Ελληνική: Παλικάρι γλώσσα απέναντι στις εσωτερικές προκλήσεις
Δύο διευκρινίσεις· η μια αφορά τον τίτλο της αποψινής εκδήλωσης («Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική») και η άλλη τον τίτλο της δικής μου παρέμβασης:
Ο στίχος «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» είναι ειλημμένος από τον «Ψαλμό Β΄» (Άξιον εστί, 1959) του Οδ. Ελύτη. Παραθέτω τους πρώτους τρεις στίχους του συγκεκριμένου Ψαλμού:
Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική·
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Ο στόχος του Οδ. Ελύτη στους παραπάνω στίχους είναι να συνοστεώσει την ιστορία της ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο έως τις μέρες μας, επιτονίζοντας την αδιάσπαστη συνέχειά της. Αυτό το μού έδωσαν, αν το μετατρέπαμε σε κινηματογραφική εικόνα, θα βλέπαμε μια σκυτάλη η οποία παραδίδεται από τον αρχαίο στον νέο ελληνισμό.
Ας πάμε τώρα στον τίτλο της δικής μου παρέμβασης. Ο ιδιότυπος φρασεολογισμός «παλικάρι γλώσσα» αποτελεί επεξεργασμένη ανάμνηση από ένα σχόλιο του Γ. Σεφέρη για μια αιωνόβια συκομουριά στην Αγία Νάπα. Ο νομπελίστας ποιητής τη χαρακτήρισε «παλικάρι δέντρο», προφανώς διότι το δέντρο αυτό, ξεπερνώντας λογής αντιξοότητες, εξακολουθεί να στέκει – πληθωρικό και αγέρωχο – μπροστά από το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στην πλατεία του χωριού. Η πρόκριση της λέξης «παλικάρι», η οποία προσδίδει ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά τόσο στο δέντρο όσο και στη γλώσσα, δεν είναι τυχαία, καθώς πρόκειται για λέξη που είναι δύσκολο, ή και αδύνατο, να μεταφραστεί στις άλλες γλώσσες. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι ο Κύπριος Α. Κ. Ιντιάνος, σε κριτική του (Κυπριακά Γράμματα [1935]) για την αγγλική μετάφραση του εκτενούς παλαμικού ηθογραφικού («ακατάστρεφτου», κατά τον Γ. Ψυχάρη) διηγήματος Θάνατος παλικαριού (1901), σημείωσε ότι ο μεταφραστής Α. Φουτρίδης απέδωσε τον τίτλο ως εξής: A man’s death· ενώ θα μπορούσε, σύμφωνα πάντα με τον Α. Κ. Ιντιάνο, να έγραφε: A pallikar’s death (επισημαίνοντας, μάλιστα, ότι αν το μετέφραζε έτσι, η λέξη “pallicar” θα λημματογραφούνταν στα λεξικά της αγγλικής γλώσσας).
Υπάρχουν εσωτερικοί εχθροί της ελληνικής γλώσσας στον μητροπολιτικό (Ελλάδα) και τον περιφερειακό (Κύπρος αλλά και αλλού) ελληνισμό; Η απάντηση είναι δυστυχώς καταφατική. Για παράδειγμα, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η ελληνική γλώσσα είναι ίση με όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου, επειδή, σύμφωνα με τη Γλωσσολογία, το βασικό κριτήριο για την αξία μιας γλώσσας είναι η ικανότητά της να επιτυγχάνει την επικοινωνία μεταξύ των ομιλητών της. Το κριτήριο αυτό, χωρίς αμφιβολία, είναι βασικό. Το οξύμωρο, όμως, είναι ότι η θέση αυτή επαναλαμβάνεται τόσο συχνά και τόσο εμμονικά ώστε να εγείρονται εύλογες υποψίες: Μήπως κρύβονται ιδεολογικά ή και ανθελληνικά κίνητρα πίσω από τέτοιες επαναλήψεις;
Πάντως, αν πρέπει να είμαστε πιο ακριβόλογοι, είναι σαφές ότι, αν απεγκλωβιστούμε από τις συλλυπτήριες δαγκάνες των ιδεολογικών μας εμμονών, η ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει, και αυτό διότι, σε σχέση με τις υπόλοιπες γλώσσες, συνεχίζει εδώ και μερικές χιλιετίες να σφυρηλατείται από τους ποιοτικότερους τεχνίτες της ανθρωπότητας· και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αρχίσουμε να απαριθμούμε ονόματα. Όταν, λοιπόν, μια γλώσσα έχει σφυρηλατηθεί τόσο πολύ, αποκτά άλλες ιδιότητες· π.χ. γίνεται πιο εύπλαστη, πιο ευλύγιστη, πιο ευδιαμόρφωτη, πιο μαλακή, πιο εύκαμπτη, πιο ευήλατη, πιο λυγερή, πιο ελαστική, πιο ευέλικτη (σκόπιμα χρησιμοποιώ σειρά συνωνύμων προκειμένου να αναδείξω ακριβώς αυτό: ότι η ελληνική γλώσσα έχει σφυροκοπηθεί τόσο πολύ ώστε να πλάθεται πιο εύκολα από τις υπόλοιπες).
Για το θέμα αυτό ας δώσουμε, ωστόσο, και μια προσλαμβάνουσα παράσταση: Αν αναπαριστούσαμε τις διάφορες γλώσσες του κόσμου με αγάλματα, το άγαλμα της ελληνικής γλώσσας θα ήταν γλυμμένο (προσοχή: με υ, δηλ. λαξευμένο, σμιλεμένο) με περισσότερες λεπτομέρειες. Στο άγαλμα της ελληνικής γλώσσας θα φαίνονταν ακόμη και οι φλέβες, ενδεχομένως και το αίμα που ρέει σε αυτές και αιματώνει την περηφάνια μας. Θα ήταν, βέβαια, ευδιάκριτες και οι τυραννισμένες συσπάσεις του προσώπου του, αντικρίζοντας, το βαριόμοιρο, όλα αυτά τα θεριά που όρμησαν να το καταβροχθίσουν.
Η ευλυγισία της ελληνικής γλώσσας φαίνεται, αφενός, και μέσα από τη διαδικασία της μετάφρασης κειμένων στα ελληνικά. Είναι γνωστή, για παράδειγμα, η περίπτωση του Γ. Σεφέρη, ο οποίος, στο ποίημά του «Σαλαμίνα της Κύπρος», απέδωσε το “the luck of love” όχι με το αυτονόητο «έλλειψη της αγάπης» ή, έστω, «στέρηση της αγάπης», αλλά με το εντυπωσιακά εύπλαστο «στέγνωμα της αγάπης». Και, αφετέρου, μέσα από τη γνώση της σημασίας διάφορων μικρολέξεων που μπαίνουν ως α΄ συνθετικό σε άλλες, μεγαλύτερες λέξεις. Η γνώση αυτή ζωντανεύει/εικονοποιεί τη σημασία των σύνθετων, πλέον, λέξεων: «ανά» = ξανά/πάνω (αναβαθμολόγηση/αναμαλλιασμένος), «κατά» = κάτω/επίταση/εναντίον (κατάβαση/καταγοητεύω/καταδικάζω).
Τελικά, μια γλώσσα που εγκεντρίζεται με το πλουσιότατο και ολοζώντανο, μέχρι τις μέρες μας, παρελθόν της είναι λογικό να είναι μια γλώσσα παλικάρι, η οποία, ναι, μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα σε διάφορες εσωτερικές προκλήσεις.
Λόγω χρόνου επιτρέψτε μου να επικεντρωθώ σε μια από τις (πιο) εσωτερικές προκλήσεις, ίσως την πιο επικίνδυνη, καθώς παρουσιάζει πολλά παρακλάδια. Αναφέρομαι στην παρείσφρηση, εδώ και μερικές δεκαετίες, της νεοκυπριακής ιδεολογίας σε ποικίλες εκφάνσεις της ζωής μας: πολιτική, κοινωνία, πολιτισμός, άρα και λογοτεχνία.
Η νεοκυπριακή ιδεολογία δεν είναι ποτέ φανερή· πάντα υφέρπει και παρασιτεί. Ο ανθελληνισμός, οι αθωωτικές συμπεριφορές απέναντι στην Τουρκία, η τάση για αποφυγή λέξεων που τονίζουν τα αρνητικά συμπαρομαρτούντα της τουρκικής εισβολής, η προτροπή σε νέους κύπριους λογοτέχνες να μη γράφουν για το τραύμα του 1974, ο αποκλεισμός από τις γραμματολογίες δόκιμων συγγραφέων επειδή στο έργο τους ασχολούνται με τον ελληνισμό και την ορθοδοξία, η αναγωγή της κυπριακής διαλέκτου σε επίσημη γλώσσα του κράτους (και, άρα, η εκπαραθύρωση της νεοελληνικής κοινής) βρίσκονται στην ατζέντα των Νεοκυπρίων.
Και επειδή το θέμα μου αφορά την ελληνική γλώσσα, θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στην προσπάθεια μιας μερίδας ελληνόφωνων συμπατριωτών μας να αναγάγουν την κυπριακή διάλεκτο σε επίσημη γλώσσα. Ποιες είναι άραγε οι πρακτικές αυτών που πριονίζουν σιγά σιγά τον βαθύρριζο κορμό της ελληνικής γλώσσας; Απ’ όλα έχει το νεοκυπριακό πανέρι: τηλεοπτικές εκπομπές («Ττίκκι ττόκκο» κτλ.)· σκόπιμη ενσωμάτωση ιδιωματικών λέξεων σε γλωσσικά περιβάλλοντα όπου, κανονικά, θα ανέμενε κανείς χρήση της νεοελληνικής κοινής (π.χ. «τζαι», «έσει» κτλ.)· πανεπιστημιακούς «δασκάλους» που προτρέπουν ποιητές να γράφουν στα κυπριακά, με το επιχείρημα ότι δεν χειρίζονται τόσο καλά την νεοελληνική κοινή· χρήση της κυπριακής διαλέκτου από εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια των μαθημάτων στη δημοτική και στη μέση εκπαίδευση· ενδεδυμένες με τον μανδύα της επιστημονικοφάνειας διαλέξεις στην κυπριακή διάλεκτο.
Τι πρέπει να τους πούμε; Ότι η κυπριακή διάλεκτος είναι μια ελληνικότατη διάλεκτος! Ότι ανάγεται στη μεσαιωνική ελληνική, ενώ πολλές λέξεις της προέρχονται από την αρχαία εποχή. Να τους υπενθυμίσουμε τους εναρκτήριους στίχους του Κ. Μόντη από το ποίημά του «Προς Κύπρο»:
Σε τι βαθιούς κόρφους, σε τι βυθούς
έκρυψες τη γλώσσα σου
να μη σου την αγγίξουν τρεις χιλιάδες χρόνια;
[…]
Να τους πούμε, επίσης, ότι ιδιωματικοί μιχαηλιδικοί στίχοι όπως «Μια συλυντρούνα ετσάλλετουν μέσα στα προστρασύδκια» δεν μας απομακρύνουν από την ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, μας παρακινούν να σκάψουμε βαθύτερα, μέχρι να χαϊδέψουμε τις ρίζες της ελληνικής γλωσσικής μας συνείδησης, καθώς: συλυντρούνα < αρχ. χέλυδρος· ετσάλλετουν < αρχ. κέλλομαι).
Να τους πούμε, τέλος, ότι, αν και η χρήση της κυπριακής διαλέκτου στη λογοτεχνία, στο τραγούδι, σε έναν ανεπίσημο προφορικό διάλογο με έναν φίλο είναι αρκετές φορές ταιριαστή (ενίοτε και επιβαλλόμενη), η ντοπιολαλιά μας δεν έχει τους λεκτικούς και συντακτικούς μηχανισμούς για να αντικαταστήσει τη νεοελληνική κοινή, π.χ., στην εκφορά επιστημονικού λόγου, στη συμπλήρωση μιας αίτησης για εργασία, στη σύνταξη βιογραφικού, σε έναν επικήδειο λόγο κτλ.
Κλείνοντας: Παρόλο που βρίσκω εξαιρετικά διδακτικό το ποίημα «Ποσειδωνιάται» του Κ. Π. Καβάφη, δεν θα ήθελα να κλείσω την παρέμβασή μου απαγγέλλοντας κάτι απαισιόδοξο. Αντίθετα, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό απόσπασμα από ένα κείμενο της Βιρτζίνια Γουλφ με τίτλο “On Not Knowing Greek”. Πρόκειται για κείμενο που δείχνει ότι η ελληνική γλώσσα είναι η παγκόσμια γλώσσα όλων όσοι δεν επιθυμούν να παραμείνουν στο επίπεδο της απλής επικοινωνίας· όλων όσοι επιθυμούν να ανέβουν τα σκαλοπάτια που οδηγούν σε ένα πιο υπερβατικό γλωσσικό επίπεδο:
Αυτό που προσδίδουν οι ελληνικές λέξεις είναι αδύνατον να προσδιοριστεί. Για να τις εκτιμήσει κανείς πλήρως, πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να έχει γεννηθεί Έλληνας. Και δεν το αντιλαμβανόμαστε ως υπερβολή όταν λέμε ότι, αν τις έχουμε διαβάσει, ακόμα και με την ατελή εννόησή μας, ξέρουμε ότι υπάρχει μια ομορφιά στην ελληνική γλώσσα που είναι απίθανη και πέρα από καθετί που έχουμε συναντήσει αλλού.
(μτφρ: Μαρία Α. Μίτλεττον)
*Φιλόλογος
Γραπτή μορφή ομιλίας που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση του Κυπριακού Κέντρου Μελετών και της Σχολικής Εφορείας Λάρνακας για την ελληνική γλώσσα στις 11 Φεβρ. 2026.