυτού τους και δυσκολεύονται να αποδεχθούν την ανεξαρτησία τους, σαν να χάνεται κάτι που κάποτε τους ανήκε. Σε διαφορετική κλίμακα, τα κράτη υπερασπίζονται εδάφη που θεωρούν δικά τους. Τα σύνορα, ωστόσο, μεταβάλλονται μέσα στην ιστορία. Εκείνο που σήμερα βρίσκεται υπό την κυριαρχία ενός κράτους μπορεί αύριο να βρίσκεται υπό την κυριαρχία ενός άλλου.
Στις μέρες μας, μάλιστα, ολοένα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες αποκτώνται με όρους πρόσβασης παρά κυριότητας. Από τη μουσική που αγοράζεις αλλά δεν σου ανήκει, από το λογισμικό μέχρι ορισμένες λειτουργίες των αυτοκινήτων, πληρώνουμε για τη δυνατότητα χρήσης και όχι απαραίτητα για την απόκτηση του ίδιου του αγαθού. Η ιδιοκτησία, σε αρκετές περιπτώσεις, παραχωρεί τη θέση της σε ένα προσωρινό και υπό όρους δικαίωμα χρήσης.
Τι μας ανήκει, λοιπόν, πραγματικά;
Το ερώτημα απασχόλησε τη φιλοσοφική σκέψη ήδη από την αρχαιότητα, όταν ο άνθρωπος άρχισε να αναζητεί τα όρια ανάμεσα σε όσα μπορεί να αποκτήσει και σε όσα μπορεί πραγματικά να εξουσιάζει.
Η διάκριση στον Επίκτητο
«Τῶν ὄντων τὰ μέν ἐστιν ἐφ' ἡμῖν, τὰ δὲ οὐκ ἐφ' ἡμῖν.»
Στη δύναμή μας, στον δικό μας έλεγχο, βρίσκεται η κρίση, η ορμή, η επιθυμία, η αποφυγή. Εν ολίγοις, η προαίρεση, η εσωτερική μας στάση απέναντι στον κόσμο. Εκτός της δυνάμεώς, εκτός του ελέγχου μας δηλαδή, μας βρίσκεται το σώμα, η φήμη, τα αξιώματα, η περιουσία.
Στο Εγχειρίδιο, που κατέγραψε ο μαθητής του Αρριανός, ο Επίκτητος, για να δείξει αυτή τη διάκριση, λέγει πως αν αγαπάς ένα κεραμικό δοχείο, να θυμάσαι ότι είναι κεραμικό. Αν σπάσει, δεν θα ταραχτείς. Αν αγαπάς το παιδί σου, να θυμάσαι ότι αγαπάς έναν θνητό άνθρωπο, κάποιον που μπορεί να φύγει, να πεθάνει, να απομακρυνθεί. Έτσι, αυτή η σκέψη απελευθερώνει τον νου από την αυταπάτη της κατοχής. Η απώλεια με αυτό τον τρόπο φαίνεται να είναι επιστροφή αυτού που ποτέ δεν μας ανήκε παρά απώλεια πραγματικής ιδιοκτησίας.
Ο Επίκτητος, όντας δούλος (του Επαφρόδιτου, απελεύθερου του Νέρωνα), μιλούσε από εμπειρία, αφού η ζωή του ήταν κυριολεκτικά ιδιοκτησία κάποιου άλλου. Θα έλεγε κανείς ότι ο Επίκτητος μιλά και στη δική μας εποχή, όπου ολοένα περισσότερα αγαθά παρέχονται μέσω συνδρομών και αδειών χρήσης. Ό,τι βρίσκεται εκτός της προαίρεσής μας, από την περιουσία μέχρι τα ψηφιακά αγαθά, μπορεί να μας αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή. Καλώς ή κακώς, η εποχή μας κατέστησε αυτή την αλήθεια πιο ορατή.
Διογένης ο Κυνικός
Ο Διογένης δεν έγραψε συστηματική φιλοσοφία και θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος ότι ήταν ο ίδιος η φιλοσοφία του, ενσαρκωμένη στον τρόπο ύπαρξής του.
Κατοικούσε σε ένα πιθάρι στην αγορά της Αθήνας. Μια μέρα, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια του, πέταξε το κύπελλό του, και είπε «Ένα παιδί με νίκησε στην απλότητα» εννοώντας πως δεν χρειάζεται κύπελλο για να πιεις νερό - μπορείς και χωρίς αυτό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε αντικείμενο που κρατάς είναι ένα αντικείμενο που σε κρατά.
Σύμφωνα με τη παράδοση, όταν μια μέρα ο Μέγας Αλέξανδρος τον επισκέφθηκε και του είπε «ζήτησέ μου ό,τι θέλεις», ο Διογένης απάντησε: «Φύγε λίγο από τον ήλιο μου». Προφανώς ο Διογένης δεν χρειαζόταν τίποτα από αυτά που μπορούσε να του προσφέρει ο πιο ισχυρός άνθρωπος της εποχής. Αυτό ήταν μια έκφραση της αυτάρκειας, μιας ύπαρξης που δεν έχει κενά να γεμίσει με εξωτερικά αγαθά.
Μάρκος Αυρήλιος
Στον Μάρκο Αυρήλιο, η ιδιοκτησία καταρρίπτεται μέσω μιας βαθύτερης κατανόησης της φύσης του χρόνου και της ύλης. Τα Εις Εαυτόν έχουν τον χαρακτήρα προσωπικών σημειώσεων και ενός εσωτερικού διαλόγου του αυτοκράτορα με τον εαυτό του με κεντρική ιδέα ότι τα πάντα είναι ροή, και αυτό που σήμερα ονομάζουμε «δικό μας» είναι μια στιγμιαία σύμπτωση μέσα σε μια αδιάκοπη διαδικασία μεταβολής.
Σ' ένα από τα χαρακτηριστικότερα αποσπάσματα των Εις Εαυτόν, ο Μάρκος θυμίζει στον εαυτό του τον Ηράκλειτο λέγοντας πως ο θάνατος της γης είναι να γίνει νερό, του νερού να γίνει αέρας, του αέρα να γίνει φωτιά, και αντίστροφα.
Αλλού ζητά από τον εαυτό του να σκεφτεί τους ανθρώπους της εποχής του Αυγούστου, του Αδριανού, των μεγάλων αυτοκρατόρων που τον προηγήθηκαν. Πού είναι τώρα; Οι άνθρωποι εκείνοι χάθηκαν, οι εξουσίες τους πέρασαν σε άλλους, οι φιλοδοξίες τους έπαψαν να έχουν σημασία για τους ίδιους και όσα κάποτε τους ανήκαν βρέθηκαν στα χέρια των μεταγενεστέρων.
Από τη σκοπιά της στωικής του φιλοσοφίας, ακόμη και η αυτοκρατορική εξουσία θα μπορούσε να θεωρηθεί μια πρόσκαιρη κατοχή, υποκείμενη στον χρόνο, στη φύση και στις μεταβολές της ανθρώπινης τύχης. Το σπίτι που υποθηκεύσαμε, το αυτοκίνητο που χρηματοδοτήσαμε, η συλλογή ψηφιακών αγαθών που «κατέχουμε», όλα αυτά ο Μάρκος Αυρήλιος θα τα αντιμετώπιζε ως πρόσκαιρα, ανακλητά και επιστρεφόμενα.
Πλάτων
Στην Πολιτεία, ο Πλάτων εξετάζει τις πολιτικές συνέπειες της διάκρισης ανάμεσα στο “ἐμόν” και στο “οὐκ ἐμόν”, θεωρώντας ότι η προσήλωση των φυλάκων στα ιδιαίτερα συμφέροντά τους μπορεί να διασπάσει την ενότητα της πόλης.
Ανατρέχοντας μπορεί να δει κάποιος πως η φιλοσοφία του σχετικά με τους Φύλακες (την άρχουσα και πολεμική τάξη της ιδανικής πολιτείας) της πολιτείας είναι στο ίδιο μήκος, δηλαδή, να μην κατέχουν τίποτα ιδιωτικό, ούτε περιουσία ούτε οικογένεια με την παραδοσιακή έννοια. Ο λόγος είναι ότι μόλις κάποιος αρχίσει να σκέφτεται «αυτό είναι δικό μου», η σκέψη του στρέφεται αναπόφευκτα από το κοινό στο ιδιωτικό συμφέρον με αποτέλεσμα ο φύλακας αρχίζει να φυλάει το σπίτι του, όχι την πόλη.
Όταν ένας πολιτικός που κατέχει συμφέρον σε εταιρείες στον κλάδο που διοικεί ή εποπτεύει και ένας δικαστής που έχει συμφέροντα στις υποθέσεις που δικάζει, η λογική είναι ιδιαίτερα συγγενής.
Η νομική θωράκιση της ιδιοκτησίας
Την ίδια στιγμή που η φιλοσοφία μάς καλεί να αναλογιστούμε τα όρια της ανθρώπινης κατοχής, το δίκαιο αναγνωρίζει και προστατεύει την ιδιοκτησία ως έναν από τους θεμελιώδεις θεσμούς της οργανωμένης κοινωνίας. Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία απολαμβάνει ισχυρής προστασίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνει την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας, ενώ το άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προστατεύει ρητά το δικαίωμα απόκτησης, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης της ιδιοκτησίας.
Νομικά, η κυριότητα παρέχει στον δικαιούχο ένα πλέγμα εξουσιών επί του πράγματος, όπως η χρήση, η κάρπωση και η διάθεση. Οι εξουσίες αυτές είναι εμπράγματες και προστατεύονται από την έννομη τάξη, χωρίς ωστόσο να είναι απεριόριστες. Η άσκησή τους υπόκειται σε νόμιμους περιορισμούς, ενώ υπό προϋποθέσεις η ιδιοκτησία μπορεί να δεσμευτεί ή και να απαλλοτριωθεί αναγκαστικά για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με τις συνταγματικά προβλεπόμενες εγγυήσεις. Ο ιδιοκτήτης ασκεί εξουσία πάνω στο πράγμα, όχι όμως και πάνω στις συνθήκες που καθορίζουν τη διατήρησή του.
Εδώ φαίνονται και τα όρια του δικαίου. Μπορεί να αναγνωρίσει την κυριότητα, να την κατοχυρώσει έναντι τρίτων, να προβλέψει μηχανισμούς προστασίας και να επιβάλει κυρώσεις σε όποιον την παραβιάζει. Δεν μπορεί όμως να εξασφαλίσει ότι το πράγμα θα υπάρχει ή θα διατηρεί την αξία του αύριο. Η περιουσία μπορεί να καταστραφεί ή να φθαρεί, ενώ ο ίδιος ο κύριος είναι θνητός. Ακόμη και η ισχυρότερη νομική προστασία δεν αναιρεί το γεγονός ότι η σχέση μας με τα πράγματα είναι εκτεθειμένη στον χρόνο.
*Δικηγόρος