Οι ψεύτικες πεποιθήσεις της όποιας λύσης

Θέλουμε δίκαιη και βιώσιμη λύση και όχι λύση που, αντί για επιστροφή στην κατεχόμενη γη μας, θα δίδει την ευκαιρία σε λίγους να αποκτήσουν εξοχικά στο τουρκικό συνιστών κρατίδιο.

Οι επιλογές ενός λιγότερο ισχυρού κράτους στις σχέσεις του με τα ισχυρότερα κράτη δεν περιορίζονται μόνο μεταξύ υποταγής/υποτέλειας και ρήξεως/απομονώσεως. Το ζήτημα που τίθεται για μία λιγότερο ισχυρή χώρα στις σχέσεις της με τις ισχυρές είναι το πώς αγωνίζεται επιτυχώς για ισότιμες και ισόρροπες σχέσεις.

Στην Κύπρο του 2026, επειδή κάποιοι θεωρούν ότι είμαστε ένοχοι για το ό,τι συνέβη το 1974, μας συμβουλεύουν να αυτοκτονήσουμε. Με άλλα λόγια, το να υποστηρίζεις λύση «δίκαιη» και «βιώσιμη» στη βάση ενός «εντίμου» συμβιβασμού σημαίνει κατ’ ανάγκην υποτέλεια και συρρικνώσεις κυριαρχίας. Όπως, για παράδειγμα, να υποστηρίζεις μία λύση στη βάση του διοικητικού και γεωγραφικού διαχωρισμού της Κύπρου, με παραχωρήσεις μάλιστα αριθμητικής ισότητας, ή ακόμη συγκυριαρχίας στην κεντρική κυβέρνηση και να παζαρεύεις την εκ περιτροπής προεδρία, αλλά αυτήν τη λύση να την ονομάζεις «επανένωση» και να έχεις την ψευδαίσθηση ότι αυτό αποτελεί υλοποίηση του στρατηγικού σου στόχου, δηλαδή της απελευθερώσεως της πατρίδας σου από την Τουρκία. Αυτή η ειδοποιός ποιοτική διαφορά υπήρξε η αντανάκλασις της ορθολογικής λειτουργίας της πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου στο δημοψήφισμα του 2004, που δεν υπεχώρησε στις έξωθεν απειλές και στις έσωθεν δημοκοπίες, οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τα θεμιτά ζωτικά συμφέροντα του κυπριακού κράτους.

Αυτή η εξωελληνική νοοτροπία στην Κύπρο, μετά το 1974, δεν λαμβάνει υπόψη αυτόν τον αντικειμενικό παράγοντα που αφορά στο διεθνές σύστημα και τη μετεξέλιξή του, τείνοντας να εκλαμβάνει τις επιλογές της ελληνικής πλευράς μπροστά στο εκβιαστικό δίλημμα: μεταξύ υποταγής στα ηγεμονικά αμερικανοβρετανικά κελεύσματα ή της απομονώσεως. Στην ουσία το δίλημμα αυτό εξυπηρετεί «απτά ξένα συμφέροντα» που εκφράζονται από ντόπιους αχθοφόρους και από αφελείς που προσπαθούν να βολέψουν τις ποθητές τους ψευδαισθήσεις και το χειρότερο θεωρούν όποιον διαφωνεί με την όποια λύση, ως μη θέλοντα λύση. Ας μας εξηγήσουν όλοι αυτοί οι θιασώτες της όποιας λύσεως γιατί η σημερινή μετριοπαθής ηγεσία των Τουρκοκυπρίων στο ζήτημα του ενεργειακού προγράμματος της Κύπρου ενδιαφέρεται περισσότερο για τα συμφέροντα της Τουρκίας παρά για τα συμφέροντα ενός κοινού διζωνικού κράτους, όπως συζητεί επισήμως. Γιατί οι θιασώτες της όποιας λύσεως δεν οργανώνονται με τους Τουρκοκυπρίους επαναπροσεγγιστές για να διαμαρτυρηθούν για τις απειλές και τις ενέργειες στρατηγικού καταναγκασμού του Ερντογάν σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ορισμένοι κύκλοι στην Κύπρο καλλιέργησαν την εξωελληνική νοοτροπία ως σύνεση και φρονιμάδα. Αναλόγως και αντιστοίχως, επίσης στιγματίζονται οι όποιες διαφωνίες με άμεσο τρόπο ή με νεφελώδεις αναφορές, ως επικίνδυνα, εθνικιστικά και ακόμη φασιστικά φαινόμενα. Σε κάποιους πολιτικούς χώρους και σε κάποια έντυπα η εξωελληνική νοοτροπία έχει λάβει τον χαρακτήρα επιδημίας και ιδιαίτερα σε κάποιες στήλες, που «ειδικεύονται» στη χυδαιοπραγία. Για τις εν λόγω στήλες μόνο μία ορθή θέση υπάρχει: η δική τους. Οι άλλες είναι αθέμιτες, μη-σοβαρές, εκτός χώρου και χρόνου. Όσοι διαφωνούν με τον διεθνιστικό κοσμοπολιτισμό, που επί πέντε δεκαετίες επηρεάζει την πολιτική σκέψη στην Κύπρο και όσοι δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν την ξένη σοφία ως βάση επιλογής ενός διχοτομικού σχεδίου επιλύσεως του προβλήματος, είναι εθνικιστές και υπερπατριώτες. Εάν δε κάποιος τολμήσει να μιλήσει για κρίσιμες ενδοελληνικές συγκλίσεις που αφορούν τα συμφέροντα επιβιώσεως του κυπριακού Ελληνισμού και που συγκλίνουν στην άποψη ότι το συμφέρον της ελληνικής πλευράς δεν είναι αναλώσιμο, τότε οι ειρωνείες, που υπηρετούν τα ντόπια και ξένα αλληλοδιαπλεκόμενα συμφέροντα, επιστρατεύονται για να δολοφονήσουν χαρακτήρες.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οι επιλογές που έχει κάποιος είναι είτε συμφωνεί μαζί τους είτε εκτελείται. Πραγματικά αναρωτιέμαι πώς μπορούν κάποιοι να εθελοτυφλούν μπροστά στην εξόφθαλμη εξάρτηση και υποταγή του κατοχικού ηγέτη Τουρφάν Ερχιουρμάν, ενώ ταυτοχρόνως διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους όταν εξ Αθηνών ομιλούν περί καταργήσεως της Συνθήκης Εγγυήσεως.

Βεβαίως μας ανησυχεί το ενδεχόμενο τουρκοποιήσεως των κατεχομένων, αλλά περισσότερο

μας ανησυχεί μία κακή λύση να μην τουρκοποιήσει και τις ελεύθερες περιοχές. Αν η Τουρκία δεν βιάζεται για καλή λύση, δεν σημαίνει ότι εμείς θα βιαζόμαστε για κακή λύση, για λύση εθνικής αυτοκτονίας. Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη και όχι την όποια λύση, την οποία να επιβάλλει ο ρεαλισμός των τουρκικών όπλων. Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη, αλλά όχι λύση που να δίδει ρόλο στην Τουρκία μετά τη λύση. Θέλουμε δίκαιη και βιώσιμη λύση και όχι λύση που, αντί για επιστροφή στην κατεχόμενη γη μας, θα δίδει την ευκαιρία σε λίγους να αποκτήσουν εξοχικά στο τουρκικό συνιστών κρατίδιο. Τέλος, αν οι θιασώτες της όποιας λύσεως δικαιούνται να έχουν τις όποιες απόψεις, τότε γιατί οποιοσδήποτε άλλος δεν δικαιούται να έχει διαφορετική άποψη;