Πολιτισμός

Η Ακρόπολη μεταξύ επιστημονικής γνώσης και μύθου

Η επιστημονική προσέγγιση δεν αφαιρεί τη γοητεία της Ακρόπολης. Αντίθετα, την ενισχύει, αναδεικνύοντας τη βαθιά ιστορικότητα και την ανθρώπινη διάσταση ενός μνημείου που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν. Η επιστημονική προσέγγιση δεν αφαιρεί τη γοητεία της Ακρόπολης. Αντίθετα, την ενισχύει, αναδεικνύοντας τη βαθιά ιστορικότητα και την ανθρώπινη διάσταση ενός μνημείου που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν.

Η Ακρόπολη των Αθηνών αποτελεί ίσως το πιο μελετημένο και ταυτόχρονα το πιο συμβολικά φορτισμένο αρχαιολογικό σύνολο στον κόσμο. Από τον 19ον αιώνα ώς σήμερα, έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τον απανταχού Ελληνισμό, τον κλασικό πολιτισμό, τη δημοκρατία και την ιδέα της Ευρώπης. Παράλληλα, όμως, η παγκόσμια αυτή ακτινοβολία της την έχει καταστήσει πρόσφορο πεδίο για την ανάπτυξη αφηγήσεων που κινούνται στα όρια, και συχνά πέρα από τα όρια, της επιστημονικής τεκμηρίωσης. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον, επανεμφανίζονται με ένταση ισχυρισμοί περί «κρυμμένων μυστικών» κάτω από τον ιερό βράχο, υπόγειων στοών άγνωστης χρήσης, καθώς και περί προηγμένης γνώσης γεωμετρίας ή αριθμολογίας που υποτίθεται ότι ενσωματώθηκε συνειδητά στον σχεδιασμό των μνημείων.

Η αρχαιολογική επιστήμη, ωστόσο, λειτουργεί με κανόνες που διαφέρουν ριζικά από τη λογική της εικασίας ή του συμβολικού συνειρμού. Η εικόνα της Ακρόπολης που προκύπτει από περισσότερους από δύο αιώνες συστηματικής έρευνας είναι πολύπλοκη, πολυεπίπεδη και ενίοτε αντιφατική, αλλά δεν αφήνει περιθώρια για μυστικιστικές ερμηνείες. Ο βράχος κατοικείται και χρησιμοποιείται αδιάλειπτα από τη νεολιθική περίοδο. Οι πρώτες οχυρώσεις του χρονολογούνται στη μυκηναϊκή εποχή, ενώ ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους η κορυφή του μετατρέπεται σε ιερό χώρο αφιερωμένο κυρίως στη θεά Αθηνά. Η κλασική ανοικοδόμηση του 5ου αιώνα π.Χ., υπό την πολιτική ηγεσία του Περικλή, δεν προέκυψε σε κενό ιστορικού χρόνου, αλλά πάτησε πάνω σε προϋπάρχουσες φάσεις χρήσης, λατρείας και καταστροφής.

Η ύπαρξη παλαιότερων στρωμάτων κάτω από τα κλασικά μνημεία αποτελεί, συνεπώς, αναμενόμενο και απολύτως τεκμηριωμένο στοιχείο. Ανασκαφικά δεδομένα έχουν αποκαλύψει θεμέλια αρχαϊκών ναών, ίχνη μυκηναϊκών οχυρώσεων, δεξαμενές συλλογής νερού και φυσικά σπήλαια στις πλαγιές του βράχου, ορισμένα από τα οποία είχαν λατρευτική χρήση ήδη στην αρχαιότητα. Τα στοιχεία αυτά είναι γνωστά, δημοσιευμένα και προσβάσιμα στη διεθνή βιβλιογραφία. Δεν συνιστούν «κρυφά μυστικά», ούτε παραπέμπουν σε κάποιαν άγνωστη ή αποσιωπημένη λειτουργία της Ακρόπολης.

Ιδιαίτερα διαδεδομένοι είναι οι ισχυρισμοί περί εκτεταμένων υπόγειων στοών, που υποτίθεται ότι συνδέουν την Ακρόπολη με άλλα σημεία της Αθήνας. Η αρχαιολογική πραγματικότητα είναι σαφής, ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ύπαρξης τέτοιου δικτύου με ενιαία σχεδίαση ή ειδικό σκοπό. Όσα υπόγεια ή ημιυπόγεια στοιχεία έχουν εντοπιστεί αφορούν είτε φυσικούς σχηματισμούς είτε κατασκευές συγκεκριμένης και γνωστής χρήσης, όπως δεξαμενές, λατρευτικά άντρα ή περιορισμένα βοηθητικά έργα. Η συστηματική απόδοση μυστικότητας σ’ αυτά τα κατάλοιπα αντανακλά περισσότερο σύγχρονες μυστικιστικές προσδοκίες παρά ιστορικά δεδομένα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και ως προς τους ισχυρισμούς περί «μυστικής γεωμετρίας» ή αριθμολογικών κωδίκων στον Παρθενώνα. Η κλασική ελληνική αρχιτεκτονική βασίζεται πράγματι σε αρχές συμμετρίας, αναλογίας και ρυθμού. Οι αρχαίοι αρχιτέκτονες διέθεταν εξαιρετική γνώση της γεωμετρίας και εμπειρική κατανόηση των οπτικών φαινομένων. Ωστόσο, η συχνά επαναλαμβανόμενη άποψη ότι ο Παρθενώνας σχεδιάστηκε με βάση τη χρυσή τομή ή άλλους αφηρημένους μαθηματικούς κώδικες δεν επιβεβαιώνεται από τις μετρήσεις και τα αρχαιολογικά δεδομένα. Οι περισσότερες αναλογίες του μνημείου μπορούν να εξηγηθούν από πρακτικούς κατασκευαστικούς κανόνες και αισθητικές επιλογές της εποχής, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε εσωτερικά ή απόκρυφα συστήματα.

Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει διαχρονικά το ζήτημα των λεγόμενων «οπτικών διορθώσεων» του Παρθενώνα. Για δεκαετίες, η άποψη ότι οι καμπυλώσεις της βάσης και η ελαφρά κλίση των κιόνων σχεδιάστηκαν ώστε να διορθώνουν οπτικές ψευδαισθήσεις εθεωρείτο σχεδόν δεδομένη. Νεότερες μελέτες, ωστόσο, επισημαίνουν ότι οι αποκλίσεις αυτές είναι τόσο μικρές, ώστε δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον ανθρώπινο οφθαλμό. Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για συνδυασμό τεχνικών επιλογών, στατικών αναγκών και κατασκευαστικών ανοχών, παρά για συστηματική εφαρμογή κάποιας θεωρητικής οπτικής στρατηγικής.

Η επιμονή σε μυστικιστικές ή εσωτερικές αναγνώσεις της Ακρόπολης δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια ευρύτερη δυσπιστία απέναντι στην επιστημονική αυθεντία, αλλά και μια σύγχρονη ανάγκη νοηματοδότησης του παρελθόντος μέσα από αφηγήσεις που υπόσχονται «κρυμμένες αλήθειες». Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Ακρόπολη λειτουργεί ως συμβολικός καμβάς πάνω στον οποίο προβάλλονται σύγχρονες αγωνίες, ταυτότητες και ιδεολογικές αναζητήσεις. Και, όμως, η πραγματική ιστορία της Ακρόπολης δεν έχει ανάγκη από μυστικά για να είναι συναρπαστική Είναι η ιστορία ενός χώρου που μετασχηματίστηκε διαρκώς, που χρησιμοποιήθηκε ως ιερό, φρούριο, χριστιανικός ναός, ισλαμικό τέμενος και, τελικά, ως παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι επίσης η ιστορία μιας κοινωνίας που επένδυσε στον δημόσιο χώρο, στην τέχνη και στη συλλογική μνήμη ως μέσα πολιτικής και πολιτισμικής αυτοσυνείδησης.

Σήμερα, η Ακρόπολη παραμένει ζωντανό μνημείο και κορυφαίο σύμβολο του Ελληνισμού, αλλά και πεδίο έντονων επιστημονικών συζητήσεων για τη διαχείριση, την αποκατάσταση και τη σχέση της με τη σύγχρονη πόλη. Αυτές οι συζητήσεις είναι απολύτως θεμιτές και αναγκαίες. Διαφέρουν, όμως, ουσιωδώς από την άκριτη αναπαραγωγή θεωριών που θολώνουν τα όρια ανάμεσα στη γνώση και στη φαντασία. Η επιστημονική προσέγγιση δεν αφαιρεί τη γοητεία της Ακρόπολης. Αντίθετα, την ενισχύει, αναδεικνύοντας τη βαθιά ιστορικότητα και την ανθρώπινη διάσταση ενός μνημείου που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης