Το αποπροσανατολιστικό «Τις πταίει;» της κομματοκρατίας
Το γνωστό άρθρο του Χαριλάου Τρικούπη «Τις Πταίει;» αποτελεί ένα σημαδιακό κείμενο για την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού. Έκτοτε η επανάληψη αυτού του ερωτήματος μετατρέπει την ιστορία σε φάρσα και ενίοτε σε τραγωδία. Για την δε κυπριακή πραγματικότητα αντανακλά ένα νοσηρό σύνδρομο, που ρυθμίζει τις σχέσεις της κυπριακής κοινωνίας με την κυπριακή κρατική ιδιαιτερότητα. Θα προσέθετα ότι αυτό αποτελεί και τυπικό ψυχολογικό σύνδρομο μιας κοινωνίας που διέρχεται κρίση θεσμών και αξιών και, κατά συνέπειαν, ευρίσκεται σε παρακμή.
Γράφω αυτές τις σκέψεις με αφορμή την εικόνα που εκπέμπει η πολιτική μας ζωή τα τελευταία χρόνια και η οποία δικτατορεύεται από την κομματοκρατία. Γράφω αυτές τις σκέψεις για να εκφράσω την πεποίθηση ότι κανένας δεν μπορεί να μένει αμέτοχος σε ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ενδοκυβερνητική σύγχυσις, επίδειξις αδυναμίας διαχειρίσεωςς της κρίσεως, καθυστέρησις στην ενεργοποίηση των μηχανισμών διερευνήσεως των αιτιών και των ενόχων της κρίσεως, κομματικώς εκατέρωθεν προκλητική διάθεσις διευρύνσεως του πεδίου των ευθυνών με την ταυτόχρονη άρνηση δημοσίας απολογίας για τα εξόφθαλμα γεγονότα, αλλά και την τρέχουσα πολυεπίπεδη καθημερινή δυσχέρεια και απαξίωση.
Η τρέχουσα δυσχερής πραγματικότητα δεν είναι ούτε ένα περιστασιακό γεγονός, ούτε μπορεί να διαχωριστεί από το γενικότερο πολιτικό γίγνεσθαι της διαχρονικής δράσεως της κομματοκρατίας. Εγγράφεται στη λογική τόσο των διλημμάτων όσο και των αδιεξόδων διαχειρίσεως των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα μας. Το κρυφτό πίσω από καθυστερημένες νομικές διαδικασίες με τις ταυτόχρονες ανερυθρίαστες δηλώσεις του τύπου «οι άλλοι έκαναν χειρότερα» και «δεν φταίμε μόνο εμείς αλλά και άλλοι πέραν της κυβερνήσεως», δεν προκαλούν μόνο το λαϊκό αίσθημα, σε μία περίοδο τεταμένης ευαισθησίας για την εθνική τραγωδία, αλλά συνιστούν πολιτική παθογένεια του τρόπου με τον οποίο η κομματοκρατία εκλαμβάνει τη σχέση της με τους πολίτες. Μίας πλαδαρής κομματοκρατίας, η οποία ταύτισε την πολιτική εξουσία με τον υλισμό και την ιδιοτέλεια, κατέστη το ευάγωγο όχημα μεταφοράς της διαφθοράς, και στηρίχθηκε σε «αξίες» όπως τα προσωπεία, οι παντομίμες, οι δικτατορίες των μετριοτήτων, τα ακριβά κοστούμια και της ήσσονος προσπάθειας.
Αναμφιβόλως, η ιστορική πορεία της νεωτερικής μας κρατικής εμπειρίας είναι μία αφόρητα τραγική αποτυχία και δεν είναι κάτι που αφορά αποκλειστικώς τη σημερινή κυβέρνηση. Η σημερινή, όμως, εικόνα γεννά απόγνωση. Το ευρωπαϊκό όνειρο εξατμίζεται, η Κυπριακή Δημοκρατία, συρρικνωμένη στο περιθωριακό της κρατίδιο, τελευταίο καταφύγιο της αξιοπρέπειάς της και με ανίατα τα συμπτώματα ενός επαρχιώτικου αρχοντοχωριατισμού, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην ανυποληψία. Εκλιπαρούμε αξιοπρέπεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το ψευδοκράτος, με την Τουρκία να μας υπενθυμίζει τους αυτονόητους και ευδιάκριτους στρατηγικούς της στόχους στην Κύπρο.
Τις πταίει; Ψάχνουν κάποιοι ρητορεύοντας να εντοπίσουν τους ενόχους στις λεπτομέρειες, στο 1974, στον επαναπροσδιορισμό της λογικής, με γενικόλογους καταλογισμούς που μοιάζουν να διαχέουν σε όλους μας τις ευθύνες, ενώ στην ουσία τούς δίνουν το άλλοθι μιας απατηλής ψευδαισθήσεως. Όποιος υπομιμνήσκει τα αυτονόητα ή αμφισβητεί τα θεωρούμενα ως δεδομένα από την κομματοκρατία λογαριάζεται προβληματικός, εθνικιστής, εχθρός της δημοκρατίας και τα παρόμοια αισχρά φληναφήματα, που όζουν χοιροστάσιο.
Η λογική του περιχαρακωμένου φρουρίου, η καθημερινή κροταλίζουσα αντίδραση και συνάμα αυταρέσκεια της κομματικής ρητορικής, τα παιδαριώδη επιχειρήματα, οι ενδοκυβερνητικές και αντιπολιτευτικές φαγωμάρες, οι θριαμβολογίες για πολιτικές υποθηκεύσεις (βλ. μνημόνιο στο πρόσφατο παρελθόν) αποτελούν συμπτώματα πολυεπίπεδης κρίσεως και εκπεσμού. Προσβάλλουν τη νοημοσύνη, την κριτική σκέψη και ασελγούν στην προσωπική αξιοπρέπεια του ελευθέρως και στοιχειωδώς σκεπτομένου πολίτη και των παιδιών του.
Γι’ αυτό, μόνο μία αγανακτισμένη κοινωνία που υπόκειται στον εξευτελισμό μπορεί να προκαλέσει εκπλήξεις ανακάμψεως και διεξόδου από το αδιέξοδο. Μια κοινωνία αδιάφορη ή συμφιλιωμένη με τον εκπεσμό της, ποτέ. Κοινωνίες που δεν μπορούν να κυνηγήσουν ένα όραμα είναι καταδικασμένες σε αργό θάνατο, και όσο πιο αργός είναι ο θάνατος, άλλο τόσο πιο επώδυνα βιώνεται και περιφερόμενοι θίασοι γελωτοποιών θα εμφανίζονται παρωδικώς και παροδικώς ως περιστασιακές εναλλακτικές λύσεις.