Όταν ο ΟΗΕ αδειάζει από χρήμα και κύρος
Σήμερα, ο ΟΗΕ κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν Οργανισμό διαχείρισης χαμηλής έντασης κρίσεων, αδύναμο να επηρεάσει τις στρατηγικές αποφάσεις των μεγάλων.
Η πρόσφατη επιστολή-προειδοποίηση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για τον «ορατό κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης» του Οργανισμού, δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα γραφειοκρατικό καμπανάκι κινδύνου. Είναι μια δραματική πολιτική παραδοχή αποσύνθεσης, που αγγίζει τον πυρήνα της διεθνούς τάξης όπως αυτή συγκροτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όποιος δεν θέλει να δει την τραγικότητα των στιγμών, εθελοτυφλεί. Και η ιστορική ειρωνεία είναι αμείλικτη. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα και για την Κοινωνία των Εθνών, όταν ο Μπενίτο Μουσολίνι χλεύαζε ότι «είναι πολύ καλή όταν κραυγάζουν τα σπουργίτια, αλλά άχρηστη όταν καβγαδίζουν οι αετοί».
Η οικονομική κρίση του ΟΗΕ δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι το συσσωρευμένο αποτέλεσμα χρόνιων δομικών παθογενειών, γεωπολιτικών ανταγωνισμών και μιας αυξανόμενης απροθυμίας των ισχυρών κρατών να χρηματοδοτούν έναν Oργανισμό που τα ίδια τον υπονομεύουν πολιτικά. Οι καθυστερήσεις και οι περικοπές στις εισφορές, ιδιαίτερα από μεγάλους χρηματοδότες, έχουν οδηγήσει σε ταμειακή ασφυξία, επηρεάζοντας βασικές λειτουργίες, όπως ειρηνευτικές αποστολές, ανθρωπιστικά προγράμματα, ακόμη και τη στοιχειώδη διοικητική λειτουργία της Γραμματείας.
Η προειδοποίηση Γκουτέρες αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή δεν αφορά απλώς έναν ισολογισμό. Αφορά την ικανότητα του ΟΗΕ να λειτουργήσει ως στοιχειώδης μηχανισμός διεθνούς σταθερότητας σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, όπως πόλεμοι υψηλής έντασης, κλιματική κατάρρευση, μεταναστευτικές ροές, επισιτιστική ανασφάλεια, τεχνολογικοί κίνδυνοι. Η οικονομική εξάντληση του Οργανισμού έρχεται τη στιγμή που οι ανάγκες του κόσμου από τον ΟΗΕ είναι μεγαλύτερες από ποτέ.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο από την έλλειψη χρημάτων. Είναι πολιτικό και θεσμικό. Ο ΟΗΕ χρηματοδοτείται από κράτη που συχνά αντιμετωπίζουν τον Οργανισμό ως εργαλείο, όχι ως συλλογικό αγαθό. Όταν οι αποφάσεις δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, τον παραλύουν. Όταν χρειάζονται νομιμοποίηση, τον επικαλούνται. Αυτή η εργαλειακή σχέση διαβρώνει τη βούληση για συνεπή χρηματοδότηση και ενισχύει την αίσθηση ότι ο ΟΗΕ είναι χρήσιμος μόνο επιλεκτικά.
Η σύγκριση με την Κοινωνία των Εθνών δεν είναι απλώς ρητορική. Τότε, όπως και σήμερα, οι μεγάλες δυνάμεις αρνούνταν να δεσμευτούν ουσιαστικά σε ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας που περιόριζε την ελευθερία κινήσεών τους. Η οικονομική αποδυνάμωση προηγήθηκε της πολιτικής κατάρρευσης. Όταν ήρθαν οι «αετοί» να συγκρουστούν, ο θεσμός δεν είχε ούτε τα μέσα, ούτε την πολιτική νομιμοποίηση να παρέμβει.
Σήμερα, ο ΟΗΕ κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν Οργανισμό διαχείρισης χαμηλής έντασης κρίσεων, αδύναμο να επηρεάσει τις στρατηγικές αποφάσεις των μεγάλων. Η οικονομική κρίση απλώς επιταχύνει αυτήν τη διολίσθηση. Η περικοπή προγραμμάτων, η συρρίκνωση αποστολών και η διοικητική αβεβαιότητα υπονομεύουν το ηθικό και τη λειτουργικότητα ενός Οργανισμού, που ήδη δοκιμάζεται από εσωτερικές αντιφάσεις.
Οι προκλήσεις είναι πολλαπλές. Πρώτον, το χρηματοδοτικό μοντέλο του ΟΗΕ είναι παρωχημένο. Βασίζεται σε κρατικές εισφορές που συχνά γίνονται αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης στα κράτη-μέλη. Δεύτερον, η άνιση κατανομή ισχύος στο Συμβούλιο Ασφαλείας δημιουργεί ένα μόνιμο έλλειμμα νομιμοποίησης, ιδίως στον Παγκόσμιο Νότο, που δυσχεραίνει τη συναίνεση για ενίσχυση του Οργανισμού. Τρίτον, η έλλειψη διαφάνειας και η γραφειοκρατική ακαμψία ενισχύουν την κριτική περί αναποτελεσματικότητας.
Ωστόσο, η κατάρρευση δεν είναι αναπόφευκτη. Υπάρχουν ρεαλιστικές λύσεις, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση. Η πρώτη αφορά τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης. Ο ΟΗΕ δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από κρατικές εισφορές. Καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως παγκόσμιοι φόροι σε συγκεκριμένες διασυνοριακές δραστηριότητες ή δεσμευτικές συνεισφορές από διεθνείς οικονομικούς Οργανισμούς, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα του Οργανισμού χωρίς να υπονομεύουν τον δημόσιο χαρακτήρα του.
Δεύτερον, απαιτείται θεσμική μεταρρύθμιση που να αποκαθιστά μέρος της αξιοπιστίας του ΟΗΕ. Η ενίσχυση της διαφάνειας στη διαχείριση πόρων και η σαφής σύνδεση χρηματοδότησης και αποτελεσμάτων θα μπορούσαν ν’ απαντήσουν σε βάσιμες ανησυχίες κρατών-μελών. Η αποτελεσματικότητα δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα, είναι προϋπόθεση πολιτικής στήριξης.
Τρίτον, ο ΟΗΕ οφείλει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του σε έναν πολυπολικό κόσμο. Δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική της μεταπολεμικής εποχής, όταν η ηγεμονία των νικητών παρείχε ένα σχετικό πλαίσιο σταθερότητας. Χρειάζεται μεγαλύτερη ενσωμάτωση περιφερειακών Οργανισμών και ουσιαστική συμμετοχή αναδυόμενων δυνάμεων στη λήψη αποφάσεων, ώστε η χρηματοδότηση να συνοδεύεται από αίσθηση ιδιοκτησίας.
Η προειδοποίηση Γκουτέρες είναι, στην ουσία, μια τελευταία έκκληση. Όχι μόνο για χρήματα, αλλά για πολιτική σοβαρότητα. Η κατάρρευση του ΟΗΕ δεν θα σημάνει απλώς το τέλος ενός Οργανισμού. Θα σηματοδοτήσει την αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να διατηρήσει έστω ένα ελάχιστο πλαίσιο κανόνων σε έναν κόσμο που ολισθαίνει προς τον ωμό ανταγωνισμό ισχύος.
Συμπερασματικά, αν η διεθνής κοινότητα επιλέξει να αγνοήσει το μήνυμα, τότε η ιστορία δύσκολα θα είναι επιεικής. Όπως και στην περίπτωση της Κοινωνίας των Εθνών, δεν θα φταίει ο Οργανισμός αφ’ εαυτού, αλλά εκείνοι που τον άφησαν ν’ αδειάσει από πόρους, αρμοδιότητες και νόημα. Και τότε, όταν οι «αετοί» συγκρουστούν ξανά, δεν θα υπάρχει ούτε ένα τραπέζι διαλόγου για να σωθούν τα προσχήματα.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην Πρύτανης