Αναλύσεις

Η Κύπρος κείται μακράν για την Ελλάδα; Ιδού η απορία!

Από τη Ζυρίχη του 1959 μέχρι το Ακρωτήρι του 2026.

Ένας Κύπριος, ένας Έλληνας και ένας ξένος συζητούν για το ποιος θα τους βοηθήσει σε έναν πόλεμο. Ο ξένος λέει: «Εγώ θα στείλω στρατό αν με συμφέρει». Ο Έλληνας λέει: «Εγώ θα στείλω στρατό αν μπορώ». Ο Κύπριος ρωτά: «Και αν δεν μπορείτε;» Και ο Έλληνας απαντά: «Τότε θα σου στείλω… δηλώσεις συμπαράστασης». Ο Κύπριος χαμογελά πικρά και λέει: «Μη βιάζεσαι. Αυτές τις έχουμε από το 1974, αν όχι από το 1959».

Το πικρό αυτό ανέκδοτο δεν είναι απλώς χιούμορ. Είναι η συμπυκνωμένη εμπειρία δεκαετιών, όπου η Κύπρος ένιωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στα λόγια αλλά μακριά στις πράξεις. Για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε σε αυτή τη νοοτροπία, πρέπει να επιστρέψει στο 1959 — στη Ζυρίχη και το Λονδίνο.

1959: Η στρατηγική της αποφυγής του πολέμου

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου αποτέλεσαν τομή στην ιστορία του Κυπριακού. Η Ελλάδα, με πρωταγωνιστές τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ευάγγελο Αβέρωφ, αποδέχθηκε μια λύση που απέκλειε την Ένωση και εγκαθίδρυε μια εύθραυστη ανεξαρτησία. Η επιλογή αυτή δεν ήταν προϊόν ιδεολογίας, αλλά ψυχρού πολιτικού υπολογισμού. Η Αθήνα θεωρούσε ότι μια τέτοια διαφωνία με τα πολιτικά μαγειρέματα της πανίσχυρης Αγγλίας στην Κύπρο, η οποία θα οδηγούσε πιθανόν σε μια στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία για την Κύπρο θα οδηγούσε σε εθνική καταστροφή. Έτσι διαμορφώθηκε η στρατηγική πολιτική λογική που θα καθόριζε και το 1974. Η Ελλάδα δεν πρέπει ποτέ να φτάσει στο σημείο να πολεμήσει για την Κύπρο.

1974: Η στιγμή της μεγάλης διάψευσης

Το καλοκαίρι του 1974, μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης της Γενεύης, η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής και κατέλαβε περίπου το 37% του κυπριακού εδάφους. Ο Γλαύκος Κληρίδης, ως προεδρεύων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ζήτησε επίμονα στρατιωτική βοήθεια από την Ελλάδα. Η απάντηση του Καραμανλή ήταν ότι, σύμφωνα με τους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν μπορούσαν να σταλούν ούτε ναυτικές ούτε αεροπορικές δυνάμεις.

Ο Κληρίδης παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν ένιωσε τόσο ανήμπορος όσο εκείνες τις ώρες. Από εκείνη τη στιγμή, η φράση «η Κύπρος κείται μακράν» έπαψε να είναι γεωγραφική διαπίστωση και έγινε πολιτική στάση.

Αν και οι ιστορικοί διχάζονται, αφού άλλοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα διέθετε μέσα αλλά όχι πολιτική βούληση και άλλοι ότι η χώρα ήταν αποδιοργανωμένη μετά τη δικτατορία και δεν μπορούσε να εμπλακεί σε πόλεμο χωρίς κίνδυνο εθνικής κατάρρευσης, το αποτέλεσμα ήταν ένα: η Κύπρος έμεινε μόνη.

Η ειρωνεία της ιστορίας

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το 1974 το Κυπριακό κλήθηκαν να διαχειριστούν οι ίδιοι άνθρωποι – Καραμανλής, Αβέρωφ και Σία - που το 1959 είχαν επιλέξει την ανεξαρτησία αντί της Ένωσης για να αποφύγουν έναν ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Και το 1974 κατηγορήθηκαν ξανά από τον Κυπριακό λαό, επειδή για ακόμα μια φορά δεν έκαναν αυτό που το 1959 θεωρούσαν αδύνατο, να πολεμήσουν για την Κύπρο. Η ιστορία, το 1974 βέβαια, δεν επαναλήφθηκε ως φάρσα αλλά ως τραγωδία.

Από το 1974 μέχρι σήμερα: Ένα μοτίβο που δεν αλλάζει

Από τότε μέχρι σήμερα, σε κάθε κρίσιμη στιγμή για την Κύπρο, επανέρχεται το ίδιο μοτίβο:

  • 1983: ανακήρυξη του ψευδοκράτους
  • 1996: δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού
  • 1998: κρίση των S-300
  • 2011–2020: παραβιάσεις, έρευνες και γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Ελλάδα και πάλι δεν απέστειλε στρατιωτικές δυνάμεις.

Η δημοσκόπηση που τα λέει όλα

Το πιο ανησυχητικό σημάδι της εποχής δεν βρίσκεται ούτε στα διπλωματικά έγγραφα ούτε στις στρατιωτικές κινήσεις, αλλά στη συνείδηση των Κυπρίων. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Φεβρουαρίου του 2026 για λογαριασμό του ΡΙΚ, οι Κύπριοι κλήθηκαν να απαντήσουν και στο ερώτημα αν υπάρχει κάποια χώρα που μπορεί να στηριχθεί η Κύπρος, για να ενισχύσει την άμυνά της. Σημαντικό ποσοστό των πολιτών (41%) θεωρεί ως πιθανότερο σύμμαχο για την άμυνα της χώρας το Ισραήλ και με την Ελλάδα να έρχεται δεύτερη και αρκετά «μακράν» (27%). Κάτι τέτοιο πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο σε σχέση με στοιχεία του 2024, αφού η Ελλάδα (45%) υπερείχε κατά πολύ του Ισραήλ (9,5%).

Κατά την άποψή μου αυτό δεν είναι απλώς στατιστικό εύρημα. Είναι ψυχολογικός σεισμός. Δείχνει ότι η φράση «η Κύπρος κείται μακράν» δεν είναι μόνο ιστορική. Είναι πλέον και συναισθηματική.

Και όμως… όταν θέλουν, η Κύπρος δεν είναι μακριά

Τα πιο πρόσφατα γεγονότα στην Μέση Ανατολή, έρχονται να φωτίσουν με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο αυτή την αντίφαση. Όταν πλήγηκαν οι βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι από ιρανικό ντρόουν, ανήμερα της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου, ελληνικές αεροναυτικές δυνάμεις έφτασαν άμεσα στο νησί. Μητσοτάκης και Δένδιας, αποφάσισαν και κινητοποιηθήκαν άμεσα, ταχύτατα, και χωρίς δισταγμούς (για προστασία των βρετανικών βάσεων).

Και έτσι γεννήθηκε ξανά το ίδιο πικρό ερώτημα: Όταν κινδυνεύουν συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων, η Κύπρος είναι κοντά. Όταν κινδυνεύει η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι μακριά;

Το ερώτημα που δεν παύει να επιστρέφει

Από τη Ζυρίχη του 1959 μέχρι το Ακρωτήρι του 2026, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο: η Ελλάδα αποφεύγει να εμπλακεί στρατιωτικά όταν η Κύπρος κινδυνεύει, αλλά κινητοποιείται όταν το απαιτούν διεθνείς ισορροπίες.

Και έτσι, εξήντα εφτά χρόνια μετά τη Ζυρίχη και πενήντα δύο μετά την εισβολή, το ερώτημα παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ:

Η Κύπρος κείται μακράν για την Ελλάδα; Ή μήπως η πολιτική κείται μακράν από τα αισθήματα;

*Εκπαιδευτικός Δημοτικής Εκπαίδευσης