Ελληνισμός και Ελληνικότητα στο έργο της Ε. Αρβελέρ

Για την Αρβελέρ, η Ιστορία δεν μπορούσε να κάνει αερογέφυρα από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή αγνοώντας το Βυζάντιο.

Ο θάνατος της διακεκριμένης Bυζαντινολόγου Ελένης Αρβελέρ επιβάλλει την ανάγκη επισημάνσεως της ουσίας του επιστημονικού της έργου, που είχε ως βασικό άξονα την ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας και της πολιτισμικής ταυτότητος του Ελληνισμού. Μέσα από τα συγγράμματά της αλλά και τον δημόσιό της λόγο οι έννοιες του Ελληνισμού και της Ελληνικότητος δεν αντιμετωπίζονταν ως ιδεολογικά μοτίβα, ούτε ως εγκεφαλικά στατικά σχήματα εθνικισμού, αλλά ως ζώσες βιωματικές έννοιες με ιστορική δυναμική και εξέλιξη μέσα στον χρόνο.

Μέσα από το έργο της η Αρβελέρ επεδίωξε να αναδείξει την αδιάσπαστη συνέχεια του Ελληνισμού από την αρχαιότητα, μέσω Βυζαντίου, έως τη σύγχρονη εποχή. Κεντρικός άξονας στο έργο της ήταν η Βυζαντινή περίοδος. Για την Αρβελέρ, η Ιστορία δεν μπορούσε να κάνει αερογέφυρα από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή αγνοώντας το Βυζάντιο. Σε αυτό το σημείο αντέκρουσε τη δυτική ιστοριογραφική παράδοση, που επιχειρούσε να αποσυνδέσει το Βυζάντιο από τον Ελληνισμό. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν για την Αρβελέρ ελληνική αυτοκρατορία, τόσο στη συνείδηση όσο και στον πολιτισμό, παρά το ότι έδειχνε ρωμαϊκή. Η ελληνική γλώσσα και παιδεία καθώς επίσης και η ορθόδοξη παράδοσις απετέλεσαν τις βασικές συντεταγμένες αυτής της αδιάλειπτης συνέχειας.

Στο κλασικό της σύγγραμμα, «Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο;», η Αρβελέρ υποστηρίζει ότι το Βυζάντιο δέχτηκε και αφομοίωσε στοιχεία από πολλές παραδόσεις (αρμενικές, σλαβικές, ανατολικές ρωμαϊκές μεταξύ άλλων), αλλά εκείνο που χαρακτηρίζει την πολιτιστική του υπόσταση είναι η βάσις πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η ιστορική συνέχεια στην οποία εγγράφεται. Είναι αναμφισβητήτως πλέον γνωστό, και αυτό ασχέτως εθνικών σκοπιμοτήτων, ότι το βυζαντινό κράτος είναι η οργανική συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ότι η τέχνη του χρωστά πολλά στο ελληνιστικό κατόρθωμα και στην ανατολική εμπειρία των χρόνων εκείνων, αλλά ως πολιτιστική συνέχεια (και όχι μόνο γλωσσική) εγγράφεται το Βυζάντιο μονάχα ως βίωμα του Ελληνισμού.

Στο βιβλίο της, «Η κληρονομιά του Ελληνισμού», η Αρβελέρ υπεστήριξε ότι ο Ελληνισμός δεν περιορίζεται σε εδαφικά σύνορα αλλά είναι πολιτισμικό και πνευματικό μέγεθος, τονίζοντας εμφαντικώς ότι η Ελληνικότητα είναι στάση ζωής και τρόπος σκέψεως, όχι απλώς εθνικός προσδιορισμός. Η εθνική καταγωγή δεν είναι το απόλυτο προσδιοριστικό στοιχείο της Ελληνικότητος, αλλά περιλαμβάνει τη γλώσσα, την οποία η Αρβελέρ θεωρεί φορέα συλλογικής μνήμης και πολιτισμού, την παιδεία, που είναι η κολυμβήθρα της αυτογνωσίας, την ορθόδοξη παράδοση, η οποία καθορίζει την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Ελληνισμού, και την έννοια της ελευθερίας και της πολιτικής σκέψεως που κατέλειπε στον ελληνισμό η κλασική αρχαιότητα.

Σύμφωνα με την Αρβελέρ, το Βυζάντιο αποτελεί τον πυρήνα του Νεωτέρου Ελληνισμού. Είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της αρχαίας και νεωτέρας περιόδου. Τότε θα διαμορφωθεί η πολιτισμική ταυτότητα του Ελληνισμού που θα επιβιώσει στην Τουρκοκρατία (βιβλίο «Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού»). Τότε το κέντρο του Ελληνισμού θα μετατοπιστεί στην Κωνσταντινούπολη, η οποία θα λειτουργήσει ως συμβολικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, μέχρι και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η Κωνσταντινούπολις θ’ αποκτήσει διαχρονικώς συμβολικό χαρακτήρα στην εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και θα προσδώσει μία ιδιαιτερότητα στον Ελληνισμό, αφού είναι το μοναδικό έθνος, το οποίο διεξήγαγε επί μακρόν εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες αλλά δεν κατάφερε να απελευθερώσει την πρωτεύουσά του.

Συνεκδοχικώς, η Αρβελέρ υπήρξε μία συνεπής υποστηρίκτρια της απόψεως ότι ο Ελληνισμός δεν είναι εθνικιστική εσωστρέφεια, αλλά μία πολιτισμική πρόταση με διαχρονικώς οικουμενική ακτινοβολία. Έχει ιστορική και πολιτισμική συνέχεια, που εκφαίνεται ως ζώσα ταυτότητα και πνευματική στάσις.