Διαπραγματεύσεις με το δάκτυλο στη σκανδάλη και «βενεζουελοποίηση» του Ιράν
Το Ιράν επιστρέφει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση αδυναμίας
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται εκ νέου σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, με το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα να βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης εξίσωσης, που συνδυάζει διπλωματία υπό απειλές, στρατιωτική αποτροπή και εσωτερική αποσταθεροποίηση. Λίγους μήνες μετά τον Πόλεμο των 12 Ημερών, ο οποίος προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν χωρίς να επιλύσει οριστικά το πυρηνικό αδιέξοδο, η Τεχεράνη εμφανίζεται ανυποχώρητη στο κρίσιμο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου, επιμένοντας στη συνέχισή του κατά τις πρόσφατες συνομιλίες με ανώτερους Αμερικανούς αξιωματούχους. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αφήνει ανοιχτό το παράθυρο της διπλωματίας, επιδιώκοντας ν’ αποτρέψει ένα νέο αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα, καθώς η Ουάσιγκτον ενισχύει εκ νέου τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή και ο Ντόναλντ Τραμπ εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα, από την αποτροπή μέχρι τη συγκαλυμμένη απειλή αλλαγής καθεστώτος.
Έμμεσες συζητήσεις υπό απειλές και δυσπιστία
Παρά τη σκληρή θέση του Ιράν, ο Υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, χαρακτήρισε τις συνομιλίες «ένα καλό ξεκίνημα», ενώ τόσο ο ίδιος όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών του Ομάν δήλωσαν ότι οι δύο πλευρές σκοπεύουν να συναντηθούν εκ νέου, αν και καμιά δεν απομακρύνθηκε ουσιαστικά από τις αρχικές της θέσεις.
Σε κάθε περίπτωση, αξιωματούχοι και πολλοί αναλυτές είχαν χαμηλές προσδοκίες, δεδομένης της άρνησης του Ιράν να τερματίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου και της επιμονής των ΗΠΑ να εντάξουν στις διαπραγματεύσεις το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και τη στήριξή του σε ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή. Ορισμένοι θεωρούν σχεδόν αναπόφευκτο ένα στρατιωτικό πλήγμα, ενώ πολλοί εκτιμούν ότι, με βάση το χάσμα των διαφορών, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα θα ήταν μια δέσμευση για αποκλιμάκωση και μια συμφωνία για νέα συνάντηση.
Σύμφωνα με τον πρώην ανώτερο Αμερικανό διπλωμάτη και διαπραγματευτή για τα πυρηνικά με το Ιράν, Άλαν Άιρ, «αυτή είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή στις διμερείς σχέσεις τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια που παρακολουθώ το Ιράν. Οι πιθανές συνέπειες ενός λάθους είναι ανάλογα τεράστιες».
Αναλυτές σημειώνουν ότι το Ιράν επιστρέφει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση αδυναμίας. Ο εξοπλισμός εμπλουτισμού είτε καταστράφηκε από αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα τον περασμένο Ιούνιο είτε έχει θαφτεί κάτω από τόνους ερειπίων. Οι διαδηλώσεις στις αρχές του έτους αποτέλεσαν τη σοβαρότερη πρόκληση για το καθεστώς στα σχεδόν πενήντα χρόνια εξουσίας του και καταπνίγηκαν μόνο με ακραία βία, αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς. Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, με το νόμισμα να καταρρέει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα υπό τη σκιά μιας νέας σύγκρουσης.
Παρά ταύτα, η ιρανική ηγεσία σκληραίνει τη στάση της, δείχνοντας ελάχιστη διάθεση συμβιβασμού στο κομβικό ζήτημα του τερματισμού του εμπλουτισμού ουρανίου και απειλώντας με γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης. Σκληρή γραμμή τηρούν και οι ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι επιδιώκουν την οριστική εξάλειψη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Λύση στο μοντέλο της Βενεζουέλας
Οι πρόσφατες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ για την άρση των κυρώσεων κατά της Συρίας δείχνουν ότι, όταν υπάρχει πολιτική βούληση, οι αρμόδιες Αρχές στα υπουργεία Οικονομικών, Εξωτερικών και Εμπορίου των ΗΠΑ μπορούν να κινητοποιηθούν, ώστε ν’ ανατρέψουν ακόμη και ένα εκτεταμένο καθεστώς κυρώσεων σε επίπεδο χώρας. Ωστόσο, η ταχεία ελάφρυνση που παρασχέθηκε στη Συρία κατέστη δυνατή μόνο λόγω της πλήρους αλλαγής της πολιτικής ηγεσίας, κάτι που από τη φύση του αποκλείεται στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης νέας συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν. Επιπλέον, ακόμη και μια περιορισμένη άρση κυρώσεων θα είχε υψηλό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση Τραμπ, στον απόηχο τής πρωτοφανούς βίας που χρησιμοποιήθηκε κατά των διαδηλωτών στο Ιράν.
Εάν όμως η παροχή ελάφρυνσης των κυρώσεων είναι πολιτικά και τεχνικά αδύνατη για την Ουάσιγκτον, αυτό σημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις είναι καταδικασμένες; Σύμφωνα με ειδικούς, η απάντηση είναι αρνητική, καθώς οι αμφιλεγόμενες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ στη Βενεζουέλα προσφέρουν ένα πιθανό πρότυπο και για την περίπτωση του Ιράν.
Στις 6 Ιανουαρίου, λίγες ημέρες μετά την εξαιρετικής κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση για τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, η κυβέρνηση Τραμπ αντί να άρει τις κυρώσεις σε βάρος της Βενεζουέλας, χορήγησε ειδικό καθεστώς στα έσοδα που προέρχονται από την «πώληση φυσικών πόρων». Η προεδρική πράξη απαγόρευσε κάθε μορφή «κατάσχεσης, δικαστικής απόφασης, διατάγματος, βάρους, εκτέλεσης, δέσμευσης ή άλλης δικαστικής διαδικασίας», που θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση των ίδιων των ΗΠΑ στα έσοδα από τους φυσικούς πόρους της Βενεζουέλας, όσο οι κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Τραμπ δήλωσε ότι τα κεφάλαια αυτά βρίσκονται υπό την «κατοχή» της. Παρότι τόνισε ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο παραμένουν «ιδιοκτησία της κυβέρνησης της Βενεζουέλας», τα χρήματα τηρούνται υπό διαχείριση από τις ΗΠΑ, σε λογαριασμούς που φιλοξενούνται στο Κατάρ.
Ενώ παραδοσιακά οι συνομιλίες με χώρες υπό καθεστώς κυρώσεων επικεντρώνονταν στην προοπτική άρσης των κυρώσεων, η κυβέρνηση Τραμπ προσέφερε στη Βενεζουέλα μια μορφή προσωρινής οικονομικής ανακούφισης, χωρίς να άρει τις κυρώσεις, παρακάμπτοντας τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν η ελάφρυνση δεν συνοδεύεται από ουσιαστική πολιτική μετάβαση. Μια παραλλαγή αυτής της φόρμουλας θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τη βάση για μια συμφωνία και με το Ιράν, καθώς οι διαπραγματευτές προετοιμάζονται για τη συνάντηση με ιδιαίτερα βαρύ διακύβευμα.
Η παρουσία των ΗΠΑ στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας συνιστά, βεβαίως, σαφή προσβολή της εθνικής κυριαρχίας της χώρας. Η ιρανική ηγεσία είναι πιθανό ν’ απορρίψει κάθε απόπειρα άμεσης μεταφοράς του βενεζουελάνικου μοντέλου στο Ιράν. Το άρθρο 153 του ιρανικού Συντάγματος ορίζει ρητά ότι «κάθε μορφή συμφωνίας που οδηγεί σε ξένο έλεγχο των φυσικών πόρων απαγορεύεται».
Ωστόσο, η οικονομική κυριαρχία του Ιράν είναι ήδη σοβαρά περιορισμένη από τη δύναμη των αμερικανικών δευτερογενών κυρώσεων. Η χώρα δεν μπορεί να συμμετέχει ελεύθερα στην παγκόσμια οικονομία και από το 2018, όταν ο Τραμπ επανέφερε τις κυρώσεις, παλεύει με μια παρατεταμένη οικονομική κρίση. Το πραγματικό δίλημμα για την ιρανική ηγεσία δεν είναι αν οι περιορισμοί θα συνεχιστούν, καθώς δεν μπορεί να προσδοκά σημαντική άρση κυρώσεων σε μια νέα συμφωνία, αλλά αν μπορεί να διαμορφώσει μια λιγότερο συγκρουσιακή οικονομική σχέση με τις ΗΠΑ, εξασφαλίζοντας οικονομική ανάσα χωρίς την κατάργηση των κυρώσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, το μοντέλο της Βενεζουέλας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Τα διεθνή αποθέματα του Ιράν υπερβαίνουν τα 120 δισ. δολάρια, ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Τεχεράνη έχει άμεση πρόσβαση μόλις στο ένα τέταρτο αυτών. Αυτό αποτελεί το βασικό σημείο πίεσης της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ. Παρά τις σημαντικές εξαγωγές πετρελαίου, η αδυναμία πρόσβασης στα έσοδα και στα αποθέματα της κεντρικής τράπεζας έχει οδηγήσει το Ιράν σε μια τεχνητή κρίση ισοζυγίου πληρωμών. Υπάρχει, επομένως, ουσιαστικό περιθώριο η κυβέρνηση Τραμπ να βελτιώσει την πρόσβαση του Ιράν στα αποθέματά του, επιτρέποντας στην κεντρική τράπεζα να περιορίσει τη συνεχιζόμενη αστάθεια στην αγορά συναλλάγματος, συμπεριλαμβανομένων απότομων υποτιμήσεων που έχουν πυροδοτήσει πρόσφατους γύρους μαζικών διαμαρτυριών.
Η συμφωνία του 2023 με την κυβέρνηση Μπάιντεν έδειξε ότι οι Ιρανοί αξιωματούχοι είναι διατεθειμένοι ν’ αποδεχθούν έναν βαθμό εποπτείας από τις ΗΠΑ με αντάλλαγμα μεγαλύτερη πρόσβαση στα αποθεματικά τους. Η κυβέρνηση Τραμπ, ωστόσο, θα απαιτήσει περισσότερα από απλή εποπτεία. Η μορφή «κατοχής» των πετρελαϊκών εσόδων που παραχώρησε η Βενεζουέλα θα θεωρηθεί αδιανόητη παραχώρηση για την ιρανική πλευρά. Παραμένει όμως ανοικτό το ερώτημα αν το Ιράν θα μπορούσε να προσφέρει στους Αμερικανούς έναν ρόλο στη διαδικασία απελευθέρωσης των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων.
Το σενάριο του πολέμου
Στον απόηχο του Πολέμου των 12 Ημερών, τόσο Ισραηλινοί όσο και Αμερικανοί αξιωματούχοι επέμεναν ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν αποτελούσε στόχο των επιχειρήσεων. Το επίκεντρο των επιθέσεων ήταν σαφώς στρατιωτικοί στόχοι υψηλής αξίας, όπως πυρηνικές εγκαταστάσεις, συστήματα αεράμυνας, βαλλιστικοί πύραυλοι και εκτοξευτήρες, καθώς και ανώτατα στελέχη της στρατιωτικής ιεραρχίας. Στον αντίποδα, οι πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ φαίνεται ότι υπονοούν τη χρήση στρατιωτικών μέσων για να διευκολύνουν την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.
Οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας επιλογής, τόσο ως προς τη μορφή της όσο και ως προς τα αναμενόμενα αποτελέσματα, δεν έχουν αποσαφηνιστεί, γεγονός που έχει πυροδοτήσει έντονη συζήτηση και εικασίες. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, κατά επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο λίγο πριν από την έκρηξη των διαδηλώσεων στο Ιράν, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να πρότεινε νέα πλήγματα, και πάλι με επίκεντρο στρατιωτικούς στόχους. Ο Τραμπ δεν δεσμεύθηκε και δεν εγκρίθηκε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Ωστόσο, οι εξελίξεις τρέχουν γρήγορα και η πρόσφατη φημολογία θέλει ένα ενδεχόμενο αμερικανικό πλήγμα να στοχεύει εκ νέου στη σταδιακή αποδυνάμωση του καθεστώτος, μέσω περαιτέρω διάβρωσης των στρατιωτικών του δυνατοτήτων, χωρίς άμεση στοχοποίηση του ανώτατου ηγέτη ή άλλων κορυφαίων πολιτικών προσώπων.
Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να διατηρήσει την αξιοπιστία του Τραμπ, ν’ αποφύγει το «κουτί της Πανδώρας» μιας απότομης και ανεξέλεγκτης κατάρρευσης και ταυτόχρονα να αποσπάσει παραχωρήσεις σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Όποια κι αν είναι η τελική πρόθεση, κάθε ρεαλιστικό σενάριο προϋποθέτει την αντιμετώπιση ενός καθεστώτος υπό πίεση, το οποίο έχει ήδη καταφύγει σε βίαιη καταστολή των ίδιων του των πολιτών, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων και διατηρεί διάφορους μοχλούς αντίδρασης έναντι εξωτερικών απειλών.
Καθώς η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται να επιδιώκει το στοιχείο του αιφνιδιασμού στις σημερινές της απειλές, η Τεχεράνη έχει καταστήσει σαφές ότι η αντίδρασή της σε νέα πλήγματα δεν θα είναι περιορισμένη. Παρότι αποδυναμωμένο σε σχέση με το 2024, το ιρανικό οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων παρέμενε σημαντικό ακόμη και πριν ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε πρόσφατη αναπλήρωση. Ιρανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν ήδη προειδοποιήσει το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Τουρκία ότι, σε περίπτωση επίθεσης, αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους θ’ αποτελέσουν στόχους. Προκειμένου ν’ αποφευχθούν τέτοια αντίποινα αλλά και δευτερογενείς συνέπειες, όπως μαζικές προσφυγικές ροές σε περίπτωση κυβερνητικής κατάρρευσης, η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ έχουν επιχειρήσει ν’ αποθαρρύνουν την Ουάσιγκτον από στρατιωτική δράση.
Στην αποτίμηση των κινδύνων οποιασδήποτε νέας επιχείρησης, η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει επίσης να διασφαλίσει ότι δεν έχει αντλήσει λάθος συμπεράσματα από τον πόλεμο του Ιουνίου. Από πλευράς διάταξης δυνάμεων και διαθέσιμου υλικού, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση για ν’ αμυνθούν έναντι ενός ιρανικού καθεστώτος που, αν και αποδυναμωμένο, ενδέχεται να έχει λιγότερους ενδοιασμούς στη χρήση τού ακόμη σημαντικού πυραυλικού του οπλοστασίου κατά πολλών ευάλωτων στόχων στην περιοχή. Ταυτόχρονα, καθώς τα γεγονότα εξελίσσονται και μπορεί να κλιμακωθούν, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο Τραμπ θα μπορεί εκ νέου να επιβάλει σε όλες τις πλευρές τον άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών, όπως συνέβη πέρυσι.