ΟΗΕ και Κυπριακό: Λόγια χωρίς αποτέλεσμα
Η πρόσφατη παρέμβαση της Μαρία Άνχελα Ολγκίν, προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, μέσα στις σελίδες κυπριακού Τύπου, έρχεται σε μια στιγμή που η κυπριακή κοινωνία ισορροπεί ανάμεσα στη συσσωρευμένη κόπωση και στην ανάγκη να διατηρήσει μια στοιχειώδη ελπίδα. Το άρθρο της, με τίτλο «Πρόκληση: Η οικοδόμηση κοινού εδάφους μέσα από τον διάλογο των ηγετών», επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια της εμπιστοσύνης ως θεμελίου για την επανεκκίνηση της διαδικασίας. Όμως πίσω από τη ρητορική της συναίνεσης και της καλής θέλησης αναδύεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Πόσο ακόμη μπορεί να ανακυκλώνεται η γλώσσα της διαδικασίας χωρίς απτό αποτέλεσμα και χωρίς ανάληψη ευθύνης από τον ίδιο τον διεθνή οργανισμό που έχει την εντολή να διαμεσολαβεί;
Η απεσταλμένη αναγνωρίζει ότι, σχεδόν ένα χρόνο μετά τις δεσμεύσεις για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος. Η διατύπωση είναι προσεκτική, διπλωματικά ισορροπημένη, αλλά πολιτικά αποκαλυπτική. Διότι όταν μια διαδικασία παραμένει στάσιμη, η ευθύνη δεν μπορεί να επιμερίζεται αόριστα. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται η έλλειψη προόδου. Πρέπει να αναζητούνται οι αιτίες της και να αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες υπέρβασής της. Στο σημείο αυτό ανακύπτει η βασική κριτική, ότι δηλαδή ο ΟΗΕ μοιάζει να περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή της στασιμότητας, αντί να λειτουργεί ως ενεργός καταλύτης υπέρβασής της.
Η έννοια της «οικοδόμησης κοινού εδάφους» είναι ελκυστική και πολιτικά ορθή. Υποδηλώνει μια διαδικασία σταδιακής προσέγγισης, έναν χώρο όπου οι δύο πλευρές μπορούν να συναντηθούν χωρίς να απεμπολήσουν τις βασικές τους θέσεις. Ωστόσο, το Κυπριακό δεν είναι μια σύγκρουση που πάσχει από έλλειψη γλωσσικών γεφυρών. Πάσχει από έλλειψη πολιτικών αποφάσεων. Τα κρίσιμα ζητήματα, η πολιτική ισότητα, η ασφάλεια, οι εγγυήσεις, οι εδαφικές ρυθμίσεις, η λειτουργικότητα ενός ομοσπονδιακού σχήματος, δεν λύνονται με την καλλιέργεια καλού κλίματος, αλλά με σαφείς προτάσεις, διαπραγμάτευση επί της ουσίας και, τελικά, με πολιτικό κόστος που κάποιος πρέπει να αναλάβει.
Η επιμονή του ΟΗΕ στην εμπιστοσύνη ως προϋπόθεση μοιάζει να αντιστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Η εμπιστοσύνη δεν προηγείται των πράξεων, αλλά ακολουθεί τις πράξεις. Χτίζεται όταν οι δεσμεύσεις τηρούνται, όταν οι συμφωνίες εφαρμόζονται, όταν οι μικρές συμφωνημένες κινήσεις μεταφράζονται σε ορατή αλλαγή στην καθημερινότητα των πολιτών. Στην Κύπρο, αντίθετα, η διαδικασία μοιάζει να κινείται σε έναν κύκλο συναντήσεων, δηλώσεων και προσδοκιών που διαρκώς ανανεώνονται χωρίς να εκπληρώνονται. Η διατήρηση του διαλόγου παρουσιάζεται ως επιτυχία, ακόμη κι όταν δεν παράγει αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική λύση, αλλά διαχείριση αδιεξόδου.
Η ευθύνη του ΟΗΕ σ’ αυτή τη φάση δεν είναι απλώς διαδικαστική, αλλά βαθιά πολιτική. Ο διεθνής οργανισμός διαθέτει την ιστορική μνήμη των προηγούμενων γύρων, τη θεσμική νομιμοποίηση και την εμπειρία σύνθεσης πλαισίων λύσης. Έχει στα χέρια του το κεκτημένο των συγκλίσεων, τις παραμέτρους των ψηφισμάτων, τα προηγούμενα διαπραγματευτικά κείμενα. Αντί, λοιπόν, να επανεκκινεί κάθε φορά τη συζήτηση από το επίπεδο της «προσωπικής σχέσης των ηγετών», θα μπορούσε να επιμείνει σ’ ένα σαφές, δομημένο πλαίσιο με συγκεκριμένα ορόσημα και χρονοδιάγραμμα, με βάση το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Η απουσία τέτοιου πλαισίου δημιουργεί την εντύπωση ότι η διαδικασία εξαρτάται αποκλειστικά από τη διάθεση των δύο ηγετών, ενώ ο ρόλος του ΟΗΕ περιορίζεται στη διευκόλυνση της επικοινωνίας.
Το πρόβλημα είναι ότι το Κυπριακό δεν βρίσκεται σε φάση απλής παρεξήγησης που μπορεί να επιλυθεί με καλύτερη επικοινωνία. Βρίσκεται σε φάση στρατηγικής απόκλισης. Η μια πλευρά επιμένει στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, όπως προβλέπεται από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η άλλη προβάλλει τη θέση των δύο κρατών. Όταν οι στρατηγικοί στόχοι αποκλίνουν τόσο ριζικά, η επίκληση της εμπιστοσύνης δεν αρκεί. Χρειάζεται καθαρή τοποθέτηση του διεθνούς παράγοντα υπέρ της εφαρμογής του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, και, εάν χρειάζεται, άσκηση πίεσης ώστε να αποτραπεί η διολίσθηση προς οριστική διχοτόμηση.
Το πλαίσιο που κινείται σήμερα ο ΟΗΕ καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο εύθραυστη και ασταθή. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αντιμετωπίζει σωρευμένα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, με τον Γενικό Γραμματέα να καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα πολέμους υψηλής έντασης, παρατεταμένες ανθρωπιστικές κρίσεις, αλλά και μια πρωτοφανή κρίση χρηματοδότησης που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργική του ικανότητα. Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι θεωρητικοί· μεταφράζονται σε μειωμένους πόρους, περιορισμένη διπλωματική ενέργεια και μικρότερο περιθώριο πολιτικού ρίσκου σε σύνθετες και χρονίζουσες διαπραγματεύσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Κυπριακό δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη ή επείγουσα προτεραιότητα για τη διεθνή γραμματεία, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από σαφή προοπτική επιτυχίας. Η κόπωση από δεκαετίες άκαρπων προσπαθειών είναι εμφανής και η υπομονή της διεθνούς κοινότητας περιορισμένη, τόσο σε πολιτικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο. Ο κίνδυνος είναι διπλός. Αφενός η διαδικασία να μετατραπεί σε τυπική διαχείριση του στάτους κβο και αφετέρου το Κυπριακό να υποβαθμιστεί περαιτέρω στην ιεράρχηση διεθνών προτεραιοτήτων. Αν η όποια διαδικασία δεν παρουσιάσει σύντομα απτά σημάδια προόδου, με μετρήσιμα αποτελέσματα και πολιτική δυναμική, ο κίνδυνος αυτής της υποβάθμισης είναι απολύτως πραγματικός και ενδέχεται να καταστεί μη αναστρέψιμος.
Η πολιτική συγκυρία του 2026, με εκλογικές διαδικασίες και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, προβάλλονται ως ανασταλτικοί παράγοντες από κάποιους για δικούς τους λόγους. Όμως οι συγκυρίες δεν μπορούν να λειτουργούν μόνιμα ως άλλοθι ακινησίας. Αντιθέτως, συχνά οι περίοδοι θεσμικής ευθύνης, όπως η προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν να αξιοποιηθούν ως μοχλός ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δυναμικής. Το ζητούμενο είναι αν ο ΟΗΕ επιλέγει να κινηθεί ενεργά προς αυτή την κατεύθυνση ή αν περιορίζεται στη διαχείριση της υφιστάμενης ισορροπίας.
Η αποστολή της απεσταλμένης έχει, αναμφίβολα, δύσκολο έργο. Η διπλωματία απαιτεί λεπτές ισορροπίες και αποφυγή δημόσιας στοχοποίησης. Ωστόσο, η υπερβολική ουδετερότητα σε μια κατάσταση παρατεταμένης παραβίασης του status quo μπορεί να εκληφθεί ως παθητικότητα. Ο ΟΗΕ δεν είναι απλώς ένας διαμεσολαβητής μεταξύ δύο μερών, αλλά θεματοφύλακας διεθνούς νομιμότητας. Όταν η διαδικασία απομακρύνεται από τις συμφωνημένες παραμέτρους, ο οργανισμός οφείλει να το επισημαίνει ρητά και να προσανατολίζει τη συζήτηση πίσω στη βάση των ψηφισμάτων του.
Επιπλέον, η κοινωνία των πολιτών παραμένει σχεδόν απούσα από τη συζήτηση, όπως τουλάχιστον αποτυπώνεται στη δημόσια ρητορική. Η επίκληση του «διαλόγου των ηγετών» υποβαθμίζει τον ρόλο των ίδιων των πολιτών, που τελικά θα κληθούν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν μια συμφωνία. Αν δεν υπάρξει παράλληλη καλλιέργεια κουλτούρας συμβιβασμού, ενημέρωση, ειλικρινής συζήτηση για τα οφέλη και τα κόστη μιας λύσης, καμιά συμφωνία δεν θα είναι βιώσιμη. Και σ’ αυτό το επίπεδο, ο ΟΗΕ θα μπορούσε να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο, ενισχύοντας προγράμματα διακοινοτικής συνεργασίας και θεσμικού διαλόγου πέρα από το επίπεδο των ηγετών.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάγνωση της παρέμβασης Ολγκίν είναι ότι η διαδικασία βρίσκεται σε φάση συντήρησης, όχι προόδου. Η διατήρηση ανοιχτών διαύλων είναι αναγκαία, αλλά δεν συνιστά από μόνη της επιτυχία. Αν ο ΟΗΕ επιθυμεί να ανακτήσει την αξιοπιστία του στο Κυπριακό, οφείλει να περάσει από τη γλώσσα της πρόθεσης στη γλώσσα της δέσμευσης. Να θέσει σαφές πλαίσιο, να καθορίσει μετρήσιμα βήματα, να επαναβεβαιώσει ρητά τη βάση λύσης και να αξιοποιήσει τη διεθνή και ευρωπαϊκή διάσταση ως μοχλό κινήτρων και πιέσεων.
Συμπερασματικά, η Κύπρος δεν αντέχει άλλον ένα κύκλο προσδοκιών χωρίς αποτέλεσμα. Η οικοδόμηση κοινού εδάφους δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη μεταφορά. Πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένο πολιτικό σχεδιασμό. Αν ο ΟΗΕ επιλέξει να αναλάβει πλήρως τον ρόλο που του αναλογεί, με σαφήνεια, τόλμη και στρατηγική επιμονή στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, τότε ίσως η τρέχουσα φάση να αποτελέσει πράγματι αφετηρία. Αν όχι, τότε το νησί θα συνεχίσει να ζει στη σκιά μιας διαδικασίας που διατηρείται για να μην καταρρεύσει, αλλά δεν προχωρά για να οδηγήσει σε λύση.
*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης.