Διεθνή

Ουκρανικό: Διαπραγματεύσεις ουσίας ή πολιτικό θέατρο για τα μάτια του Τραμπ;

Μόσχα και Κίεβο ανησυχούν ότι ο «απρόβλεπτος» Τραμπ θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους

Σε μια συγκυρία κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε ακόμη έναν χρόνο αβεβαιότητας και η διεθνής κοινότητα αναζητεί επειγόντως διπλωματική διέξοδο, οι διαπραγματεύσεις εξελίσσονται σε ένα περίπλοκο παίγνιο ισχύος, εντυπώσεων και στρατηγικών καθυστερήσεων. Υπό τη σκιά του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, Μόσχα και Κίεβο επιχειρούν να διαχειριστούν όχι μόνο το μέτωπο, αλλά και τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Άλλοι βλέπουν μια σοβαρή, έστω αργή, διπλωματική προσπάθεια, ενώ άλλοι διακρίνουν μια προσεκτικά στημένη παράσταση, όπου το ζητούμενο δεν είναι ακόμη η ειρήνη, αλλά η αποφυγή της ευθύνης για το αδιέξοδο.

Το πολιτικό θέατρο των διαπραγματεύσεων

Στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου, η Ουκρανία και η Ρωσία φαίνεται να συγκλίνουν σε ένα μόνο σημείο, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εξοργίσουν τον Τραμπ, δίνοντάς του την εντύπωση πως «εμποδίζουν» την ειρήνη.

Αμφότερες οι πλευρές συνεχίζουν να αποστέλλουν αντιπροσωπίες σε συνομιλίες που τελούν υπό αμερικανική διαμεσολάβηση. Αμερικανοί αξιωματούχοι, με τη σειρά τους, επαινούν την «εποικοδομητική στάση» των δύο μερών και ενημερώνουν τον Τραμπ, ο οποίος επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία ως τη μεγαλύτερη διπλωματική του επιτυχία. Εντούτοις, οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν αυτήν την εβδομάδα στη Γενεύη, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, κατέληξαν, όπως και οι προηγούμενοι γύροι, χωρίς κανένα απτό αποτέλεσμα ή σαφή ένδειξη προόδου.

Η αισιόδοξη διπλωματική ρητορική έρχεται σε αντίθεση με το αδιέξοδο που χαρακτηρίζει την ειρηνευτική διαδικασία, την οποία πολλοί παρατηρητές, αλλά και ορισμένοι εκ των συμμετεχόντων, περιγράφουν ως «πολιτικό θέατρο». Σύμφωνα με τον πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Ivo Daalder, «αυτές οι συνομιλίες δεν μας φέρνουν πιο κοντά στον τερματισμό του πολέμου. Πρόκειται για ένα παιχνίδι αποφυγής ευθυνών, ώστε να μη χρεωθεί κάποιος την αποτυχία του Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο».

Πιο πρόσφατα, ο Τραμπ επανήλθε επιρρίπτοντας ευθύνες στην Ουκρανία επειδή δεν αποδέχεται μια συμφωνία που θα συνεπαγόταν την παραχώρηση εδαφών ζωτικής σημασίας για την άμυνά της. Ανώτερος Ουκρανός αξιωματούχος παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι οι τρεις έως τώρα τριμερείς συναντήσεις φέτος, δύο Άμπου Ντάμπι και μία στη Γενεύη, αποτελούν περισσότερο μια παράσταση με στόχο να πειστεί ο Αμερικανός Πρόεδρος ότι το Κίεβο δεν αποτελεί το πρόβλημα.

Τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο ανησυχούν ότι ο «απρόβλεπτος» Τραμπ θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους αν χάσει την υπομονή του. Ο Τραμπ έχει ήδη διακόψει το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής βοήθειας προς το Κίεβο, ωστόσο οι ουκρανικές δυνάμεις εξακολουθούν να λαμβάνουν κρίσιμη αμερικανική υποστήριξη σε πληροφορίες, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν να πωλούν όπλα σε ευρωπαϊκές χώρες που τα μεταβιβάζουν στην Ουκρανία.

Από την άλλη, τυχόν αυστηρότερες Δυτικές κυρώσεις θα μπορούσαν να πλήξουν καίρια τη ρωσική οικονομία, ιδίως εάν περιορίσουν περαιτέρω τα έσοδα από το πετρέλαιο. Παράλληλα, καθώς το κόστος της εισβολής αυξάνεται, αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ρωσία χρειάζεται την αμερικανική παρέμβαση για να πιέσει την Ουκρανία σε παραχωρήσεις.

Ο πολιτικός αναλυτής, Abbas Gallyamov, εξήγησε ότι «ο Πούτιν δεν έχει την πολυτέλεια να εξοργίσει τον Τραμπ, καθώς η ρωσική οικονομία επιδεινώνεται ραγδαία και νέες κυρώσεις θα ήταν καταστροφικές. Γι’ αυτό και επιμελώς υιοθετεί το προφίλ ενός ηγέτη έτοιμου για ειρηνική διευθέτηση».

Αντίθετα, ορισμένοι αναλυτές, πάντως, εκτιμούν ότι οι συνομιλίες είναι ουσιαστικές. «Το γεγονός ότι ελάχιστα έχουν διαρρεύσει υποδηλώνει έναν βαθμό σοβαρότητας που δεν είχαμε δει στο παρελθόν», ανέφερε ο Thomas Graham, ερευνητής του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων και πρώην αξιωματούχος του Λευκού Οίκου. «Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει συμφωνία. Σημαίνει, όμως, ότι καταβάλλεται προσπάθεια».

Ωστόσο, σύμφωνα με ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματούχους, υπηρεσίες πληροφοριών Δυτικών χωρών έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Πούτιν δεν διαπραγματεύεται καλόπιστα, αλλά επιδιώκει μέσω των συνομιλιών ν’ αποκομίσει οφέλη που δυσκολεύεται να πετύχει στο πεδίο της μάχης.

Τι συζητούν οι διαπραγματευτές

Ο τελευταίος γύρος διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να ολοκληρώθηκε χωρίς κανένα απτό σημάδι ουσιαστικής προόδου, ωστόσο πίσω από τις κλειστές πόρτες οι διαπραγματευτές επιχειρούν να γεφυρώσουν μιαν από τις πιο δύσκολες εκκρεμότητες που αφορά τον έλεγχο της ανατολικής Ουκρανίας και ιδίως του Ντονμπάς.

Η Μόσχα απαιτεί από το Κίεβο να παραδώσει το σύνολο των εδαφών που εξακολουθεί να ελέγχει στην περιοχή του Ντονέτσκ, μια λωρίδα περίπου 80 επί 65 χιλιομέτρων, με δεκάδες πόλεις και χωριά, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στη γραμμή του μετώπου και τα διοικητικά όρια της περιφέρειας. Η Ουκρανία απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μονομερούς αποχώρησης, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια παραχώρηση θα ενθάρρυνε τη Ρωσία να επανέλθει με νέα επίθεση στο μέλλον, είτε στο ουκρανικό έδαφος είτε αλλού. Το Κίεβο ζητά σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας, ικανές ν’ αποτρέψουν τη Μόσχα από του να παραβιάσει οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός.

Στο τραπέζι των τελευταίων συνομιλιών έχει επανέλθει η ιδέα δημιουργίας μιας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης που δεν θα ελέγχεται από κανέναν από τους δύο στρατούς. Η πρόταση αυτή είχε συμπεριληφθεί και σε προηγούμενα ειρηνευτικά σχέδια, μεταξύ των οποίων και ένα 28 σημείων που είχε προωθήσει η διοίκηση του Τραμπ τον περασμένο Νοέμβριο. Τότε, το σχέδιο προέβλεπε ότι η περιοχή θα περνούσε τυπικά υπό ρωσική ευθύνη, χωρίς όμως να επιτρέπεται η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων. Ο Πούτιν είχε αποφύγει να δεσμευτεί, δηλώνοντας πως «οι λεπτομέρειες πρέπει να συζητηθούν», ενώ ο σύμβουλός του σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσάκωφ, είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αποδοχής της ρύθμισης, εφόσον ρωσική αστυνομία ή δυνάμεις της εθνοφρουράς μπορούσαν να περιπολούν στην περιοχή.

Σύμφωνα με πηγές που έχουν γνώση των διαβουλεύσεων, έχει εξεταστεί ακόμη και η δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου εντός μιας πιθανής αποστρατιωτικοποιημένης περιοχής, ώστε να καταστεί πολιτικά ευκολότερη η αποδοχή της από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, οι προοπτικές επενδύσεων σε μια λωρίδα γης «σφηνωμένη» ανάμεσα σε δύο στρατούς, με τις περισσότερες βιομηχανικές υποδομές κατεστραμμένες και μόνο ένα ανθρακωρυχείο σε λειτουργία, κρίνονται εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ ο κίνδυνος αναζωπύρωσης της σύγκρουσης θα παραμένει για χρόνια.

Παράλληλα, παραμένει αγκάθι το ζήτημα της απόσυρσης στρατευμάτων από τη γραμμή του μετώπου. Ο Ζελένσκι έχει διαμηνύσει ότι δεν πρόκειται ν’ αποσύρει μονομερώς τις ουκρανικές δυνάμεις αν δεν υπάρξει ισότιμη αποχώρηση της Ρωσίας. Σε πρόσφατες συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι φέρεται να εξετάστηκαν ακόμη και ασύμμετρα σενάρια μερικής ρωσικής απόσυρσης, ένδειξη μιας κάποιας ευελιξίας από την ουκρανική πλευρά, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σύγκλιση.

Το θέμα της διακυβέρνησης μιας πιθανής αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης αποτελεί επίσης σημείο τριβής. Η Ουκρανία πιέζει για την ανάπτυξη διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης, ενώ συζητείται και η σύσταση πολιτικής διοίκησης με συμμετοχή εκπροσώπων και από τις δύο πλευρές, σε μια περιοχή όπου διαμένουν περίπου 190.000 άμαχοι, ανάμεσά τους 12.000 παιδιά. Οι αποστάσεις, ωστόσο, παραμένουν μεγάλες.

Στην Ουάσιγκτον, ο Λευκός Οίκος φαίνεται να κινείται με την αισιόδοξη εκτίμηση ότι οι πολεμικοί στόχοι του Πούτιν ίσως είναι πιο περιορισμένοι από τη δημόσια ρητορική του και ότι θα μπορούσε ν’ αρκεστεί στην πλήρη κατάληψη του Ντονμπάς. Ρώσοι αξιωματούχοι, όμως, επαναλαμβάνουν ότι οι ευρύτερες επιδιώξεις τους, οι οποίες περιλαμβάνουν βαθιά αναδιάρθρωση της ουκρανικής πολιτικής, στρατιωτικής και κοινωνικής αρχιτεκτονικής, παραμένουν αμετάβλητες.

Η αναλύτρια Tatiana Stanovaya εκτιμά ότι το Κρεμλίνο θεωρεί πως κερδίζει τόσο στο πεδίο όσο και στο διπλωματικό μέτωπο. «Βλέπουν μια διαδικασία που σπρώχνει αργά αλλά σταθερά την Ουκρανία προς τους ρωσικούς στόχους. Το μήνυμα είναι ότι μπορούμε να σταματήσουμε τον πόλεμο σήμερα, αν ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις μας».

Οι διπλωμάτες του Προέδρου δεν είναι διπλωμάτες

Τον τελευταίο χρόνο, η διοίκηση Τραμπ έχει υιοθετήσει ένα ανορθόδοξο μοντέλο εξωτερικής πολιτικής, συνδυάζοντας προσωπική διπλωματία, πιέσεις ισχύος και απευθείας διαπραγματεύσεις που παρακάμπτουν τους παραδοσιακούς θεσμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι επαφές στη Γενεύη, όπου οι στενότεροι συνεργάτες του Προέδρου, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, συναντήθηκαν μέσα στην ίδια ημέρα με Ιρανούς, Ρώσους και Ουκρανούς αξιωματούχους.

Η επιλογή του Λευκού Οίκου να κρατήσει σε δεύτερο ρόλο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας αποτυπώνει την πεποίθηση του Τραμπ ότι οι κρίσιμες διεθνείς συμφωνίες κερδίζονται με όρους διαπραγμάτευσης ακινήτων και όχι με την κλασική διπλωματική γραφειοκρατία. Οι δύο άνδρες, με προϋπηρεσία σε μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες, μιλούν τη γλώσσα των «deal makers» και αποφεύγουν τις δημόσιες αναφορές σε ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, στοιχείο που εκτιμάται από ορισμένες κυβερνήσεις.

Η προσέγγιση αυτή δοκιμάζεται σήμερα σε δύο ανοιχτά μέτωπα, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος οδεύει προς το πέμπτο έτος του. Στην περίπτωση της Ρωσίας, ο Πούτιν εμφανίζεται, σύμφωνα με Δυτικούς αξιωματούχους, πεπεισμένος ότι διατηρεί το στρατηγικό πλεονέκτημα και δεν βιάζεται να κλείσει συμφωνία, εκτιμώντας ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του στο πεδίο των επιχειρήσεων και στην ενεργειακή πίεση προς την Ευρώπη.

Στο ιρανικό μέτωπο, η διπλωματία συνοδεύεται από εμφανή στρατιωτική πίεση. Η ενίσχυση της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στην Ερυθρά Θάλασσα λειτουργεί ως μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη, ενώ ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ απαντά με σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας εμμέσως για τις ικανότητες του Ιράν. Η Ουάσιγκτον δεν αποκλείει στρατιωτικές επιλογές εάν δεν υπάρξει πρόοδος, την ώρα που η ιρανική πλευρά φαίνεται να κερδίζει χρόνο.

Υποστηρικτές της διοίκησης υποστηρίζουν ότι ο πλούτος και η ανεξαρτησία των Γουίτκοφ και Κούσνερ τούς καθιστούν ανθεκτικούς σε πιέσεις. Ωστόσο, δεν λείπουν οι επικρίσεις για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, λόγω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και των διεθνών επενδυτικών δεσμών τους.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει κατά καιρούς κατηγορήσει τόσο τη Μόσχα όσο και το Κίεβο για αδιαλλαξία, επανερχόμενος πρόσφατα σε αιχμές κατά της Ουκρανίας. Το αν η «διπλωματία των συμφωνιών» θα αποδώσει ή θα οδηγήσει σε παρατεταμένη εκκρεμότητα παραμένει ανοιχτό ερώτημα, καθώς Ρωσία και Ιράν αξιοποιούν κάθε καθυστέρηση προς όφελός τους.