Αναλύσεις

Γεωπολιτική επίκληση και ευρωτουρκικά διλήμματα

Η γεωπολιτική πραγματικότητα πράγματι επιβάλλει ευελιξία και ρεαλισμό, όμως, όταν ο ρεαλισμός αποσυνδέεται από τις θεμελιώδεις αξίες, μετατρέπεται σε κυνισμό.

Η στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έναντι της Τουρκίας επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, αυτήν τη φορά μέσα από την πρόσφατη ρητορική και τις πρωτοβουλίες της Επιτρόπου Διεύρυνσης, Μάρτας Κος, που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το ευρωτουρκικό πλαίσιο επικαλούμενη τις ραγδαίες γεωπολιτικές εξελίξεις. Η επίκληση της γεωπολιτικής αστάθειας, των νέων ισορροπιών ασφαλείας και της ανάγκης στρατηγικής προσαρμογής της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζεται ως το βασικό επιχείρημα για την «επανεκκίνηση» της σχέσης με την Άγκυρα. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την προσέγγιση αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα, κατά πόσον η γεωπολιτική λειτουργεί ως πραγματική αναγκαιότητα, και κατά πόσον ως πρόσχημα για την ικανοποίηση πάγιων τουρκικών απαιτήσεων, χωρίς την εκπλήρωση των θεμελιωδών ευρωπαϊκών προϋποθέσεων.

Η Τουρκία παραμένει εδώ και χρόνια σε μια ιδιότυπη κατάσταση «ενταξιακής ακινησίας». Οι διαπραγματεύσεις έχουν ουσιαστικά παγώσει, όχι λόγω τεχνικών εκκρεμοτήτων, αλλά εξαιτίας βαθιών πολιτικών και θεσμικών αποκλίσεων από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η επιδείνωση του κράτους δικαίου, οι περιορισμοί στην ελευθερία του Τύπου, η συστηματική εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης και η αυταρχική διολίσθηση του πολιτικού συστήματος έχουν καταγραφεί επανειλημμένα σε εκθέσεις ευρωπαϊκών θεσμών. Παρά ταύτα, η νέα ρητορική της Επιτρόπου Διεύρυνσης φαίνεται να μετατοπίζει το βάρος από τις αξιακές και θεσμικές προϋποθέσεις προς μια λογική «στρατηγικής χρησιμότητας» της Τουρκίας.

Στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η αντίληψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, πιεσμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, τη ρευστότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ισχύος δεν έχει την πολυτέλεια ν’ αγνοεί τον ρόλο της Τουρκίας. Η Άγκυρα προβάλλεται ως κρίσιμος γεωπολιτικός δρών, ως ενεργειακός και εμπορικός κόμβος, ως παράγοντας ασφάλειας και διαμεσολαβητής σε περιφερειακές κρίσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Κος επιχειρεί ν’ «ανοίξει παράθυρα» συνεργασίας, επαναφέροντας στο τραπέζι ζητήματα όπως η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, η εμβάθυνση της οικονομικής συνεργασίας και η θεσμική επαναπροσέγγιση, χωρίς όμως να θέτει ως προϋπόθεση σαφείς και μετρήσιμες πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

Η επιλογή αυτή προκαλεί εύλογες ανησυχίες, ιδίως σε κράτη-μέλη που βιώνουν άμεσα τις συνέπειες της τουρκικής πολιτικής, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα. Η ευκολία με την οποία η γεωπολιτική ανάγεται σε υπέρτατο κριτήριο κινδυνεύει να υπονομεύσει την ίδια τη λογική της ευρωπαϊκής διεύρυνσης. Μια λογική που οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή ότι η ένταξη και η προνομιακή συνεργασία δεν αποτελούν γεωστρατηγικές ανταμοιβές, αλλά διαδικασίες αυστηρά συνδεδεμένες με την τήρηση κανόνων, αξιών και Διεθνούς Δικαίου. Η Τουρκία, παρά τη ρητορική περί στρατηγικής σημασίας, εξακολουθεί να παραβιάζει βασικές αρχές που η ίδια η Ένωση οφείλει να υπερασπίζεται.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η αντίφαση ανάμεσα στη θεσμική μνήμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στη σημερινή της στάση. Μόλις πρόσφατα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είχαν υιοθετήσει αυστηρότερη γραμμή απέναντι στην Άγκυρα, αντιδρώντας σε διώξεις πολιτικών αντιπάλων και σε πρακτικές που πλήττουν τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Η σημερινή προσπάθεια εξομάλυνσης, χωρίς ουσιαστική μεταβολή αυτών των δεδομένων, δημιουργεί την εικόνα μιας Ευρώπης που στέλνει αντιφατικά μηνύματα, υπονομεύοντας τη δική της αξιοπιστία.

Η επίκληση των γεωπολιτικών εξελίξεων, αν δεν συνοδεύεται από σαφές πλαίσιο όρων και δεσμεύσεων, εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας πολιτικής «χαμηλών προσδοκιών», όπου η Τουρκία απολαμβάνει οφέλη χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις. Σ’ αυτό το σενάριο, η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται από κανονιστική δύναμη σε διαχειριστή ισορροπιών, αποδεχόμενη σιωπηρά πρακτικές που, σε άλλες περιπτώσεις, θα θεωρούνταν ασύμβατες με το ευρωπαϊκό πρόσταγμα. Η γεωπολιτική, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικής προσαρμογής, κινδυνεύει να καταστεί εργαλείο αποδόμησης των ίδιων των ευρωπαϊκών αρχών.

Για την Κύπρο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η οποιαδήποτε αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων χωρίς ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό και χωρίς σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων κράτους-μέλους δημιουργεί προηγούμενα που αποδυναμώνουν τη συλλογική ευρωπαϊκή στάση. Η έμφαση στη γεωπολιτική «χρησιμότητα» της Τουρκίας τείνει να παρακάμπτει το γεγονός ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική κατοχή σε ευρωπαϊκό έδαφος, γεγονός που από μόνο του συνιστά δομική αντίφαση σε κάθε προσπάθεια θεσμικής προσέγγισης.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η στάση της Μάρτας Κος αντανακλά ένα βαθύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα, δηλαδή την αδυναμία της Ένωσης να ισορροπήσει πειστικά μεταξύ αρχών και συμφερόντων. Η γεωπολιτική πραγματικότητα πράγματι επιβάλλει ευελιξία και ρεαλισμό, όμως, όταν ο ρεαλισμός αποσυνδέεται από τις θεμελιώδεις αξίες, μετατρέπεται σε κυνισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να διεκδικεί ρόλο παγκόσμιου θεσμικού προτύπου, αν ταυτόχρονα εμφανίζεται πρόθυμη ν’ αναστείλει τα ίδια της τα κριτήρια στο όνομα της συγκυρίας.

Τα αντικειμενικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τη σημερινή συγκυρία είναι σαφή. Η Τουρκία παραμένει σημαντικός γεωπολιτικός παράγοντας, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη συμμόρφωσης με βασικές ευρωπαϊκές αρχές. Η γεωπολιτική δεν μπορεί να υποκαθιστά το κράτος δικαίου, ούτε να λειτουργεί ως λευκή επιταγή για πολιτικές εκπτώσεις. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέξει να προχωρήσει σε μια νέα φάση ευρωτουρκικής προσέγγισης, χωρίς σαφείς όρους, κινδυνεύει ν’ αποδυναμώσει όχι μόνο τη διαπραγματευτική της θέση, αλλά και το ίδιο το αξιακό της υπόβαθρο. Η στάση της Επιτρόπου Διεύρυνσης, όπως διαμορφώνεται σήμερα, συνιστά περισσότερο σύμπτωμα μιας ευρωπαϊκής αμηχανίας παρά συγκροτημένη στρατηγική. Το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο την Τουρκία, αλλά το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής συνολικά. Αν η Ένωση θα παραμείνει κοινότητα αρχών ή αν θα μετατραπεί σ’ ένα χαλαρό γεωπολιτικό μηχανισμό προσαρμογής. Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα κρίνει όχι μόνο τα ευρωτουρκικά, αλλά και την ίδια την πολιτική αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα επόμενα χρόνια.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips