Αναλύσεις

Crash test για τις εκποιήσεις ενόψει εκλογών

Τι προβλέπουν οι προτάσεις νόμου και η ευθύνη έναντι των δανειοληπτών

Στην καρδιά της συζήτησης για την προστασία των δανειοληπτών βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τρεις κρίσιμες προτάσεις νόμου, που επαναφέρουν βασικά δικαιώματα πολιτών και επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δύο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές.

Η πρώτη αφορά την επαναφορά του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη πριν από την ολοκλήρωση μιας εκποίησης, δίνοντας τη δυνατότητα στους πολίτες να ζητήσουν αναστολή των διαδικασιών και να προστατεύσουν την κύρια κατοικία τους ή μικρούς επαγγελματικούς χώρους.

Η δεύτερη εισάγει ξανά το σχέδιο «ενοίκιο έναντι δόσης», που επιτρέπει στον δανειολήπτη να παραμένει στην κατοικία του καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο αντί της δόσης του δανείου, εξασφαλίζοντας έτσι μια προσωρινή αλλά ουσιαστική στήριξη σε περιόδους οικονομικής δυσκολίας.

Η τρίτη πρόταση αφορά την προστασία των εγγυητών, περιορίζοντας την ευθύνη τους στο αρχικό ποσό του δανείου, μειωμένο κατά το ποσό που εισπράττεται από τον πλειστηριασμό ή την ανάκτηση του ακινήτου, ενώ προβλέπει ότι η τράπεζα ή η εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων υποχρεούται ν’ αναμένει την έκδοση δικαστικής απόφασης σε περίπτωση αμφισβήτησης του οφειλόμενου ποσού.

Στο σφυρί κύριες κατοικίες

Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος γίνεται ιδιαίτερα εμφανής από τα στοιχεία που κατέθεσε η Χρηματοοικονομική Επίτροπος, Βαλεντίνα Γεωργιάδου, στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Επίτροπος δέχτηκε 215 αιτήματα για αναστολή εκποίησης, εκ των οποίων τα 197, δηλαδή το 90%, αφορούν κύριες κατοικίες. Από αυτές, το 55% έχουν αξία κάτω των €250.000, ενώ το 16% κινούνται μεταξύ €250.000 και €350.000. Με άλλα λόγια, επτά στις δέκα κατοικίες που βρέθηκαν υπό απειλή εκποίησης έχουν αξία κάτω των €350.000, γεγονός που αναδεικνύει την κοινωνική έκταση του προβλήματος και την ανάγκη για νομοθετικές παρεμβάσεις που προστατεύουν την πρώτη κατοικία.

Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας υπογραμμίζουν ότι, παρά τις εκποιήσεις και τις αναδιαρθρώσεις, το συνολικό υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να αυξάνεται, επηρεάζοντας τη διαχείριση των οφειλών και τη δυνατότητα προστασίας των πολιτών.

Εκτροχιασμός ισορροπίας πολιτών και τραπεζών

Αρχικά το ΑΚΕΛ τονίζει τη διαχρονική ανάγκη αποκατάστασης της ισορροπίας μεταξύ πολιτών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Όπως εξήγησε ο Άριστος Δαμιανού, εδώ και δέκα χρόνια η κοινοβουλευτική ομάδα του ΑΚΕΛ διεκδικεί δικαιότερες ρυθμίσεις για δανειολήπτες και εγγυητές, υπογραμμίζοντας ότι η ισορροπία μεταξύ των προνομίων των τραπεζών και των ελάχιστων δικαιωμάτων των πολιτών έχει εκτροχιαστεί. Επισήμανε ότι οι επανειλημμένες προτάσεις του κόμματος δεν έχουν αντιμετωπιστεί ουσιαστικά, με το μόνιμο άλλοθι των προηγούμενων κυβερνήσεων να είναι ένα «θα», που ποτέ δεν μετουσιώθηκε σε δράση.

Τα αποτελέσματα, όπως τόνισε, είναι ορατά στην καθημερινή ζωή των πολιτών, με χιλιάδες να έχουν ήδη χάσει την πρώτη τους κατοικία και πολλούς άλλους να βρίσκονται σε διαδικασία απώλειας σπιτιού ή οικογενειακής εργασίας. Βασικός στόχος των προτάσεων του ΑΚΕΛ είναι η επαναφορά της δυνατότητας προσφυγής στη Δικαιοσύνη πριν από την ολοκλήρωση μιας εκποίησης, ώστε να προστατεύεται η κύρια κατοικία και η μικρή επιχειρηματική στέγη.

Πλήγμα για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα

Με τη σειρά του το Κίνημα Οικολόγων υπογραμμίζει ότι μεγάλο ποσοστό των πλειστηριασμών αφορά κύριες κατοικίες χαμηλής αξίας, ενώ τα δεδομένα από την Κεντρική Τράπεζα και τη Χρηματοοικονομική Επίτροπο καταδεικνύουν ότι η διαδικασία των εκποιήσεων πλήττει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Παράλληλα, ο πρόεδρος του κινήματος, Σταύρος Παπαδούρης, εξέφρασε ανησυχία για τη συνεχή αύξηση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω των υψηλών τόκων υπερημερίας, παρόλο που μέρος των δανείων έχει ήδη πλειστηριαστεί ή αναδιαρθρωθεί.

Ο κ. Παπαδούρης επισήμανε ότι, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Κύπρο η δικαστική διαδικασία για εκκρεμείς υποθέσεις απαιτεί χρόνια, ενώ οι εκποιήσεις προχωρούν ταχύτατα, προκαλώντας κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα.

Ενίσχυση θεσμών και ταμείο αλληλεγγύης

Την ίδια ώρα, η ΔΗΠΑ κατέθεσε πρόταση αναστολής εκποιήσεων πρώτης κατοικίας έως το τέλος του 2026 για ακίνητα αξίας έως €350.000, με επαναφορά του σχεδίου «ενοίκιο έναντι δόσης». Ο Μάριος Καρογιάν τόνισε ότι η παρέμβαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου δεν αξιοποιείται επαρκώς, με αποτέλεσμα τράπεζες και επενδυτικά ταμεία να προχωρούν σε εκποιήσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Η ΔΗΠΑ προτείνει επίσης την ενίσχυση του θεσμού, ώστε οι αποφάσεις του να είναι δεσμευτικές όταν η διαφορά δανειολήπτη - πιστωτή δεν υπερβαίνει τα €50.000, και την υποχρεωτική εφαρμογή του Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας για δάνεια με αποπληρωμένο κεφάλαιο τουλάχιστον 50%.

Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία ειδικού ταμείου αλληλεγγύης, μέσω ειδικού τέλους έως 15% σε κάθε ενυπόθηκο πιστωτή για κάθε ακίνητο που πλειστηριάζεται ή ανακτάται, με στόχο τη στήριξη ευάλωτων ομάδων, την κάλυψη μέρους του κόστους του σχεδίου «ενοίκιο έναντι δόσης» και την ανάπτυξη σχεδίων στέγασης νέων ζευγαριών.

«Οι τράπεζες να εγκαταλείψουν την ασυδοσία»

Ο ΔΗΣΥ παρουσίασε πρόταση νόμου για την αποκατάσταση ισορροπίας στις σχέσεις δανειοληπτών, δανειστών και εγγυητών. Η πρόταση του Αβέρωφ Νεοφύτου προβλέπει ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού ή ανάκτησης ενυπόθηκου ακινήτου, η ευθύνη των εγγυητών περιορίζεται στο αρχικό ποσό του δανείου, μειωμένο κατά το ποσό που εισπράττεται, ενώ σε περιπτώσεις εκκρεμών δικαστικών διαφορών η τράπεζα υποχρεούται ν’ αναμένει την απόφαση πριν λάβει μέτρα κατά των εγγυητών.

Με αφορμή τις προτάσεις του ΔΗΣΥ, ο Ευθύμιος Δίπλαρος εξαπέλυσε σαφείς αιχμές κατά των τραπεζών και των εταιρειών εξαγοράς δανείων, τονίζοντας ότι «οι τράπεζες έχουν αποθρασυνθεί και τα λεγόμενα funds έχουν αποθρασυνθεί και κανέναν δεν λογαριάζουν». Σε ό,τι αφορά τις εκποιήσεις πρώτης κατοικίας, απηύθυνε έκκληση προς την κυβέρνηση για αναθεώρηση υφιστάμενων σχεδίων, όπως το Σχέδιο Εστία και απαίτησε από τις τράπεζες να προχωρήσουν σε μείωση της διαφοράς μεταξύ καταθετικών και δανειστικών επιτοκίων.

Αναφερόμενος στην κριτική που δέχεται το κόμμα του για τη στάση που τήρησε στο παρελθόν, υπενθύμισε ότι ο ΔΗΣΥ στήριξε το τραπεζικό σύστημα σε περίοδο κατά την οποία, όπως είπε, βρισκόταν σε συνθήκες κατάρρευσης. «Τότε έπρεπε να στηριχθεί. Τώρα είναι η ώρα οι τράπεζες ν’ ανταποδώσουν», υπογράμμισε, καλώντας τις να εγκαταλείψουν την «ασυδοσία» και να καθίσουν στο τραπέζι του διαλόγου με τους δανειολήπτες για εξεύρεση ουσιαστικών λύσεων.

Σε ερώτηση γιατί δεν στηρίζει τη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών, απάντησε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μετακυλιστεί τελικά στους πολίτες μέσω αυξήσεων σε άλλα προϊόντα και επιτόκια, χαρακτηρίζοντάς το «δώρον-άδωρον» και τις σχετικές προτάσεις «ανεδαφικές και επικίνδυνες».

«Ανάκριση» Κεραυνού στη Βουλή

Στις 9 Μαρτίου, η Επιτροπή Οικονομικών θα ξεκινήσει τη συζήτηση των 30 προτάσεων νόμου που βρίσκονται ενώπιόν της, παρουσία του Υπουργού Οικονομικών, Μάκη Κεραυνού, ο οποίος θα κληθεί να καταθέσει τις θέσεις τής Κυβέρνησης.

Η συζήτηση αναμένεται να καθορίσει σε ποιο βαθμό οι πολίτες θα προστατευτούν από ένα σύστημα που τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Το σύνολο των παρεμβάσεων δεν συνιστά απλώς μια τεχνική αναθεώρηση διαδικασιών, αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική και θεσμική αναμέτρηση για το ποιος φέρει τελικά το βάρος της συνεχιζόμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Συνεπώς, η ουσία της συζήτησης δεν περιορίζεται στο αν θα δοθεί μια ακόμη ανάσα σε ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά στο αν το θεσμικό πλαίσιο θα επανακαθορίσει τα όρια ευθύνης και ισχύος μεταξύ ιδιωτικού χρέους και δημόσιου συμφέροντος.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική συγκυρία δύο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές προσδίδει στη συζήτηση χαρακτήρα οριακής δοκιμασίας για το ίδιο το Κοινοβούλιο. Αν θα λειτουργήσει δηλαδή ως μηχανισμός ουσιαστικού ελέγχου και διόρθωσης στρεβλώσεων ή αν θα επιβεβαιώσει την αδυναμία του να παρέμβει αποτελεσματικά σε ένα πεδίο με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Το αποτέλεσμα της επερχόμενης διαδικασίας δεν θα κριθεί μόνο με όρους αριθμών και ρυθμίσεων, αλλά με βάση το κατά πόσον θ’ αποκαταστήσει το αίσθημα θεσμικής ασφάλειας σε χιλιάδες πολίτες που βιώνουν την αβεβαιότητα.