Κόμβος παροχής υπηρεσιών: Οφέλη και προκλήσεις
Η Κύπρος αξιοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση, λειτουργώντας ως γέφυρα αγορών και κεφαλαίων.
Η οικονομία της Κύπρου το 2026 επιβεβαιώνει τη σταθερή αναπτυξιακή της πορεία, έχοντας εδραιώσει ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών και στη διεθνή επιχειρηματική δραστηριότητα. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ανακατατάξεων και τεχνολογικών μετασχηματισμών, η χώρα αξιοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, λειτουργώντας ως γέφυρα αγορών και κεφαλαίων. Η πλήρης πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, σε συνδυασμό με ένα ευέλικτο και ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο, ενισχύουν τον ρόλο της ως περιφερειακού επιχειρηματικού κέντρου.
Το οργανωμένο και αξιόπιστο Κτηματολόγιο, η πλήρης κατάργηση του Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας από τον Ιανουάριο του 2017 και η σταθερή αναπτυξιακή πορεία του ΑΕΠ, συνοδευόμενη από αναβαθμίσεις από διεθνείς Οίκους αξιολόγησης, έχουν ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση και λειτουργεί σε πλαίσιο αυξημένης εποπτείας και συμμόρφωσης, στοιχείο κρίσιμο για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Φορολογικό πλαίσιο
Το φορολογικό πλαίσιο παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες ανταγωνιστικότητας. Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής 15% συγκαταλέγεται στους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η απαλλαγή από φόρο επί μερισμάτων και κερδών από πώληση μετοχών και άλλων τίτλων για μη κατοίκους ενισχύει τη χρήση της Κύπρου ως διεθνούς επενδυτικού κόμβου. Παράλληλα, ο μηδενικός παρακρατούμενος φόρος σε εξερχόμενες πληρωμές και η χαμηλή φορολόγηση συντάξεων εξωτερικού (5%) δημιουργούν ένα περιβάλλον σταθερότητας και προβλεψιμότητας για φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Η κυπριακή οικονομία έχει μεταβεί σταδιακά από ένα μοντέλο παραδοσιακών υπηρεσιών σε ένα οικοσύστημα εξειδικευμένων και γνώσης-εντατικών δραστηριοτήτων. Οι νομικές, λογιστικές, συμβουλευτικές και διοικητικές υπηρεσίες διαθέτουν μακρά εμπειρία στην εξυπηρέτηση διεθνών επιχειρήσεων, ενώ οι επενδύσεις σε ψηφιοποίηση, κανονιστική συμμόρφωση και διαχείριση κινδύνων έχουν ενισχύσει την ποιότητα και τη διαφάνεια των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες κυριαρχούν τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση, επιβεβαιώνοντας τον διαρθρωτικό τους ρόλο στην οικονομία.
Ιδιαίτερα δυναμική είναι η άνοδος του τομέα της πληροφορικής, ο οποίος τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε βασικό πυλώνα ανάπτυξης. Η εγκατάσταση διεθνών εταιρειών τεχνολογίας και καινοτομίας έχει δημιουργήσει ένα αναπτυσσόμενο οικοσύστημα που περιλαμβάνει κέντρα ανάπτυξης λογισμικού, υπηρεσίες fintech, εταιρείες κυβερνοασφάλειας και νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Η συμβολή του τομέα IT δεν περιορίζεται μόνο στη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, αλλά επεκτείνεται στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας και στη μεταφορά τεχνογνωσίας στην ευρύτερη οικονομία.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραματίζουν τα κίνητρα για υπηκόους τρίτων χωρών και για τη μετεγκατάσταση εταιρειών τεχνολογίας. Άδειες εργασίας και διαμονής έως τρία έτη με δυνατότητα ανανέωσης, απλοποιημένες διαδικασίες για μόνιμη ή μακροχρόνια διαμονή, δυνατότητα μετεγκατάστασης υποστηρικτικού προσωπικού και ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας για συζύγους υψηλά αμειβόμενων εργαζομένων IT συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προσέλκυσης ταλέντου. Η ψηφιακή βίζα νομάδων με διάρκεια έως τρία έτη, καθώς και η φοροαπαλλαγή 50% για νέους μη κατοίκους εργαζομένους με ετήσιες απολαβές άνω των €55.000, ενισχύουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της χώρας στον διεθνή ανταγωνισμό για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Οι ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο δεν συμβάλλουν μόνο άμεσα στο ΑΕΠ και στην απασχόληση, αλλά δημιουργούν ένα πλέγμα πολλαπλασιαστικών ωφελειών. Συνεργάζονται με τοπικούς παρόχους υπηρεσιών, ενισχύουν τη ζήτηση για εξειδικευμένες επαγγελματικές υπηρεσίες, τροφοδοτούν την αγορά ακινήτων και συμβάλλουν στη διεθνοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, λειτουργούν ως φορείς μεταφοράς τεχνογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών, αναβαθμίζοντας συνολικά το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.
Προτεραιότητες ιδιωτικού τομέα
Σε στρατηγικό επίπεδο, οι προτεραιότητες του ιδιωτικού τομέα επικεντρώνονται στην περαιτέρω ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών, στην ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας και στην επένδυση στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Η κινητικότητα ταλέντου και η καλλιέργεια κουλτούρας καινοτομίας αποτελούν βασικά στοιχεία για τη διατήρηση της δυναμικής. Η σύνδεση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη μετάβαση σε ένα ακόμη πιο ώριμο οικοσύστημα τεχνολογίας και γνώσης.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του μοντέλου. Η εξάρτηση από τις υπηρεσίες και τις διεθνείς ροές κεφαλαίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή στις διεθνείς κανονιστικές και φορολογικές εξελίξεις. Η διατήρηση ρυθμιστικής σταθερότητας, η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας και η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελούν προϋποθέσεις για την αποφυγή εφησυχασμού. Η διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου, η ενίσχυση της καινοτομίας και η προσέλκυση βιώσιμων επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας θα καθορίσουν την επόμενη φάση ανάπτυξης.
Η πιο άμεση και ορατή συνέπεια είναι η άνοδος των τιμών ενοικίασης και αγοράς ακινήτων. Η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού ξένων εταιρειών συνεπάγεται μετακίνηση προσωπικού από το εξωτερικό -συχνά υψηλόμισθων στελεχών- τα οποία αναζητούν κατοικία σε συγκεκριμένες περιοχές με υψηλά πρότυπα διαβίωσης. Η συγκέντρωση αυτής της ζήτησης, ειδικά σε συγκεκριμένες περιοχές, έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των ενοικίων, εκτοπίζοντας ντόπιους εργαζομένους και νέες οικογένειες από την αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας “διπλής αγοράς”: από τη μια πλευρά κατοικίες σχεδιασμένες για υψηλόμισθους αλλοδαπούς εργαζομένους, και από την άλλη περιορισμένες επιλογές για τους Κύπριους πολίτες. Αυτό εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες και δημιουργεί αίσθημα αποκλεισμού, ιδίως στους νέους που αδυνατούν ν’ αποκτήσουν ή να ενοικιάσουν κατοικία στον τόπο τους.
Παράλληλα, η κάθοδος διεθνών εταιρειών επηρεάζει σημαντικά τη μισθολογική δομή της οικονομίας. Από τη μια πλευρά, οι υψηλότεροι μισθοί που προσφέρουν -ιδιαίτερα στον τομέα της πληροφορικής και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών- λειτουργούν ως μοχλός αύξησης των αποδοχών και δημιουργούν κίνητρο για εξειδίκευση. Από την άλλη, προκαλούν σοβαρές στρεβλώσεις.
Μικρομεσαίες κυπριακές επιχειρήσεις αδυνατούν ν’ ανταγωνιστούν τα πακέτα αποδοχών που προσφέρουν πολυεθνικές εταιρείες. Αυτό οδηγεί σε “διαρροή ταλέντου” από την τοπική αγορά προς τις μεγάλες ξένες εταιρείες, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η εγχώρια επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, δημιουργείται μισθολογικό χάσμα μεταξύ εργαζομένων του ίδιου κλάδου, ανάλογα με το αν εργάζονται σε ξένη ή κυπριακή εταιρεία.
Η ταχεία πληθυσμιακή αύξηση σε συγκεκριμένες περιοχές επιβαρύνει επίσης τις υποδομές: σχολεία, οδικό δίκτυο, υπηρεσίες υγείας και δημοτικές υπηρεσίες. Η έλλειψη έγκαιρου πολεοδομικού σχεδιασμού οδηγεί σε κυκλοφοριακή συμφόρηση, έλλειψη χώρων στάθμευσης και πίεση σε κοινωφελείς υπηρεσίες. Αν και το κράτος εισπράττει αυξημένα φορολογικά έσοδα, η διοικητική και θεσμική προσαρμογή δεν συμβαδίζει πάντα με τον ρυθμό ανάπτυξης.
Ένα λιγότερο μετρήσιμο αλλά εξίσου σημαντικό ζήτημα αφορά στην κοινωνική συνοχή. Η πρόκληση δεν είναι η παρουσία ξένων εταιρειών αυτή καθαυτή, αλλά ο τρόπος ενσωμάτωσής τους στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον της χώρας.
Η Κύπρος οφείλει να υιοθετήσει μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική. Πρώτον, απαιτείται στεγαστική πολιτική που να ενισχύει την προσφορά προσιτής κατοικίας, με κίνητρα για ανάπτυξη μεσαίου κόστους μονάδων και ρυθμιστικές παρεμβάσεις όπου χρειάζεται. Δεύτερον, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας, ώστε να μπορεί ν’ ανταγωνιστεί σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού.
Παράλληλα, η επένδυση στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση θα επιτρέψει σε περισσότερους Κυπρίους να επωφεληθούν από τις νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Ο πολεοδομικός και αναπτυξιακός σχεδιασμός πρέπει να προηγείται και όχι να ακολουθεί την οικονομική ανάπτυξη.
Η κάθοδος εταιρειών στην Κύπρο αποτελεί ευκαιρία, αλλά και δοκιμασία. Εάν δεν υπάρξει έγκαιρη και στοχευμένη πολιτική παρέμβαση, τα προβλήματα στέγασης και οι μισθολογικές στρεβλώσεις ενδέχεται να υπονομεύσουν τα οφέλη της ανάπτυξης. Η πρόκληση για την κυπριακή Πολιτεία είναι να διασφαλίσει ότι η οικονομική πρόοδος θα μεταφραστεί σε βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ευημερία για όλους.