Το Ενωτικό Δημοψήφισμα
Η εκδήλωση του προαιώνιου πόθου του Κυπριακού Ελληνισμού για Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα
Το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 αποτελεί την κορωνίδα των ειρηνικών απελευθερωτικών αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού. Πριν από 76 χρόνια, ο Ελληνισμός της Κύπρου, οι παππούδες και οι γονείς μας, κάτω από τους ιερούς θόλους των εκκλησιών, υπέγραψαν εθελοντικά και αβίαστα στις ιερές Δέλτους του Δημοψηφίσματος το ιστορικό «Αξιούμεν Ένωσιν με την Ελλάδα». Και έκαμαν ν’ ακουστεί στα πέρατα της οικουμένης ο προαιώνιος πόθος ενός πολιτισμένου λαού με ιστορία τεσσάρων σχεδόν χιλιάδων χρόνων. Και, ταυτόχρονα, να διατρανωθεί η αμετάκλητη απόφασή του ν’ αγωνιστεί με όλα τα ειρηνικά μέσα, για ν’ ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμα της Αυτοδιάθεσης και της Ένωσής του με τον εθνικό κορμό, τη Μητέρα Ελλάδα, από τον οποίο τον είχαν ξεκόψει με τη βία οι ισχυροί της Γης, για να εξυπηρετούνται τα δικά τους ευτελή γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα, που δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με τα δικά του.
Ήταν το Ενωτικό Δημοψήφισμα η πιο δημοκρατική, η πιο τίμια, η πιο λογική, η πιο αντικειμενική, η πιο πατριωτική και η πιο νόμιμη ενέργεια ενός λαού, που δεν ζητούσε τίποτε περισσότερο από την ενάσκηση του αναφαίρετου δικαιώματός του να ζήσει ελεύθερος, όπως ο ίδιος ήθελε και όχι όπως του επέβαλλαν με τη βία των όπλων οι ισχυροί της Γης. Ήταν, επίσης, το Ενωτικό Δημοψήφισμα ένας ισχυρός κόλαφος, όχι μόνο εναντίον των Βρετανών κατακτητών του ελληνικού νησιού μας, αλλά κι όλων των άλλων ισχυρών της Γης, που εμπορεύονταν ανάλγητα τους ανυπεράσπιστους λαούς.
Το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 δεν ήταν ένα αυθόρμητο στιγμιαίο γεγονός, που πέρασε σαν κομήτης από το κυπριακό στερέωμα κι έσβησε αυτοστιγμεί. Αποτελεί ένα φωτεινό μετέωρο, που θα δολιχοδρομεί εσαεί στο στερέωμα της Ιστορίας του Κυπριακού Ελληνισμού, για να δείχνει τον δρόμο που οδηγεί στον αγώνα για διεκδίκηση της λευτεριάς. Και να μας διδάσκει ότι η λευτεριά δεν ζητιανεύεται, ούτε δωρίζεται, αλλά διεκδικείται και κατακτιέται με αγώνες, με θυσίες και ολοκαυτώματα. Όπως το απέδειξε πέντε χρόνια αργότερα ο επικός, ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας της θρυλικής ΕΟΚΑ.
Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιανού ήταν η ιδέα για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Ο αείμνηστος εθνικός αγωνιστής, Σάββας Λοϊζίδης, αργότερα εμπνευστής με τον αδελφό του Σωκράτη τής διεξαγωγής ένοπλου αγώνα, θεωρεί πως η ιδέα ήταν του αείμνηστου καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Δημήτρη Βεζανή. Ένας φλογερός και υπέροχος Έλληνας, που ήταν αργότερα δραστήριο μέλος της Οργάνωσης Κυπριακού Αγώνα, που προετοίμασε τον ένοπλο απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ. Εξάλλου, ο αείμνηστος εθνικός αγωνιστής, Θεμιστοκλής Δέρβης, Εθναρχικός Σύμβουλος και δεξί χέρι του Μακαρίου τότε, είχε αποδώσει επανειλημμένα την έμπνευση της διεξαγωγής του Δημοψηφίσματος στον αείμνηστο, κυπριακής καταγωγής, κορυφαίο διπλωμάτη Αλέξη Κύρου. Τον άνθρωπο που ήταν Πρόξενος της Ελλάδας στη Λευκωσία όταν ξέσπασε το Κίνημα των Οκτωβριανών του 1931 και με αξίωση της Βρετανίας ο Βενιζέλος τον μετέθεσε, ενέργεια που δυσαρέστησε τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, δαφνοστεφή Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Τόσο ο Κύρου όσο και ο Βεζανής συνδέονταν στενά με τον Εθνάρχη Μακάριο τον Β’, όταν ο αλύγιστος αυτός αγωνιστής Ιεράρχης ζούσε εξόριστος στην Αθήνα, μετά τα Οκτωβριανά. Όμως, όποιος κι αν ήταν ο εμπνευστής του Δημοψηφίσματος, η ιστορική οριστική απόφαση της διεξαγωγής του λήφθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1949, σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου, υπό την προεδρία του Μακαρίου του Β’.
Στην Εγκύκλιο της Εθναρχίας, την οποία υπογράφουν ο Κύπρου Μακάριος Β’, ο Πάφου Κλεόπας, ο Κιτίου Μακάριος, ο Κυρηνείας Κυπριανός και ο Σαλαμίνος Γεννάδιος, τονίζονται και τα εξής: «Έφθασε η ώρα της εθνικής αποκαταστάσεως του κυπριακού λαού. Η ελευθερία εδωρήθη μεν υπό του Θεού προς τον άνθρωπον, αλλά μόνον δι’ αγώνων επιπόνων και συνεχών εξαναγκάζονται οι κυρίαρχοι να αναγνωρίζουν εις τους υπ’ αυτών κυριαρχουμένους το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως…».
Η Εθναρχική Εγκύκλιος της 15ης Ιανουαρίου 1950 άρχιζε με τα εξής: «Κυπριακέ λαέ, του Θεού δώρον είναι η ελευθερία. Της Θείας ταύτης ευλογίας η μικρά πατρίς μας στερείται από αιώνων πολλών. Ξένος κυρίαρχος της Νήσου μας κατά την τελευταίαν εβδομηκονταετίαν παραμένει η Μεγάλη Βρετανία. Διά την ανάκτησιν της ελευθερίας της η Κύπρος ουδέποτε έπαυσε να αγωνίζεται. Και καθ’ όλον το διάστημα της αγγλικής κατοχής εξεδήλωσε ποικιλοτρόπως την θέλησίν της να απαλλαγεί του ξένου ζυγού. Διαμαρτυρίαι, υπομνήματα, πρεσβείαι ουδόλως έτυχον της προσοχής του κυριάρχου, όστις τουναντίον, μετεχειρίσθη παν μέσον προς κατάπνιξιν και υπονόμευσιν του εθνικού φρονήματος του κυπριακού λαού…».
Επισημαίνει και υποδεικνύει η Εθναρχούσα Εκκλησία με σαφήνεια στον λαό, ότι τέλειωσαν τα ψέματα. Εξαντλήθηκε η υπομονή και ορθώνεται μπροστά του, ως μόνη διέξoδος, ο δυναμικός, επίπονος αγώνας, για ελευθερία. Με υπευθυνότητα η Εθναρχούσα Εκκλησία αίρεται στο ύψος των κρισίμων περιστάσεων και καλεί τον λαό να επιτελέσει ενωμένος και αδιάσπαστος το ιερό καθήκον προς την πολυβασανισμένη ιδιαίτερη πατρίδα. Η κατακλείδα της ιστορικής εκείνης Εγκυκλίου αποτελεί εγερτήριο σάλπισμα στον Κυπριακό Ελληνισμό για αγώνα απόκτησης της ελευθερίας του, που τόσο του την στερούν οι Βρετανοί. Τονίζει και υποδεικνύει στο εγερτήριο εκείνο σάλπισμά της η Εθναρχούσα Εκκλησία:
«Κυπριακέ λαέ,
»Καλείσαι, όπως ηνωμένος και αδιάσπαστος υπέρ πάσαν άλλην περίπτωσιν, να επιτελέσης και τώρα το προς την δούλην πατρίδα καθήκον σου μετ’ ενθουσιασμού. Δι’ Ένωσιν και μόνον Ένωσιν ηγωνίσθης επί τόσα έτη. ‘‘Ένωσιν και μόνον Ένωσιν’’ καλείσαι να επισφραγίσης διά της ψήφου σου. Σύνθημα μοναδικόν έστω διά παντός: ‘‘Ένωσιν και μόνον Ένωσιν’’. Και δι’ αυτήν να δοθεί η ψήφος και του τελευταίου Κυπρίου».
Στη συνέχεια, η Εγκύκλιος εξηγεί τους λόγους που επέβαλαν τη διεξαγωγή του Δημοψηφίσματος: «Το Δημοψήφισμα αποτελεί ειρηνικήν μάχην, της οποίας η νικηφόρος έκβασις θα συμβάλει τα μέγιστα εις τον εθνικόν αγώνα μας. Διά την μάχην ταύτην καλούμεν εις επιστράτευσιν πάντας ανεξαιρέτως τους Κυπρίους. Εις τον αγώνα τον καλόν ουδείς θα υπολειφθή. Εμπρός, Κύπριοι. Όλοι εις τας επάλξεις διά την μάχην του δημοψηφίσματος, διά την αποκατάστασίν μας. Διά την Ένωσιν με την αθάνατον Μητέρα Ελλάδα. Ο δίκαιος Θεός, όστις εδημιούργησε τον άνθρωπον διά να ζη ελεύθερος, είναι βοηθός και παραστάτης του αγώνα μας. Ζήτω η Ένωσις».
Tο Δημοψήφισμα διεξήχθη στους ιερούς ναούς των πόλεων και των χωριών και η επιτυχία του ήταν πλήρης, όπως αναμενόταν. Ψήφισαν άντρες και γυναίκες. Με την ενέργειά τους επανέλαβαν, με την υπογραφή τους, ξεκάθαρα στους Βρετανούς, για να τ’ ακούσει ολόκληρος ο κόσμος για πολλοστή φορά, ότι: Προτιμούν τα ράκη της Μητρός, παρά την πορφύραν της μητριάς. Και διατράνωσαν την απόφασή τους να παραμείνουν στερεά προσηλωμένοι στη Μητέρα Ελλάδα, με την οποία εξέφρασαν τον διακαή πόθο να ενωθούν. Σύσσωμος ο Κυπριακός Ελληνισμός -εκτός μιας αμελητέας μειονότητας κυβερνητικών υπαλλήλων, που ενέδωσαν στις απειλές της αποικιακής κυβέρνησης ότι θα απολύονταν από τις θέσεις τους αν ψήφιζαν υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα, απέφυγαν να ψηφίσουν. Και οι λίγοι αυτοί απομονώθηκαν από τον λαό μας. Υπήρξαν περιπτώσεις που κάποιοι άνθρωποι δεν γίνονταν δεχτοί σε καφενεία και αποβλήθηκαν από εθνικόφρονα σωματεία. Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού που ψήφισε Ένωση με την Ελλάδα απέδειξε έμπρακτα στα πέρατα της οικουμένης, ότι ο προαιώνιος ενωτικός πόθος της Κύπρου δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά αγιάτρευτος καημός ελευθερίας, που απορρέει από αυτήν την ίδια την ηθική βούληση και την ακράδαντη πίστη του λαού στο ιδεώδες της ελευθερίας.
* Την επόμενη Κυριακή: Η Πρεσβεία στην Ελλάδα, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ.