Κυπριακό και Ερχιουρμάν: Ρεαλισμός πέρα από αυταπάτες
Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να μεταβάλλει τη στρατηγική της κάθε φορά που αλλάζει ο Τουρκοκύπριος ηγέτης.
Το ερώτημα κατά πόσον ένας Τουρκοκύπριος ηγέτης, και ειδικότερα ο Τουφάν Ερχιουρμάν, μπορεί να έχει διαφορετικό στρατηγικό στόχο στο Κυπριακό από εκείνον της Τουρκίας δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης ή πολιτικής περιέργειας. Αποτελεί κεντρικό ζήτημα στρατηγικής σημασίας για την ελληνοκυπριακή πλευρά, καθώς επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο η Λευκωσία αναλύει τις εξελίξεις, επενδύει πολιτικό κεφάλαιο και διαμορφώνει τις προσδοκίες τής κοινωνίας. Η επανεμφάνιση του Ερχιουρμάν ως ηγετικής φυσιογνωμίας στον τουρκοκυπριακό πολιτικό χώρο αναζωπύρωσε την παλιά συζήτηση περί «διαφορετικών Τουρκοκυπρίων» και περί της δυνατότητας επαναφοράς μιας διαδικασίας λύσης στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Ο Τουφάν Ερχιουρμάν προβάλλεται συχνά ως η αντιδιαστολή προς τον Ερσίν Τατάρ και τη γραμμή των δύο κρατών. Πανεπιστημιακός, νομικός, με λόγο θεσμικό και λιγότερο συγκρουσιακό, εμφανίζεται ως πολιτικός που αντιλαμβάνεται τα αδιέξοδα της σημερινής κατάστασης και επιδιώκει μια λύση που να επανεντάσσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι εκφράζει ρητορικά, αλλά ποια είναι τα πραγματικά περιθώρια πολιτικής και διαπραγματευτικής του αυτονομίας.
Η ιστορική εμπειρία είναι αμείλικτη. Από την τουρκική εισβολή και στη συνέχεια την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, η τουρκοκυπριακή ηγεσία λειτουργεί υπό τη βαριά σκιά και επιβολή της Άγκυρας. Στρατός, οικονομία, θεσμοί και, τα τελευταία χρόνια όλο και πιο εμφανώς, η ίδια η πολιτική διαδικασία βρίσκονται υπό άμεσο τουρκικό έλεγχο. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν διαθέτει τους μηχανισμούς που θα της επέτρεπαν να χαράξει ανεξάρτητη στρατηγική στο Κυπριακό, ακόμη και αν υπήρχε απόλυτη πολιτική βούληση προς αυτήν την κατεύθυνση.
Η περίπτωση του Μουσταφά Ακιντζί αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τη σαφή προσήλωσή του στη λύση ομοσπονδίας και τη ρητορική περί πολιτικής ισότητας σε ένα κοινό κράτος, όταν οι θέσεις του άρχισαν ν’ αποκλίνουν ουσιαστικά από τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας βρέθηκε αντιμέτωπος με ανοιχτή πολιτική υπονόμευση. Δημόσιες παρεμβάσεις Τούρκων αξιωματούχων, οικονομικές πιέσεις και τελικά πολιτική αποδυνάμωση κατέδειξαν με σαφήνεια τα όρια μιας τουρκοκυπριακής αυτονομίας.
Ο Ερχιουρμάν φαίνεται να έχει διδαχθεί από αυτήν την εμπειρία. Η προσέγγισή του είναι πιο προσεκτική, λιγότερο συγκρουσιακή και σαφώς πιο προσαρμοσμένη στις «κόκκινες γραμμές» της Τουρκίας. Δεν αμφισβητεί δημοσίως τον ρόλο της Άγκυρας, δεν θέτει ζητήματα στρατευμάτων και εγγυήσεων με τρόπο που να προκαλεί αντιδράσεις και κινείται εντός ενός πλαισίου που επιτρέπει στην Τουρκία να διατηρεί τον τελικό έλεγχο. Αυτό, όμως, ακριβώς αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα. Ακόμη και ένας πιο μετριοπαθής και θεσμικός Τουρκοκύπριος ηγέτης δεν φαίνεται ικανός να μεταβάλει την τουρκική στρατηγική κατεύθυνση του Κυπριακού.
Η Τουρκία προσεγγίζει το Κυπριακό ως ζήτημα σκληρής γεωπολιτικής. Η Κύπρος αποτελεί κρίσιμο στρατηγικό χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο, εργαλείο άσκησης πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και μοχλό ελέγχου ενεργειακών και αμυντικών εξελίξεων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι τακτικές διαφοροποιήσεις επιτρέπονται, οι στρατηγικές αποκλίσεις όμως όχι. Οποιοσδήποτε Τουρκοκύπριος ηγέτης, όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι, λειτουργεί εντός αυτών των απαράβατων και αδιαπραγμάτευτων ορίων. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η συχνή τάση να επενδύονται πολιτικές ελπίδες σε «φιλικές» προσωπικότητες της τουρκοκυπριακής ηγεσίας οδηγεί συχνά σε στρατηγικά αδιέξοδα. Η Λευκωσία, σε αρκετές περιπτώσεις, προσαρμόζει τη στάση της ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, καλλιεργώντας προσδοκίες που δύσκολα μπορούν να υλοποιηθούν.
Η πρώτη και βασική υποχρέωση της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι να εγκαταλείψει τις αυταπάτες. Ο διάλογος με τον Ερχιουρμάν ή με οποιονδήποτε Τουρκοκύπριο ηγέτη που δηλώνει προσήλωση στην ομοσπονδία έχει αξία, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο της ουσιαστικής διαχείρισης της τουρκικής πολιτικής. Το κέντρο βάρους του Κυπριακού παραμένει στην Άγκυρα και εκεί πρέπει να στοχεύουν οι σοβαρές διπλωματικές προσπάθειες. Ταυτόχρονα, η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει ν’ αποφεύγει τη ρητορική περί «καλών» και «κακών» Τουρκοκυπρίων ηγετών. Αυτή η απλουστευτική προσέγγιση συσκοτίζει την πραγματικότητα και, σε τελική ανάλυση, εξυπηρετεί την Τουρκία, που εμφανίζεται άλλοτε ως «διαλλακτική» και άλλοτε ως «αδιάλλακτη», χωρίς ν’ αλλάζει την ουσία της στρατηγικής της. Η Λευκωσία χρειάζεται συνέπεια θέσεων και στρατηγική συνέχεια, ανεξαρτήτως προσώπων.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η ανάπτυξη μιας σοβαρής πολιτικής προσέγγισης προς την τουρκοκυπριακή κοινωνία. Όχι μέσα από επικοινωνιακές χειρονομίες ή συμβολικές κινήσεις, αλλά μέσω πρακτικών μέτρων, που ενισχύουν την αλληλεξάρτηση και δημιουργούν πραγματικά συμφέροντα υπέρ της λύσης. Η βελτίωση της καθημερινότητας, η ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών εργαλείων μπορούν να λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα ως παράγοντες πίεσης προς μια πιο μετριοπαθή κατεύθυνση, χωρίς όμως να ενισχύουν την υποτελή στην Τουρκία ούτω καλούμενη «ΤΔΒΚ», ή να υποκαθιστούν τη διαπραγμάτευση.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η διεθνής διάσταση. Αν η Τουρκία παραμένει ο τελικός ρυθμιστής των εξελίξεων, τότε η ελληνοκυπριακή στρατηγική οφείλει να επικεντρώνεται στην αύξηση του πολιτικού και διπλωματικού κόστους της αδιάλλακτης στάσης της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο ΟΗΕ δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλοί παρατηρητές. Χρειάζεται συστηματική προσπάθεια ώστε το Κυπριακό να επανέλθει ως ζήτημα εισβολής και κατοχής, διεθνούς νομιμότητας και περιφερειακής σταθερότητας.
Τέλος, απαιτείται εσωτερική πολιτική ωριμότητα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να μεταβάλλει τη στρατηγική της κάθε φορά που αλλάζει ο Τουρκοκύπριος ηγέτης. Χρειάζεται καθαρός στόχος, σταθερές κόκκινες γραμμές και ικανότητα διαχείρισης τόσο των ευκαιριών όσο και των αποτυχιών. Ο Ερχιουρμάν μπορεί να διαφοροποιήσει το ύφος και να μειώσει την ένταση. Δεν μπορεί, όμως, από μόνος του ν’ ανατρέψει τους τουρκικούς γεωπολιτικούς στόχους και τη γεωπολιτική πραγματικότητα που καθορίζει το Κυπριακό.
Συμπερασματικά, η πιθανότητα ένας Τουρκοκύπριος ηγέτης ν’ ακολουθήσει ουσιαστικά διαφορετική πορεία στο Κυπριακό από εκείνην της Τουρκίας παραμένει όχι μόνο περιορισμένη, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτη. Αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από τον διάλογο, αλλά επιβάλλει ρεαλισμό, στρατηγική ψυχραιμία και διορατικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Μόνο έτσι η ελληνοκυπριακή πλευρά μπορεί ν’ αποφύγει τις επαναλαμβανόμενες απογοητεύσεις και να διαμορφώσει μια πολιτική που ν’ ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες και ουσία του Κυπριακού.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης