Πώς το Ισραήλ άνοιξε πρεσβεία στην Κύπρο το 1961

Η Κύπρος άνοιξε για πρώτη φορά πρεσβεία στο Ισραήλ το 1994, αφού ήταν η τελευταία χώρα της Ευρώπης με την οποία εγκαθίδρυσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις το Ισραήλ.

Η δυναμική που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις Κύπρου - Ισραήλ δίδει μία προοπτική περιφερειακής συνεργασίας σε βάθος χρόνου, η οποία σε παλαιότερες δεκαετίες ήταν απαγορευτική της διανοίας. Τόσο η δημιουργία όσο και η εξέλιξη των διπλωματικών σχέσεων της Κύπρου με το Ισραήλ, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, υπήρξε προβληματική λόγω της ιεραρχήσεως των προτεραιοτήτων εξωτερικής πολιτικής εξ αμφοτέρων των πλευρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστούν τα γεγονότα από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 16 Αυγούστου του 1960, μέχρι και το άνοιγμα της πρεσβείας του Ισραήλ στη Λευκωσία, στις 20 Ιανουαρίου 1961.

Ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, βρέθηκε εκείνους τους πέντε μήνες μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από τη μία έπρεπε να υπολογίσει τις καλές σχέσεις που είχε από την αρχή με την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (ΗΑΔ – ένωση Αιγύπτου και Συρίας), και πιο ειδικά με τον Πρόεδρο Νάσσερ, καθώς επίσης και την απροθυμία της Ελλάδος να συνάψει de jure διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, αφού στην προτεραιότητα τής τότε κυβερνήσεωςς Καραμανλή ήταν η διατήρηση φιλικών σχέσεων με το καθεστώς του Νάσσερ, με σκοπό να προστατευθεί η ευάριθμη ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου. Από την άλλη, το Ισραήλ πίεζε για εξασφάλιση το ταχύτερο της συναινέσεως του Μακαρίου για άνοιγμα πρεσβείας στη Λευκωσία. Παρά το ότι από τον Αύγουστο του 1960, ο Μακάριος απεδέχθη την ανταλλαγή πρέσβεων, εντούτοις καθυστερούσε την υλοποίηση της αποφάσεως και μόνο κατόπιν πίεσης της Τουρκίας, μέσω της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, δέχθηκε τα διαπιστευτήρια του Ισραηλινού πρέσβη στις 20 Ιανουαρίου 1960.

Το ερώτημα, όμως, που πλανάται για τα δεδομένα της εποχής εκείνης είναι: γιατί το νεοσύστατο τότε Ισραήλ έδιδε τόση πολιτική και διπλωματική έμφαση στο άνοιγμα πρεσβείας σε ένα μικρό κράτος, όπως η Κύπρος, με το οποίο ούτε ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς είχε αλλά ούτε μπορούσε να προσφέρει πολλά στη διπλωματία του; Το ερώτημα αυτό γίνεται πιο έντονο, αν λάβουμε υπόψη ότι το 1960 ελάχιστες ήταν οι πρεσβείες του Ισραήλ στο εξωτερικό.

Το ενδιαφέρον του Ισραήλ εδράζεται σε μία σειρά από λόγους. Πρώτος, ήταν η προσπάθεια εξόδου από τη γεωστρατηγική απομόνωση στην οποία ευρίσκετο το εβραϊκό κράτος από την ίδρυσή του το 1948. Η Κύπρος ήταν το μοναδικό μη εχθρικό κράτος, με το οποίο είχε κοινά θαλάσσια και εναέρια σύνορα. Ο δεύτερος ήταν ο φόβος ότι αν η νεοσύστατη Κύπρος ερχόταν κάτω από την επιρροή του Νάσσερ, το Ισραήλ θα καταδικαζόταν σε πλήρη γεωστρατηγική απομόνωση. Ο τρίτος λόγος αφορούσε στην προσπάθεια του Ισραήλ να προσεγγίσει την Ελλάδα, μέσω της ελληνικής ηγεσίας της Κύπρου, αφού οι στενές σχέσεις που ανέπτυξε η κυβέρνηση Καραμανλή με το καθεστώς του Νάσσερ προκαλούσαν πονοκέφαλο. Τέλος, ένας πολύ σημαντικός λόγος ήταν η ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας που είχε αναπτύξει το Ισραήλ με την Τουρκία. Ήδη, από τον Αύγουστο του 1958, οι Πρωθυπουργοί του Ισραήλ και της Τουρκίας, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν και Αντνάν Μεντερές, συναντήθηκαν μυστικώς στην Άγκυρα και συμφώνησαν στην ανταλλαγή πληροφοριών, με σκοπό να αναχαιτίσουν την επέκταση της επιρροής του Νάσσερ στην περιοχή. Το Ισραήλ τότε, λόγω της φιλοαραβικής πολιτικής της Ελλάδος και της Κύπρου, θεωρούσε ότι δεν ήταν εφικτή μία στρατηγική περιφερειακή συνεργασία με τα δύο κράτη, συνεπώς έπρεπε να δώσει έμφαση στη σχέση με την Τουρκία. Αναπτύσσοντας διπλωματικές σχέσεις με την Κύπρο, ενίσχυε τις σχέσεις του με την Τουρκία μέσω της τουρκικής ηγεσίας του νησιού και μπορούσε ταυτόχρονα να συνομιλεί με την ελληνική πλευρά προκειμένου να περιορίζει την επιρροή των Αράβων στις αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά τη διάρκεια του αντιαποικιακού αγώνα στην Κύπρο, παρά το ότι το Ισραήλ δεν υποστήριξε ανοικτά ούτε την Ένωση ούτε τη διχοτόμηση, παρασκηνιακώς, όμως, υποστήριξε στον ΟΗΕ τις τελικές τουρκικές θέσεις για συμβιβασμό στο Κυπριακό, σε αντίθεση με αραβικά κράτη που συντονίστηκαν τότε με την ελληνική διπλωματία.

Σύμφωνα με έγγραφο του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών (από το κρατικό αρχείο του Ισραήλ), σε σύσκεψη που έγινε στις αρχές Ιουλίου 1959 από ανωτέρους υπαλλήλους του Υπουργείου προκειμένου να διαμορφώσουν την πολιτική του Ισραήλ έναντι της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας και για να δοθούν κατευθύνσεις στον πρώτο πρόξενο που θα έστελνε το Ισραήλ στο νησί, ο Μοσέ Σασσόν, επικεφαλής του τμήματος Μέσης Ανατολής του Υπουργείου, ανεγνώρισε ότι οι Τούρκοι της Κύπρου ήταν οι φυσικοί σύμμαχοι του Ισραήλ, αλλά τόνισε ότι θα πρέπει ν’ αποφύγουν να εμπλέξουν το θέμα της Κύπρου στην αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση, γιατί θα ήταν επιζήμιο για το Ισραήλ.

Τον Δεκέμβριο του 1959, ο Μοσέ Σασσόν εξασφάλισε τη συναίνεση τού τότε Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Φατίν Ζορλού, ότι η Άγκυρα θα βοηθούσε το Ισραήλ ν’ ανοίξει πρεσβεία στη Λευκωσία. Τα πράγματα είχαν ήδη περιπλεχθεί από τον Ιούνιο του 1960, όταν ο Νάσσερ επεσκέφθη την Ελλάδα και, προκειμένου να εξασφαλίσει η ελλαδική κυβέρνηση την αποδοχή των θέσεών της για την ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου, άρχισε να ασκεί πιέσεις στον Μακάριο να μη δεχθεί την παρουσία του Ισραήλ στην Κύπρο.

Τότε το Ισραήλ στράφηκε πάλι προς την Τουρκία για ν’ ασκήσει πίεση στον Μακάριο. Έτσι, στις 13 Ιανουαρίου 1961, οι Φαζίλ Κιουτσούκ, Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ραούφ Ντενκτάς, πρόεδρος της Τουρκική Κοινοτικής Συνελεύσεως και Οσμάν Ορέκ, Υπουργός Άμυνας, συναντήθηκαν με τον Μακάριο απαιτώντας επιτακτικώς και χωρίς καθυστέρηση την αποδοχή του Ισραηλινού πρέσβεως στη Λευκωσία. Τελικώς, ο Μακάριος απεδέχθη, καθυστερώντας μόνο για λίγες μέρες, προκειμένου να εγκατασταθεί πρώτος ο πρέσβης της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας για καθαρώς συμβολικούς λόγους.

Η εγκατάσταση του Ισραηλινού πρέσβεως έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1961 και απετέλεσε το επιστέγασμα μιας έντονης διπλωματικής προσπάθειας του Ισραήλ, που άρχισε από τις αρχές του 1959 και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη στρατηγική του σχέση με την Τουρκία. Για την ιστορία, η Κύπρος άνοιξε για πρώτη φορά πρεσβεία στο Ισραήλ το 1994, αφού ήταν η τελευταία χώρα της Ευρώπης με την οποία εγκαθίδρυσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις το Ισραήλ.