Αναλύσεις

Κοινωνική μόρφωση: Η τέχνη των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Η κοινωνική μόρφωση συνιστά βιωματική διαδικασία εμπέδωσης θεμελιωδών δεξιοτήτων, στάσεων και αξιών (π.χ. ήθος, συμπεριφορά, αρχές) που αφορούν την ανάπτυξη και τη διατήρηση ανθρώπινων δεσμών στα ποικίλα περιβάλλοντα της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας (π.χ. κοινότητα, θεσμοί, κοινωνικές δομές, αγορά εργασίας). Δεν αποτελεί ποσοτικό αλλά ποιοτικό μέγεθος, το οποίο διαβαθμίζεται σε υψηλό και χαμηλό επίπεδο, αποτυπώνοντας την κλίμακα πολιτισμικής ωριμότητας μιας κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας. Λειτουργεί ως οντολογικός παράγοντας, όπου ο άνθρωπος μεταβαίνει από την κατάσταση του ατόμου, δηλαδή την βιολογική και ψυχολογική μονάδα με ανάγκες και ένστικτα, στην υπόσταση του προσώπου, δηλαδή του κοινωνικού υποκειμένου που συγκροτείται μέσα από σχέσεις, ρόλους και ευθύνες. Σε τούτη τη διαδικασία, η απομόνωση μετασχηματίζεται σε πλέγμα συνειδητών σχέσεων, φυσικών, συμβολικών και τεχνολογικών, οι οποίες αφήνουν θετικό ή αρνητικό πολιτισμικό αποτύπωμα στον χώρο και τον χρόνο. Έτσι, η κοινωνική μόρφωση συνάδει περαιτέρω με την κοινωνική ιστορικότητα και την πολιτική παράδοση, όπως και τον τεχνολογικό ορίζοντα εξέλιξης των κοινωνιών (π.χ. κοινωνική στασιμότητα ή κοινωνική πρόοδος).

Όπως σημειώσαμε και άλλοτε, ο Erving Goffman παρομοίασε την κοινωνική ζωή με θεατρικό σανίδι, όπου εκτυλίσσεται καθολικά σαν παράσταση με πράξεις, ενώ οι άνθρωποι (ανα)προσαρμόζουν την παρουσίαση του εαυτού τους, ανάλογα με το πλαίσιο και το ακροατήριο όπου βρίσκονται. Υπό αυτή την έννοια, η κοινωνική μόρφωση συνεπάγεται κατάρτιση στην τέχνη της κατάλληλης κοινωνικής παρουσίας, δηλαδή την ικανότητα ερμηνείας συμφραζομένων, την κατανόηση καταστάσεων και την διαχείριση ρόλων που αναφύονται μέσα από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Εκεί όπου απουσιάζει παγιώνεται η κοινωνική μόνωση με την ανθρώπινη συμπεριφορά να καθίσταται μηχανική και ιδιοτελής, ενώ εκεί όπου καλλιεργείται, ενδυναμώνεται η κοινωνική συμμετοχή με αυθεντικότητα και κοινωφελή προσανατολισμό.

Αντίστοιχα, ο Max Weber υπογράμμισε ότι το κοινωνικό γίγνεσθαι διαμορφώνεται από ενέργειες που συγκροτούν πεδία νοήματος, από δράσεις που αποκτούν βαρύνουσα σημασία μέσω της ερμηνείας που επιδέχονται μεταξύ των δρώντων. Δίχως την συγκεκριμένη προϋπόθεση κοινωνικότητας, οποιαδήποτε ανθρώπινη πράξη εκφυλίζεται σε αυτοαναφορική ενέργεια, καθολικά στερούμενη κοινωνικού περιεχομένου. Στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο, ο Charles Horton Cooley διατύπωσε την έννοια του «κατοπτρικού εαυτού», σύμφωνα με την οποία η αντίληψη για τον εαυτό, διαμορφώνεται μέσα από συγκεκριμένη εικόνα που κάθε άνθρωπος πιστεύει ότι έχουν οι άλλοι για τον ίδιο. Ακολούθως, ο George Herbert Mead συμπλήρωσε τούτη την θεώρηση μέσω της έννοιας του «σημαντικού άλλου» και «γενικευμένου άλλου», καταδεικνύοντας έτσι ότι η συνείδηση συγκροτείται διαλογικά. Κατά συνέπεια, η υπόσταση του προσώπου, μπορεί να (ανα)γεννάται ως απόρροια των κοινωνικών συναπαντημάτων, σε αντίθεση με την μόνωση που εξυπακούεται εγκλεισμό του ανθρώπου στην ατομικότητα.

Τούτο συνεπάγεται ότι η κοινωνική μόρφωση ουδέποτε λογίζεται με τίτλους, πληροφορίες ή δεδομένα, αλλά με το βάθος της ικανότητας για την εμπέδωση σχέσεων, όπου οι διαβαθμίσεις της παρά να προσδίδουν κύρος στους ανθρώπους, εκφράζουν τα διάφορα επίπεδα συμπύκνωσης και συμμετοχής στο κοινό νόημα. Η χαμηλή κοινωνική μόρφωση εκδηλώνεται ως πυρήνας κοινωνικής ιδιωτείας, δηλαδή σε ζώνη όπου ο κοινωνικός κόσμος περιορίζεται στα όρια του εγώ, αποσοβώντας την ιδέα της κοινότητας. Αντίθετα, η υψηλή κοινωνική μόρφωση σηματοδοτεί διεύρυνση της συνείδησης προς το εμείς, την αυτογνωσία που οδηγεί στην ετερογνωσία, ανακαινίζοντας την ιδέα της κοινότητας. Πρόκειται όμως για δυναμική διαδικασία που κατά κανόνα διαμορφώνεται μέσα στις περιστάσεις της ζωής.

Οι κοινωνικές πιέσεις, οι κρίσεις και οι ανθρώπινες δοκιμασίες, συχνά επιδρούν ως ζυμώσεις ωρίμανσης, αναζωπυρώνοντας ένα συλλογικό πνεύμα αναστοχασμού και αλληλεγγύης. Όταν η κοινωνική μόρφωση ανέρχεται γενικότερα σε υψηλό επίπεδο, ενισχύεται η κοινωνική εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας (π.χ. σεβασμός και ευθύνη κοινωνικών σχέσεων, σταθερότητα θεσμών και δομών, επίλυση συγκρούσεων εντός κοινά αποδεκτών κανόνων ή νόμων), εφόσον δεν αποτελεί άθροισμα αποσπασματικών μονάδων, αλλά οργανωμένη συλλογικότητα. Όταν όμως η κοινωνική μόρφωση βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο, γίνεται αίτιο κοινωνικής αποσύνδεσης και καχυποψίας. Επιπλέον, οι κανόνες βιώνονται ως καταναγκασμοί και η μόνωση μετατρέπεται σε κοινωνικό φαινόμενο με την διαδικασία αποσύνθεσης να ξεκινά από την εσωτερική αποδυνάμωση της ευθύνης προτού να εκδηλωθεί θεσμικά, απολήγοντας και σε γενικευμένη και έκφυλη διαφθορά.

Στις απαρχές του τεχνοπολιτισμού που φέρει ως αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη, τούτη η οπτική μοιάζει να προεκτείνεται. Αφενός διευρύνει τις δυνατότητες επικοινωνίας και πρόσβασης στη γνώση, υπερβαίνοντας γεωγραφικούς περιορισμούς· αφετέρου, ευνοεί μορφές ψηφιακής μόνωσης, καθώς η διαμεσολαβημένη εμπειρία, υποκαθιστά κάποτε τη ζωντανή σχέση. Τα ψηφιακά προφίλ (π.χ. μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηλεκτρονικά παιχνίδια ρόλων) λειτουργούν ως ανερμάτιστες σκηνές παρουσίασης του εαυτού, όπου τελικά η εικόνα κατά το πλείστο υπονομεύει την ουσία, ενώ τα αλγοριθμικά περιβάλλοντα επηρεάζουν αντιλήψεις, επιλογές αποφάσεις και κρίσεις. Η τεχνολογία, όταν χρησιμοποιείται με επίγνωση, μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή και τη συνέργεια· όταν εφαρμόζεται άκριτα, βαθαίνει την κοινωνική αποκοπή. Η σημαντική διάκριση διαφαίνεται ανάμεσα σε κοινωνίες που καλλιεργούν συνειδητά την κοινωνική μόρφωση ως μέρος της παιδείας και σε εκείνες που την παραγκωνίζουν σαν άχρηστο απομεινάρι του παρελθόντος.

Επομένως, η κοινωνική μόρφωση αποτελεί πυλώνα της συλλογικοποιημένης ταυτότητας και δείκτη πολιτισμικής υγείας για οποιοδήποτε κοινωνικό σύνολο. Ο άνθρωπος, καθίσταται πραγματικά άνθρωπος, αποκλειστικά εντός κοινωνίας σχέσεων. Όπου αυτή καλλιεργείται, η κοινωνία ακμάζει (π.χ. Ιαπωνία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελβετία)· όπου εγκαταλείπεται, οι δομές μπορεί να διατηρούνται, αλλά η κοινωνική ιστορικότητα και η πολιτική παράδοση ξεθωριάζουν, τουλάχιστον από πρόσωπα. Η ανθρώπινη παρουσία περιορίζεται τότε σε σιωπηλά ίχνη ύπαρξης, εθισμένης στη μόνωση της κοινωνικής ιδιωτείας, με αναπόφευκτες συνέπειες για τη συνοχή και την οργάνωση της συλλογικής ζωής.

*Κοινωνιολόγος