Ψυχολογικές διαστάσεις της διαφθοράς και η Ψυχολογία της «Διευκόλυνσης»
Στην αρχαία Eλληνική μυθολογία, οι Συμπληγάδες ήσαν βράχοι που κινούνταν ακατάπαυστα, απειλώντας όποιον τολμούσε να περάσει ανάμεσά τους. Η εικόνα αυτή παραμένει ζωντανή μεταφορικά όταν επιχειρούμε να προσεγγίσουμε κοινωνικά φαινόμενα όπως η διαφθορά: ασταθής, επικίνδυνη και ταυτόχρονα βαθιά ενσωματωμένη στο συλλογικό πεπρωμένο. Ο Ηράκλειτος υπενθυμίζει ότι «τα πάντα ρει», υπογραμμίζοντας τη δυναμική φύση των κοινωνικών φαινομένων και την ικανότητά τους να μετασχηματίζονται υπό κατάλληλες συνθήκες.
Η Ελλάδα και η Κύπρος, με την ιστορική τους διαδρομή, αποτελούν πεδία όπου η διαφθορά δεν περιορίζεται σε θεσμικές ή οικονομικές παραβάσεις, αλλά ενσωματώνεται σε κοινωνικές συμπεριφορές μέσω ψυχολογικών μηχανισμών. Η ερώτηση που προκύπτει δεν αφορά μόνο τη συχνότητα της διαφθοράς, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι ψυχολογικοί μηχανισμοί νομιμοποιούν τη συμμετοχή των πολιτών σε αυτήν.
Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας (Festinger, 1957) περιγράφει τη ψυχολογική σύγκρουση που προκύπτει όταν οι πράξεις ενός ατόμου αντιβαίνουν στις ηθικές του πεποιθήσεις. Σε κοινωνίες όπου η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες θεωρείται δυσλειτουργική, η συμμετοχή σε μικρές μορφές διαφθοράς, όπως η χρήση του «μέσου» ή το «φακελάκι», συχνά δικαιολογείται ως αναγκαίο κακό.
Η δικαιολόγηση αυτή μειώνει το άγχος και την ενοχή, καθιστώντας τη διαφθορά κοινωνικά ανεκτή. Παράλληλα, δημιουργείται ψυχολογική διάκριση ανάμεσα στη «μικρή» και στη «μεγάλη» διαφθορά, με αποτέλεσμα οι πολίτες να καταδικάζουν τις υψηλού επιπέδου παραβάσεις ενώ οι ίδιοι συμμετέχουν σε καθημερινές, νομιμοποιημένες πρακτικές.
Η θεωρία των κοινωνικών νόρμων (Cialdini & Trost, 1998) υποστηρίζει ότι οι πεποιθήσεις για το τι θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων. Στην Ελλάδα και την Κύπρο, η διαφθορά συχνά εμφανίζεται ως «φιλική εξυπηρέτηση» ή «κοινωνική υποχρέωση». Μελέτες δείχνουν ότι η συλλογική αποδοχή μειώνει τη ψυχολογική πίεση και ενισχύει τη νομιμοποίηση παραβατικών ενεργειών.
Η ψυχολογία της «διευκόλυνσης» περιγράφει πώς η αντίληψη της κοινωνικής βοήθειας συγκαλύπτει τη διαφθορά, καθιστώντας τη συμμετοχή των πολιτών ψυχολογικά αποδεκτή και καθημερινά ενσωματωμένη στις πρακτικές της κοινωνίας.
Η θεσμική δυσπιστία αναφέρεται στην αίσθηση ότι οι θεσμοί είναι διεφθαρμένοι ή αναποτελεσματικοί. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι το σύστημα δεν λειτουργεί δίκαια, αναπτύσσουν ψυχολογική απόσταση από τις συνέπειες των δικών τους ενεργειών, με αποτέλεσμα να δικαιολογούν την προσωπική τους συμμετοχή σε διαφθορά.
Η ψυχολογική αυτή στρατηγική μειώνει την ηθική πίεση και ενισχύει τη συλλογική ανοχή, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο νομιμοποίησης της παράβασης. Η απόσταση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής σε περιβάλλοντα όπου η αδυναμία θεσμικής επιβολής ενισχύει την αίσθηση ατιμωρησίας (Rose-Ackerman, 1999).
Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας (Tajfel & Turner, 1979) εξηγεί γιατί τα άτομα συχνά αποδίδουν τις συνέπειες της διαφθοράς στην ομάδα ή στο σύστημα και όχι στην προσωπική τους δράση. Σε κοινωνίες με υψηλά επίπεδα διαφθοράς, η ψυχολογική απόσταση από τις συνέπειες ενισχύει τη νομιμοποίηση της συμμετοχής και μειώνει την αίσθηση προσωπικής ευθύνης (Kromidha & Xu, 2022).
Η συμμετοχή στη διαφθορά γίνεται ψυχολογικά ανεκτή όταν εντάσσεται στη συλλογική ταυτότητα, ενισχύοντας τις κοινωνικές νόρμες που δικαιολογούν παραβατικές πρακτικές.
Η προθυμία των πολιτών να καταγγείλουν παραβάσεις εξαρτάται από την ψυχολογική ασφάλεια, την κοινωνική υποστήριξη και την προστασία από αντίποινα. Έρευνες καταδεικνύουν ότι η απουσία ασφαλών μηχανισμών οδηγεί σε σιωπή, ενισχύοντας τη νομιμοποίηση της διαφθοράς.
Η εκπαίδευση στην ηθική και η ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη μείωση της ανοχής, ενισχύοντας τη συμμετοχή των πολιτών στην πρόληψη και καταπολέμηση παραβατικών πρακτικών.
Η διαφθορά αποτελεί ψυχολογικά ενσωματωμένο φαινόμενο που λειτουργεί μέσω γνωστικών, κοινωνικών και ηθικών μηχανισμών. Η γνωστική ασυμφωνία, οι κοινωνικές νόρμες, η θεσμική δυσπιστία και η κοινωνική ταυτότητα συμβάλλουν στη νομιμοποίηση και συλλογική ανοχή.
Η αλλαγή απαιτεί εκπαίδευση, ενίσχυση της συλλογικής ηθικής συνείδησης και την τόλμη της ατομικής δράσης. Όπως οι ήρωες που τόλμησαν να διασχίσουν τις Συμπληγάδες, κάθε πολίτης αντιμετωπίζει τα ίδια κινούμενα εμπόδια, ψυχολογικές αντιστάσεις, κοινωνικές νόρμες και θεσμικές αδυναμίες. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος προσφέρει το δίχτυ ασφαλείας για όσους τολμούν να αμφισβητήσουν, αλλά η πραγματική δύναμη παραμένει στην προσωπική επιλογή να μην νομιμοποιεί κανείς τη διαφθορά.
Και μένει να αναρωτηθούμε: μπορεί η αποφασιστική πράξη ενός μόνο ανθρώπου να αλλάξει τον τρόπο που μια κοινωνία σκέφτεται και δικαιολογεί τη διαφθορά, πριν αλλάξουν οι θεσμοί;
*Ψυχολόγος
Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας
Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων
Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά
Μ.Α ART therapist
Pgp Συμβουλευτική Ψυχολογία
Ειδίκευση στη Συστημική Θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική Θεραπευτική Αντιμετώπιση