Αναλύσεις

Πληρώνουν τα νοικοκυριά την ολιγωρία της ΑΗΚ

Η Πράσινη Ενέργεια, που έμεινε σύνθημα, οι συνθήκες για ολιγοπώλιο και το… 1 δις για ρύπους

Η ειδική έκθεση ΕΕ-ΕΥ 08/2026 για την ΑΗΚ δεν είναι μια τεχνική άσκηση λογιστικού ελέγχου. Είναι μια σκληρή αποτύπωση τού πώς ένα στραβό ενεργειακό μοντέλο καταλήγει κάθε μήνα στον λογαριασμό του πολίτη. Η Ελεγκτική δείχνει με αριθμούς ότι η ΑΗΚ έμεινε πίσω εκεί όπου έπρεπε να τρέξει - στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας - ότι ανέχθηκε ή λειτούργησε με πρακτικές που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, ότι δεν εφάρμοζε με την ίδια αυστηρότητα τους κανόνες σε οφειλέτες και ελέγχους, και ότι όλο αυτό συντηρεί ένα ακριβό, βαρύ και άδικο σύστημα. Με απλά λόγια: κάποιοι κέρδισαν χώρο και χρόνο, το σύστημα έμεινε πίσω και ο λογαριασμός πήγε ξανά στον καταναλωτή.

Η ίδια η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι μιλά για έλεγχο συμμόρφωσης της ΑΗΚ με τη νομοθεσία και τις εσωτερικές της διαδικασίες. Και το συμπέρασμα είναι βαρύ: εντοπίζει περιορισμένη ανάπτυξη ΑΠΕ από την ΑΗΚ, αδυναμίες στη διαχείριση συμβάσεων, κενά στους εσωτερικούς ελέγχους, προβλήματα στην είσπραξη οφειλών, ελλιπείς ελέγχους σε μετρητές και σοβαρές καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για ένα μόνο “λάθος”. Πρόκειται για αλυσίδα στρεβλώσεων που συσσωρεύονται και τελικά ακριβαίνει το ρεύμα.

Η πρώτη μεγάλη στρέβλωση: Η ΑΗΚ έμεινε ουραγός και οι ιδιώτες πήραν το πάνω χέρι

Το πιο πολιτικά εκρηκτικό εύρημα είναι αυτό που αγγίζει απευθείας το μεγάλο ερώτημα της εποχής: ποιος ωφελήθηκε, τελικά, από την Πράσινη μετάβαση; Η Ελεγκτική καταγράφει ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 η ΑΗΚ είχε σε λειτουργία μόλις τέσσερα φωτοβολταϊκά πάρκα, συνολικής ισχύος 20MWp. Την ίδια ώρα, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών στο δίκτυο διανομής έφθανε τα 420,1MWp, ενώ τα 265,9MWp ανήκαν στους πέντε μεγαλύτερους επενδυτές. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ο δημόσιος Οργανισμός που θα έπρεπε να έχει ισχυρή παρουσία στην παραγωγή φθηνότερης ενέργειας έμεινε μικρός, ενώ η “μεγάλη πίτα” πέρασε στους λίγους.

Σε λαϊκά λόγια, αυτό σημαίνει το εξής: αντί η ΑΗΚ να βάλει γρήγορα πολλά δικά της φωτοβολταϊκά και να ρίξει το κόστος παραγωγής για όλους, άφησε χώρο στην αγορά να γεμίσει από μεγάλους ιδιώτες. Η έκθεση μάλιστα σημειώνει ότι ιδιωτικοί φορείς ανέπτυξαν σημαντικό αριθμό έργων ή εξασφάλισαν άδειες, χωρίς να προκύπτει μέχρι σήμερα σαφής επίδραση στη μείωση της τιμής του ρεύματος. Δηλαδή, μπήκαν έργα, μεγάλωσε η ιδιωτική παρουσία, αλλά ο πολίτης δεν είδε την αναμενόμενη ελάφρυνση στον λογαριασμό του.

Η Ελεγκτική δεν σταματά εκεί. Καταγράφει ότι τα προηγούμενα χρόνια δεν λήφθηκαν έγκαιρα οι πρόσθετες διοικητικές ή ρυθμιστικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να δώσουν άμεσα οφέλη στον τελικό καταναλωτή, όπως μειοδοτικοί διαγωνισμοί για προμήθεια ενέργειας από ΑΠΕ ή έγκαιρη αναθεώρηση της μεταβατικής ρύθμισης της αγοράς. Με απλά λόγια: το κράτος, η ΡΑΕΚ και η ίδια η ΑΗΚ δεν κινήθηκαν έγκαιρα εκεί που έπρεπε και, όσο καθυστερούσαν, κάποιοι κέρδιζαν έσοδα χωρίς αντίστοιχη ελάφρυνση για την κοινωνία.

Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο “στραβό” που φωτίζει η έκθεση: η Πράσινη μετάβαση δεν λειτούργησε ως ασπίδα για τον καταναλωτή, αλλά ως πεδίο όπου η ΑΗΚ έμεινε πίσω και η αγορά γέρνει υπέρ λίγων παικτών. Η ίδια η έκθεση μιλά για ανάγκη αποφυγής ελεγχόμενων ολιγοπωλίων και για ανάγκη ενίσχυσης της συμμετοχής της ΑΗΚ, ώστε να υπάρξει υγιής ανταγωνισμός. Όταν το λέει αυτό ο ίδιος ο Ελεγκτής, το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ήδη εδώ.

Η δεύτερη στρέβλωση: Το ακριβό ρεύμα είναι αποτέλεσμα καθυστέρησης

Η δεύτερη βαριά διαπίστωση είναι ότι το πανάκριβο ρεύμα δεν παρουσιάζεται ως ένα τυχαίο ή αποκλειστικά διεθνές φαινόμενο. Η Ελεγκτική σημειώνει ότι καύσιμα και δικαιώματα εκπομπών αποτελούν περίπου το 70% των συνολικών λειτουργικών δαπανών της ΑΗΚ. Παράλληλα, η δαπάνη για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών αυξήθηκε σημαντικά, φθάνοντας τα €211,2 εκατ. μόνο για το 2024, ενώ για την περίοδο 2020-2024 η συνολική δαπάνη έφθασε τα €955 εκατ. Η έκθεση είναι ξεκάθαρη: αυτό το κόστος μετακυλίεται στον καταναλωτή.

Σε απλά Ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι όσο η ΑΗΚ δεν παράγει αρκετό δικό της φθηνότερο “πράσινο” ρεύμα, τόσο μένει κολλημένη σε ακριβά καύσιμα και σε πανάκριβα δικαιώματα ρύπων. Και αυτά δεν τα πληρώνει “η ΑΗΚ” σαν αφηρημένη έννοια. Τα πληρώνει ο κόσμος μέσα από τον λογαριασμό του. Άρα, η καθυστέρηση στις ΑΠΕ δεν είναι μια διοικητική εκκρεμότητα. Είναι βασικός λόγος που το ρεύμα μένει ακριβό.

Η έκθεση δένει το θέμα αυτό και με τη συνολική εικόνα του ενεργειακού τομέα: απουσία ηλεκτρικής διασύνδεσης, περιορισμένη αποθήκευση, μη έλευση φυσικού αερίου, γήρανση θερμικών μονάδων. Όλα αυτά, λέει, συμβάλλουν στη διατήρηση υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Με άλλα λόγια, η ακρίβεια στο ρεύμα δεν είναι ένα “κακό που μας βρήκε”. Είναι το αποτέλεσμα χρόνιων καθυστερήσεων, ανεπαρκών επιλογών και αναβολών που σήμερα πληρώνονται σε μετρητά από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η τρίτη στρέβλωση: “Κλειστές” διαδικασίες εκεί όπου έπρεπε να υπάρχει ανοικτός ανταγωνισμός

Ένα άλλο εξαιρετικά σοβαρό κομμάτι της έκθεσης αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ΑΗΚ χειρίστηκε τις συμβάσεις της. Η Ελεγκτική καταγράφει ότι σε 1.267 από τους 2.256 διαγωνισμούς με εκτιμώμενη αξία άνω των €10.000 - δηλαδή στο 56,1% - χρησιμοποιήθηκε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού την περίοδο 2018-2023. Και υπενθυμίζει ρητά ότι, βάσει της εσωτερικής οδηγίας της Αρχής, αυτή η διαδικασία πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές και πλήρως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Τι σημαίνει αυτό απλά; Ότι αντί ν’ ανοίγει συχνότερα τον δρόμο για κανονικό, καθαρό ανταγωνισμό, η ΑΗΚ πήγαινε υπερβολικά συχνά από τον “σύντομο δρόμο”. Και αυτό, όπως σημειώνει η ίδια η έκθεση, δημιουργεί κίνδυνο να περιορίζεται ή να νοθεύεται ο ανταγωνισμός, να χτυπιέται η διαφάνεια, να παραβιάζεται η ίση μεταχείριση ή να ευνοείται συγκεκριμένος οικονομικός φορέας. Όταν πάνω από τους μισούς τέτοιους διαγωνισμούς γίνονται έτσι, δεν μιλάμε για εξαίρεση. Μιλάμε για πρακτική που γεννά σοβαρά ερωτήματα.

Στο ίδιο πνεύμα, η έκθεση είναι ιδιαίτερα αιχμηρή και για την αγορά νομικών υπηρεσιών. Αναφέρει ότι η ΑΗΚ εξακολουθεί εδώ και περίπου 72 χρόνια να διατηρεί ουσιαστικά τον ίδιο νομικό Οίκο και ότι την περίοδο 2020-2023 το συγκεκριμένο γραφείο έλαβε €2.063.876, δηλαδή το 95% των σχετικών αμοιβών, ενώ όλα τα υπόλοιπα γραφεία μαζί έλαβαν μόλις €108.247 ή 5%. Η Ελεγκτική λέει καθαρά ότι αυτή η πρακτική δεν συνάδει με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της μη διάκρισης και της προστασίας του ανταγωνισμού.

Με πολύ απλά λόγια: όταν μια ημικρατική Αρχή καταλήγει να δουλεύει σχεδόν μονίμως με τον ίδιο “παίκτη”, και όταν ο κύριος όγκος της δαπάνης πηγαίνει σχεδόν αποκλειστικά εκεί, τότε η εικόνα που δημιουργείται είναι εικόνα κλειστού κυκλώματος. Και αυτό, ακόμη κι όταν δεν αποδεικνύεται ποινικό αδίκημα, είναι σοβαρό ζήτημα δημόσιας διοίκησης. Γιατί ο πολίτης θέλει να ξέρει ότι ο δημόσιος φορέας λειτουργεί ανοικτά, όχι σαν να μοιράζει δουλειές μέσα σε ένα στενό, γνώριμο σύστημα.

Χαλαρότητα στους οφειλέτες, κενά στους ελέγχους, τρύπες στο σύστημα

Η έκθεση δείχνει ακόμη μια πολύ ενοχλητική πραγματικότητα: η ΑΗΚ δεν ήταν το ίδιο αυστηρή εκεί που έπρεπε να προστατεύει τα έσοδά της. Σε δειγματοληπτικό έλεγχο χρεωστών, η Ελεγκτική βρήκε περιπτώσεις μεγάλων πελατών με σοβαρές καθυστερήσεις, όπου, παρά το γεγονός ότι η Αρχή ήταν “υπερβολικά εκτεθειμένη”, δεν εκτελέστηκε καμία από τις πέντε εντολές διακοπής που είχαν εκδοθεί μέσα στο 2023 για συγκεκριμένο λογαριασμό. Σε άλλες περιπτώσεις δίνονταν διαρκώς παρατάσεις και νέες συμφωνίες αποπληρωμής, παρότι οι προηγούμενες αθετούνταν.

Η ίδια η έκθεση λέει ότι το ποσοστό τήρησης των συμφωνιών αποπληρωμής για το 2023 και το 2024 ήταν μόλις 41% και 44% αντίστοιχα. Σε απλά λόγια: πάνω από τους μισούς τέτοιους διακανονισμούς δεν τηρούνταν. Και, όμως, αντί να μπαίνει φρένο, σε αρκετές περιπτώσεις δίνονταν κι άλλες ευκαιρίες. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, η ΑΗΚ αφήνει λεφτά να κινδυνεύουν. Και, δεύτερον, δημιουργείται αίσθηση άνισης μεταχείρισης - ότι σε κάποιους εφαρμόζεται αυστηρά ο κανόνας και σε άλλους όχι.

Σαν να μην έφθανε αυτό, η Ελεγκτική βρήκε και σοβαρά κενά στους τεχνικούς ελέγχους. Ενώ έπρεπε να ελεγχθούν 9.483 μετρητές το 2022 και 9.904 το 2023, τελικά ελέγχθηκαν μόνο 4.213 και 4.055 αντίστοιχα - δηλαδή 44,4% και 40,9%. Με απλά λόγια: ελέγχθηκε λιγότερο από τον μισό όγκο που έπρεπε. Κι αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Όταν δεν ελέγχεις έγκαιρα τους μετρητές σου, αυξάνεις τον κίνδυνο για λάθη, λανθασμένες χρεώσεις και απώλειες εσόδων.

Η εικόνα χαλάρωσης φαίνεται και στην καθημερινή εξυπηρέτηση: 384.702 κλήσεις στο Κέντρο Τηλεξυπηρέτησης Πελατών έμειναν αναπάντητες την περίοδο 2022-2024, με την έκθεση να λέει ότι το πρόβλημα είναι χρόνιο και ότι δεν λήφθηκαν ουσιαστικά και δραστικά μέτρα. Αυτό, σε απλά λόγια, σημαίνει πως όταν ο πολίτης έχει πρόβλημα, σε τεράστιο αριθμό περιπτώσεων δεν βρίσκει καν άνθρωπο να τον ακούσει. Μια Αρχή που χρεώνει, κόβει, απαιτεί και ελέγχει, οφείλει τουλάχιστον να απαντά. Και εδώ η έκθεση λέει ότι απέτυχε.

Ένας Οργανισμός εκτεθειμένος και προς τα έξω και προς τα μέσα

Σαν τελικό καμπανάκι, η Ελεγκτική καταγράφει ότι οι Ηλεκτροπαραγωγοί Σταθμοί Βασιλικού και Δεκέλειας συνεχίζουν να λειτουργούν, ενώ οι σχετικές Άδειες Βιομηχανικών Εκπομπών έχουν λήξει από τις 31 Δεκεμβρίου 2020 και δεν μπορούν να ανανεωθούν, επειδή δεν τηρούνται οι οριακές τιμές εκπομπών. Αναφέρει επίσης ότι, αν δεν εγκριθεί το αίτημα παρέκκλισης που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Κυπριακή Δημοκρατία ενδέχεται να εκτεθεί σε κυρώσεις. Δηλαδή, πέρα από την οικονομική επιβάρυνση, η έκθεση δείχνει και έναν Οργανισμό που εκθέτει τη χώρα σε κανονιστικό και περιβαλλοντικό κίνδυνο.

Το συνολικό μήνυμα της έκθεσης είναι απλό και σκληρό: η ΑΗΚ δεν παρουσιάζεται ως ένας Οργανισμός που απλώς “έχει δυσκολίες”. Παρουσιάζεται ως ένας Οργανισμός που άργησε στρατηγικά, λειτούργησε συχνά με κλειστές ή χαλαρές πρακτικές και δεν προστάτευσε όπως όφειλε ούτε την τσέπη του πολίτη ούτε τη δική του θεσμική αξιοπιστία. Η ίδια η έκθεση σημειώνει βέβαια ότι, για να υπάρξουν άμεσα οφέλη για τον καταναλωτή, απαιτούνται και στρατηγικές αποφάσεις από το κράτος και τη ΡΑΕΚ, που εκφεύγουν του ελέγχου της ΑΗΚ. Όμως αυτό δεν μειώνει το βασικό συμπέρασμα: οι στρεβλώσεις που καταγράφονται είναι υπαρκτές, βαριές και κοστίζουν ακριβά. Και όσο δεν διορθώνονται, ο πολίτης θα συνεχίσει να πληρώνει ένα ρεύμα ακριβότερο απ’ όσο θα έπρεπε.