Τσικνοπέμπτη χωρίς συνέχεια;
Το δημογραφικό θέλει αποφάσεις, όχι μεζεδάκια πολιτικής.
Την ημέρα που γιορτάζουμε την παράδοση, την οικογένεια και το κοινό τραπέζι, αξίζει να αναρωτηθούμε: ποιος θα συνεχίσει αυτές τις παραδόσεις αν δεν στηρίξουμε ουσιαστικά τις οικογένειες με παιδιά;
Η πρόσφατη συζήτηση για αύξηση 10% της φοιτητικής χορηγίας και μικρή διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων αποκαλύπτει μια βαθύτερη πραγματικότητα. Η Πολιτεία εξακολουθεί να κινείται με μικρά, μετρημένα και φοβικά βήματα απέναντι σε ένα πρόβλημα που απαιτεί γενναίες αποφάσεις.
Ιδιαίτερα οι πολύτεκνες οικογένειες — που αντικειμενικά έχουν αυξημένες ανάγκες — συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυστηρά κριτήρια και περιορισμένη πρόσβαση σε παροχές. Και αυτό, ενώ η χώρα μας βιώνει εμφανή δημογραφική συρρίκνωση.
Η φοιτητική χορηγία: αύξηση στα χαρτιά
Το ποσό της φοιτητικής χορηγίας για πολύτεκνους παραμένει ουσιαστικά καθηλωμένο από τη δεκαετία του 1990: 1.000 λίρες, δηλαδή €1.709. Τότε, το ποσό αυτό κάλυπτε περίπου τα μισά ετήσια έξοδα ενός φοιτητή.
Σήμερα, ακόμη και με αύξηση 10%, το ποσό φτάνει περίπου στα €1.880. Ένα ποσό που αντιστοιχεί περίπου στα έξοδα ενός μόνο μήνα σπουδών.
Η αγοραστική του αξία δεν έχει καμία σχέση με εκείνη του 1990. Δεν πρόκειται για ουσιαστική ενίσχυση. Πρόκειται για μια περιορισμένη προσαρμογή που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος ζωής.
Το φορολογικό: διόρθωση, όχι πολιτική στήριξης
Μέσω του νέου φορολογικού συστήματος, ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες που δεν λάμβαναν καμία στήριξη από το 2012 θα δουν κάποια ανακούφιση. Όμως πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι:
Η στήριξη που αφορά τα παιδιά ανέρχεται περίπου στα €200–300 ετησίως ανά παιδί. Δεν πρόκειται για γενναιόδωρη πολιτική. Πρόκειται για περιορισμένη αποκατάσταση μιας αδικίας που διαρκούσε για χρόνια.
Το να παρουσιάζεται το συνολικό φορολογικό όφελος — που αφορά όλους τους φορολογούμενους — ως μεγάλη ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών δημιουργεί παραπλανητική εικόνα.
Οι οικογένειες αυτές δεν “ευνοήθηκαν”. Απλώς έπαψαν να αδικούνται όπως συνέβαινε μετά το 2012, όταν θεσπίστηκαν αυστηρότερα κριτήρια εν μέσω οικονομικής κρίσης. Η Κύπρος όμως εξήλθε από το μνημονιακό πρόγραμμα το 2016. Η λογική των περιορισμών γιατί παραμένει;
Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν αυταπάτες
Οι πολύτεκνες οικογένειες από 10.065 το 2012 μειώθηκαν σε 3.166 το 2024.
Οι γεννήσεις Κυπρίων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο.
Η Κύπρος κατατάσσεται τελευταία πανευρωπαϊκά στις δαπάνες στήριξης παιδιών και οικογενειών.
Αυτή είναι η εικόνα.
Και μπροστά σε αυτή την εικόνα, τα μέτρα που ανακοινώνονται μοιάζουν μικρά και τσιγκούνικα σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος.
Τα πράγματα είναι απλά
Το κράτος πρέπει να πάρει μια ξεκάθαρη πολιτική απόφαση:
να συμπεριφερθεί πιο γενναιόδωρα προς τις οικογένειες με παιδιά, όπως πράττουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Δεν μπορεί η Κύπρος να βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη στη στήριξη των παιδιών και ταυτόχρονα να μιλά για αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας.
Δεν μπορεί η φιλοσοφία να είναι πώς θα περιοριστεί η πρόσβαση μέσω αυστηρών κριτηρίων και πώς θα “ροκανίζεται” σταδιακά η ουσιαστική στήριξη.
Η επιλογή είναι πολιτική.
Είναι θέμα προτεραιοτήτων.
Αν θέλουμε να έχει η Τσικνοπέμπτη παιδικές φωνές γύρω από τα τραπέζια και αυλές γεμάτες ζωή, τότε χρειάζονται γενναίες αποφάσεις — όχι μεζεδάκια πολιτικής.
Το δημογραφικό δεν περιμένει.
*Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων