Ανθρώπινες Ιστορίες

Το Πνευματικό Φυτώριο της Μουσουλίτας

Η εκκλησία του πολιούχου Αγίου του χωριού, Αποστόλου Λουκά.

Το Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας ήταν (έχει κατεδαφιστεί από τους Τούρκους) δίπλα από την εκκλησία του πολιούχου Αγίου του χωριού μας, Αποστόλου Λουκά. Το σχολείο αποτελούσε μια και μοναδική πλινθόκτιστη, ψηλοτάβανη, κεραμοσκέπαστη αίθουσα με πέντε παράθυρα και δύο πόρτες και με μία επιβλητική καμάρα στη μέση. Μπροστά στο σχολείο υπήρχαν έξι τσιμεντένια σκαλιά που οδηγούσαν στην κύρια είσοδο, γεγονός που του προσέδιδε κυριότητα.

Το Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας άρχισε τη λειτουργία του το 1886 και 5 χρόνια αργότερα, το 1891 σταμάτησε τη λειτουργία του για 19 χρόνια λόγω οικονομικών δυσκολιών. Επαναλειτούργησε το 1910 ανελλιπώς για τα επόμενα 64 χρόνια μέχρι και το 1974. Το σχολείο μας ήταν μονοδιδάσκαλο, πλην μίας τριμηνίας. Οι δάσκαλοι εφάρμοζαν τη μέθοδο της αλληλοδιδακτικής, αξιοποιώντας καλούς μαθητές και καλές μαθήτριες για να τον βοηθούν.

Το 1957, εν μέσω του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, φοιτούσα στη Γ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Μουσουλίτας. Στις μεγάλες τάξεις, τότε, φοιτούσαν οι Χρίστος Ζάνος (Καρούλλα), Παναρτής Βεργόπουλου, Βάσος Μάμα, Μιχάλης Κωνσταντινίδης (Κουτσάκα), Βενιζέλος Ζανέτου, Αντρίκος Κώστα Κρουζουνά, Ροδοθέα Θωμά Παπαντωνίου, Ελένη Σοφοκλέους, Κώστας Φιλή, Κύπρος Κυπριανού, Θεόδωρος Αντωνίου, Τάκης Κώστα Κρουζουνά, Θεόδωρος Ανδρέα Ζαΐμη και Παναγιώτης Χριστοδούλου.

Οι πιο πάνω συμμαθητές μου, μεγαλύτεροι όντες, έπαιρναν πρωτοβουλίες για θέματα εναντίον της Αγγλικής αποικιοκρατικής κυβέρνησης, όπως η υποστολή (κατέβασμα) της Αγγλικής σημαίας και η ταυτόχρονη έπαρση της Ελληνικής σημαίας ή να λιθοβολούν τους Άγγλους στρατιώτες που ερχόντουσαν για περιπολία στο χωριό και να ξανατοποθετήσουν Αγγλική σημαία στον ιστό.

Τη δεκαετία του 1950, οι δάσκαλοι που υπηρέτησαν στο Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας ήταν ο Ανδρέας Τσιάρτας από την Κυθρέα (1945-1952), ο Μιχάλης Πασιαρδής επίσης από την Κυθρέα (1952-1959), ο Νίκος Λεοντίου από την Άσσια με τη σύζυγό του Αγνή Λεοντίου, μόνο για τρεις μήνες το 1959. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ζεύγος των δασκάλων είχε ένα βρέφος και διέμεναν σε παρακείμενο δωμάτιο το οποίο ονομάζαμε ΟΧΕΝ. Ακολούθως, δηλαδή από το 1959 έως και το 1964 υπηρέτησε, ως πρωτοδιόριστος δάσκαλος, ο Γεώργιος Τσαγγαρίδης από τη Βατυλή. Από το 1964 έως και το 1974, σχεδόν κάθε χρόνο άλλαζε ο δάσκαλος.

Ο Γεώργιος Τσαγγαρίδης αγάπησε το χωριό και τους συγχωριανούς και άφησε έργο. Εκτύπωνε το μηνιαίο μαθητικό περιοδικό «Μαργαρίτες», όπου διασώζονται οι εργασίες των μαθητών και μαθητριών. Επίσης έδωσε έμφαση και στη φυσική αγωγή των μαθητών, δημιουργώντας τάφρο για άλματα εις μήκος. Η άμμος μεταφέρθηκε στην τάφρο από τον φυσικό Πεδιαίο (χάραγγα), ο οποίος διέσχιζε το χωριό μας. Στις αρχές του 1964 κατά τη διάρκεια των διακοινοτικών ταραχών, συμμετείχε στην εθελοντική ομάδα της Μουσουλίτας για προάσπιση της ελληνοκυπριακής κοινότητας, όπου μετέβησαν στο Μερσινίκι (πλησίον του Λευκονοίκου) για εκπαίδευση.

Όταν φοιτούσα στο Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας, υπηρετούσε ο Μιχάλης Πασιαρδής ως δάσκαλος και ο αριθμός των μαθητών ανερχόταν στους 62. Ο Μιχάλης Πασιαρδής ήταν μεγάλος σε ηλικία, ευτραφής και δυσκίνητος. Αγαπημένο του συνοδευτικό με τα φαγητά του ήταν η ρέγγα, η οποία δεν του έλειπε ποτέ.

Η καμπάνα της εκκλησίας του Αποστόλου Λουκά, η οποία είχε το ίδιο προαύλιο με του σχολείου, κτυπούσε καθημερινά στις 07:30 το πρωί για την έναρξη των μαθημάτων. Το πρωινό κτύπημα της καμπάνας προσανατόλιζε χρονικά και τους βοσκούς για την οργάνωση των εργασιών τους. Τα ρολόγια χειρός ήταν σπάνια. Το χειροκίνητο κουδούνι κτυπούσε μόνο μία φορά, στις 10:30 η ώρα, για να σημάνει τη λήξη του μοναδικού 30λεπτου διαλείμματος. Αξιοσημείωτο ήταν ότι δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό μέχρι και το 1968. Ασφαλώς μελετούσαμε στο σπίτι με το φως από τις λάμπες πετρελαίου.

Τα μαθήματα διεξάγοντα από τη Δευτέρα έως και το Σάββατο, καθώς και τρεις 60λεπτες ώρες κάθε απόγευμα καθημερινά εκτός Σαββάτου.

Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων επικρατούσε απόλυτη τάξη και ησυχία εντός της αίθουσας, εξαιρουμένης της φωνής του δασκάλου, ο οποίος δίδασκε σε μία από τις έξι τάξεις, είτε Ελληνικά, είτε Ιστορία, είτε Ελληνική Μυθολογία, είτε Αριθμητική, είτε Γεωγραφία, είτε Επιστήμη. Η Μουσική και τα Αγγλικά διδάσκοντα υποτυπωδώς, όπως και η Γυμναστική. Όμως κάθε παιδί «γυμναζόταν» στις αγροτικές δουλειές της οικογένειάς του.

Ταυτόχρονα κάποιοι καλοί μαθητές ή καλές μαθήτριες, ως βοηθοί του δασκάλου, υπαγόρευαν ψιθυριστά την ορθογραφία σε μαθητές/τριες μικρότερων τάξεων και ακολούθως την διόρθωναν. Επίσης, παρόμοια διαδικασία εκτυλισσόταν και για την Αριθμητική.

Συνεπώς, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατούσε μέσα στην αίθουσα, οι μαθητές/τριες αποκόμιζαν γνώσεις σε ψηλό επίπεδο. Οι μαθητές/τριες εμπέδωναν πλήρως το κάθε μάθημα ξεχωριστά, διότι το άκουγαν από τον δάσκαλο κάθε χρόνο, δηλαδή έξι φορές, καθώς στεγαζόντουσαν και οι έξι τάξεις στην ίδια αίθουσα.

Άλλο χαρακτηριστικό ήταν ότι οι παιδικοί μας ήρωες προερχόντουσαν από την Ελληνική Μυθολογία, καθότι δεν υπήρξε η τηλεόραση, ούτε τα παιδικά περιοδικά. Συνεπώς, οι παιδικοί μας ήρωες ήταν ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Όταν ο δάσκαλος δίδασκε για το τέλος του Ηρακλή ή του Αχιλλέα, τότε οι μαθήτριες έκλαιγαν, τα δε αγόρια κατσούφιαζαν.

Κάθε Κυριακή πρωί μαζευόμασταν έξω από την εκκλησία και με την καθοδήγηση του δασκάλου μπαίναμε στην εκκλησία. Μερικοί από εμάς βοηθούσαμε τον Παπά-Κασιανό μέσα στο Ιερό, είτε με την κοπή του άρτου σε αντίδωρα ή να κρατάμε τα εξαπτέρυγα.

Σύνηθες χαρακτηριστικό συμβάν στο σχολείο ήταν ο ερχομός του γιατρού Ματσάγκου από το Νοσοκομείο της Λύσης για τα προγραμματισμένα εμβόλια προς τους μαθητές/τριες, σε συνεργασία με το Γραφείο Παιδείας. Μόλις εμείς οι μαθητές αντικρύζαμε το αυτοκίνητο του γιατρού να εισέρχεται του χωριού, πηδούσαμε από πόρτες και παράθυρα έξω από το σχολείο, σαν σφήκες που «φαράζουν» από τη φωλιά τους. Επιστρέφαμε πίσω στο σχολείο μόλις βλέπαμε τον γιατρό να φεύγει με το αυτοκίνητό του. Οι μαθητές είχαν πικρά πείρα από τα εμβόλια. Όποιος μαθητής έβαζε το εμβόλιο, τον πονούσε το χέρι του για τρεις μήνες.

Άλλο συμβάν, δυστυχώς τραγικό και το οποίο συνέβηκε κοντά στο σχολείο, ήταν ο θάνατος ενός άτυχου Τουρκοκύπριου ο οποίος στην προσπάθειά του να περάσει με το φορτηγό του από το μήκους 80 μέτρων στενό γεφύρι του Πεδιαίου (χάραγγα), έπεσε στο κενό με τραγική κατάληξη. Εμείς, τότε, παιδιά και μεγάλοι τρέξαμε να δούμε τι συμβαίνει. Αντικρύσαμε τη σορό του άτυχου Τουρκοκύπριου σκεπασμένη με μια κουβέρτα.

Εν κατακλείδι, το Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας ήταν πραγματικό πνευματικό φυτώριο, διότι μας παρείχε άρτια και ολοκληρωμένη εκπαίδευση και αυτό αποδεικνύεται από τις επιτυχίες των αποφοίτων του Δημοτικού Σχολείου Μουσουλίτας, τόσο στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα Γυμνάσια, όσο και τις σπουδές αποφοίτων μας σε Πανεπιστήμια!!!

Παρακάτω παρουσιάζεται το ποίημα του αδελφού μου Κυριάκου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Η Εκδρομή». Το έγραψε ύστερα από επίσκεψή του στο κατεχόμενο χωριό μας, τη Μουσουλίτα. Απόσπασμα του ποιήματος αναφέρεται στο Δημοτικό Σχολείο Μουσουλίτας.

Η Εκδρομή

Σήμερα ξύπνησες νωρίς

και τα μαζεύεις για εκδρομή.

Είχες τον άντρα σου οδηγό

μα συ ήσουν ο αρχηγός.

Είχες μαζί σου τα παιδιά

και συ γελούσες δυνατά.

Καθ’ όλη τη διαδρομή

εσύ μιλούσες πιο πολύ

ήσουν χαρούμενη, γιατί;

Τους έλεγες για το χωριό

το σπίτι σου το πατρικό

το σπίτι σου τ’ αρχοντικό

με τις ψηλές καμάρες.

Σε είδαν στην αναμονή

εκεί στην πράσινη γραμμή

θα πήγαινες για εκδρομή

ήσουν χαρούμενη πολύ!

Σαν έφτασες στη Μεσαρκά

είδες τον κάμπο, τα σπαρτά

παραμιλούσες με χαρά

και έλεγες εις τα παιδιά:

«Δείτε απ’ εκεί, δείτε ποδά

είναι δικά μας, δείτε κι αυτά

να τα χωράφια, ήταν μποστάνια.»

τους λέεις με πάθος, λες και μεθάς.

Να ο Πηθκιάς, να το χωριό

πού ’ν το χωριό, σε πιάνει πνιγμός

ήταν εδώ, σε πιάνει λυγμός.

Μιλούν τα παιδιά, ρωτούν τα παιδιά

«Το σπίτι μανά, η αυλή σου μανά

θα τα δούμε κι αυτά;»

Μιλούν τα παιδιά, ρωτούν τα παιδιά

«Μα κλαίεις μανά;»

Τρέχεις μπροστά, δεν περπατάς, κατρακυλάς

μιλάς με άσματα

βλέπεις φαντάσματα

σε πιάνουν κλάματα.

Περνάς μπροστά, τρέχεις γοργά

σαν Παναγιά.

Να η εκκλησιά, ο Άης Λουκάς

τι είναι αυτά, βλέπεις χαλάσματα

σκύβεις στη γη με ευχές και τάματα

θρηνείς τα παλιά χαμένα οράματα.

Μιλούσες πολύ, ξηγούσες πολύ

Μα τώρα ρωτάς, πού ’ν το χωριό

πού ’ν το σχολειό;

Tι είναι αυτά;

Σε πιάνει λυγμός

Βλέπεις φαντάσματα

Σε πιάνουν κλάματα.

Κοιτάζεις παντού, βλέπεις κρημνούς

κτυπάει η καρδιά σου, αλλάζει ρυθμούς

ψάχνεις στη γη κομμάτια πλιθάρια

θολή η ματιά σου, πολλά τ’ αγκάθια.

Μιλάεις βραχνά

«Δείτε ποδά, δείτε απ’ εκεί

να, η αυλή ήταν εδώ»

κι εδώ χαλασμός!

Το μικρό μου σχολειό, δείχνεις

με μιας διαβαίνεις γοργά

μοιάζεις Θεά!

Σαν φτάνεις κοντά, σπαθάτη ματιά

οργιάζει η μνήμη και πιάνεις δουλειά.

Ρωτούν μερικοί, τι ψάχνεις εκεί

μα συ είσαι σκυφτή και σκάβεις τη γη

ματώνουν τα χέρια, κοχλάζει η ψυχή

ρωτάει ο άντρας σου, τι κάνεις εκεί

μα εσύ επιμένεις και λες σαν παιδί:

«Εδώ ’χω χάσει σαν ήμουν μικρή

ξύστρα, μολύβι θα τα βρω, θα δεις».

Ρωτάει ο γιος σου μανούλα καλή

μην ψάχνεις στις πέτρες και σήκω απ’ εκεί.

Εδώ ’χω χάσει σαν ήμουν παιδί

βιβλίο, σβηστήρι, χρυσό μου παιδί.

Μιλούν κάποιοι άλλοι και λεν φωναχτά

«Τρελάθηκες κυρία, παράτα τ’ αυτά.»

Μα εσύ ψιθυρίζεις και λέγεις ξανά:

«Εδώ ’χω αφήσει τη μέρα εκείνη

το γκρίζο θρανίο χαραγμένα μπροστά

κεφαλαία να γράφει τα δικά μου αρχικά

κεφαλαία να γράφει πατρίδα γλυκιά

και κηλίδες με αίμα από παλιά γρατσουνιά.»

Τα λέγεις με πόνο, σπαράζει η καρδιά

και πέφτεις σαν λεύκα στον κόσμο μπροστά

η φωνή σου να σβήνει, μα δεν ξεψυχάς.

Πλοκάμια τα χέρια την παίρνουν ψηλά

με οίκτο και σέβας στ’ αμάξι γοργά.

Και κλαιν οι παρόντες

και ραίνουν τη γη

και κλαιν οι παθόντες

μαζί τους κι εμείς

πού χαθηκ’ ο τόπος, Θεέ μου γιατί;

Σήμερα πήγες εκδρομή

ήσουν χαρούμενη πολύ

μα σ’ επιστρέφουν σηκωτή

σε μπάσαν στην εντατική.

Σήμερα πήγες εκδρομή

θα τη θυμάσαι μια ζωή!