Αναλύσεις

Πληρώνει ακριβά τα καύσιμα ο καταναλωτής

Η άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δημιουργεί φόβους για νέες αυξήσεις στα καύσιμα

Ανησυχία προκαλούν στην κυπριακή αγορά οι τελευταίες εξελίξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, καθώς η κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο και οι αναταράξεις στη διακίνηση πετρελαίου δημιουργούν πιέσεις στις τιμές των καυσίμων. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα και την Κύπρο, μια χώρα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα, γεγονός που καθιστά τις διεθνείς διακυμάνσεις ιδιαίτερα αισθητές στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Η πιθανότητα περαιτέρω αυξήσεων επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για νέα επιβάρυνση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, καθώς το κόστος των καυσίμων αποτελεί βασικό παράγοντα για τη λειτουργία της οικονομίας.

Μιλώντας στη «Σημερινή», ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης ανέφερε ότι οι τελευταίες εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, οδηγώντας σε έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των καυσίμων. Όπως επισημαίνει, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει αύξηση στην τιμή του αργού πετρελαίου, που υπερβαίνει το 50%, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η άνοδος στο φυσικό αέριο, η οποία ξεπερνά το 60%. Ο ίδιος εξηγεί ότι η σημασία των Στενών είναι καθοριστική για την παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διακινείται περίπου το 25% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης, αλλά και περίπου το 30% της παγκόσμιας παραγωγής φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τον κ. Τελώνη, καθοριστικό ρόλο για την πορεία των τιμών θα διαδραματίσει η διάρκεια της σύγκρουσης και του κλεισίματος των Στενών, καθώς ένα παρατεταμένο κλείσιμο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αναστολή παραγωγής, λόγω κορεσμού των δεξαμενών αποθήκευσης στα διυλιστήρια - με ήδη δύο μεγάλα διυλιστήρια στο Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία να έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους. Την ίδια ώρα, προειδοποιεί ότι ακόμη και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών θ’ απαιτηθούν εβδομάδες για την επανεκκίνηση της παραγωγής, γεγονός που θα συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές του «μαύρου χρυσού». Σε περίπτωση μάλιστα που προκληθεί πλήρης απόφραξη των Στενών, για παράδειγμα μέσω πόντισης ναρκών ή κάποιου ναυαγίου στον στενό διάδρομο πλεύσης των πλοίων, τότε το άνοιγμα του περάσματος ενδέχεται να καθυστερήσει για μήνες. «Επομένως, όσον αφορά τις τιμές, δυστυχώς τα νέα δεν είναι τα καλύτερα, αφού ακόμη και σε μιαν άμεση λήξη του πολέμου θα χρειαστούν μήνες για να επανέλθει η αγορά στην ομαλότητα», καταλήγει.

Πώς επηρεάζεται η κυπριακή αγορά καυσίμων

Σε ό,τι αφορά την κυπριακή αγορά, οι εξελίξεις στις διεθνείς τιμές αναμένεται να επηρεάσουν άμεσα και το κόστος των καυσίμων για τους καταναλωτές. Ο κ.Τελώνης εξήγησε ότι στην Κύπρο για τις ανάγκες των πρατηρίων δεν εισάγεται αργό πετρέλαιο αλλά διυλισμένα προϊόντα, ενώ αργό πετρέλαιο χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως σημειώνει, τα διυλισμένα προϊόντα έχουν επίσης καταγράψει σημαντικές αυξήσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με ακόμη ταχύτερο ρυθμό. Ενδεικτικά αναφέρει ότι το καύσιμο για αεροσκάφη παρουσίασε αύξηση που έφθασε περίπου το 70% πριν υποχωρήσει ελαφρώς. Με δεδομένο ότι οι τιμές που επηρεάζουν άμεσα τους καταναλωτές για σκοπούς κίνησης και θέρμανσης βασίζονται στις τιμές των διυλισμένων προϊόντων, ο ίδιος εκτιμά ότι οι αυξήσεις είναι αναπόφευκτες όσο παραμένει η αστάθεια και η ανώμαλη κατάσταση στη διεθνή αγορά ενέργειας.

Δικαιολογούνται οι αυξήσεις στις τιμές;

Σε σχέση με το κατά πόσον οι αυξήσεις που παρατηρούνται στην αγορά είναι δικαιολογημένες, επισήμανε ότι τα καύσιμα εισάγονται στην Κύπρο σε τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθως ανά περίπου δέκα ημέρες. Με βάση αυτήν τη διαδικασία, εξηγεί, οι αυξήσεις στις τιμές θα αναμενόταν λογικά να εμφανιστούν μετά από περίπου μία εβδομάδα και όχι άμεσα, όπως παρατηρήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις στην αγορά. Όπως σημειώνει, το γεγονός ότι δεν καταγράφηκε γενικευμένη άμεση αύξηση ενδέχεται να συνδέεται με τον συγχρονισμό παραλαβής ακριβότερων φορτίων, αλλά και με την αυξημένη ζήτηση που δημιουργήθηκε από καταναλωτές οι οποίοι έσπευσαν να εφοδιάσουν τα οχήματά τους με καύσιμα. Ο ίδιος εκτιμά ότι ενδέχεται να υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις στοιχείο μεμονωμένης κερδοσκοπίας, ωστόσο διευκρινίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για οργανωμένη προσπάθεια. Παράλληλα υπενθυμίζει ότι οι θεσμοί επιτήρησης της αγοράς, καθώς και οι οργανώσεις καταναλωτών, παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Μηχανισμοί παρακολούθησης της αγοράς

Ερωτηθείς κατά πόσον οι αυξήσεις που καταγράφονται, αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος αγοράς των καυσίμων από τις εταιρείες, εξήγησε ότι στην Κύπρο λειτουργεί μηχανισμός παρακολούθησης και επιτήρησης της αγοράς, ο οποίος συλλέγει στοιχεία για κάθε φορτίο που εισάγεται. Τα δεδομένα αυτά αφορούν το κόστος αγοράς, τα μεταφορικά και άλλα συναφή έξοδα, τα οποία συγκρίνονται με τις διεθνείς τιμές, ώστε να διαπιστώνεται κατά πόσον οι μεταβολές στη λιανική αγορά ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι σε ανάλογες συνθήκες στο παρελθόν - όπως το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία επηρέασε τις αγορές - δεν καταγράφηκαν σοβαρά ζητήματα στην κυπριακή αγορά. Με βάση αυτήν την εμπειρία, εκφράζει την εκτίμηση ότι και στη σημερινή κρίση οι μηχανισμοί παρακολούθησης και επιτήρησης θα βρίσκονται σε εγρήγορση.

Το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης της συγκυρίας

Την ίδια ώρα ανέφερε ότι το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης της διεθνούς κατάστασης για αύξηση των τιμών δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί, υπογραμμίζοντας ότι η κυπριακή αγορά παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Όπως εξηγεί, η ύπαρξη του κατεχόμενου τμήματος του νησιού, όπου εφαρμόζονται διαφορετικές πρακτικές τιμολόγησης, φορολογίας και πηγές τροφοδοσίας, δημιουργεί στρεβλώσεις στην ομαλή λειτουργία της αγοράς καυσίμων. Σε αυτό το πλαίσιο, προσθέτει, υπάρχει η πιθανότητα να δημιουργηθούν διαφορές στις τιμές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ορισμένους στον πειρασμό να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία, κάτι που -όπως σημειώνει- έχει παρατηρηθεί και στο πρόσφατο παρελθόν.

Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσον υπάρχουν ενδείξεις αισχροκέρδειας ή αδικαιολόγητων αυξήσεων στην αγορά καυσίμων, ο κ. Τελώνης σημειώνει ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να διαπιστωθούν τέτοια φαινόμενα, καθώς δεν έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες που συνήθως τα προκαλούν. Όπως εξηγεί, τέτοιες πρακτικές εμφανίζονται κυρίως όταν προκύπτουν σοβαρές ελλείψεις στην αγορά, όταν επιβάλλονται πλαφόν στις τιμές σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα ή όταν υπάρχουν υπέρμετροι φόροι και δασμοί που δημιουργούν στρεβλώσεις. Πρόκειται, όπως επισημαίνει, για καταστάσεις που συνδέονται συνήθως με συνθήκες έκτακτης ανάγκης ή ακόμη και με οικονομία πολέμου, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η αγορά απέχει ακόμη αρκετά από ένα τέτοιο σενάριο.

Οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των καταναλωτών

Αναφερόμενος στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου στην κυπριακή οικονομία, επισήμανε ότι το πετρέλαιο αποτελεί βασικό παράγοντα κόστους σε ολόκληρη την αλυσίδα τροφοδοσίας της αγοράς. Όπως εξήγησε, σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία εξαρτάται σχεδόν πλήρως από τα ορυκτά καύσιμα τόσο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όσο και για τις μετακινήσεις και τις μεταφορές, οποιαδήποτε αύξηση στην τιμή του πετρελαίου μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στο κόστος των προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις γίνονται ιδιαίτερα αισθητές σε αγαθά που οι καταναλωτές προμηθεύονται συχνά, όπως τα καύσιμα και τα τρόφιμα. Την ίδια ώρα εκτιμά ότι το αίσθημα της ακρίβειας που βιώνουν οι πολίτες ενδέχεται να είναι εντονότερο από αυτό που καταγράφεται στον στατιστικό πληθωρισμό, καθώς ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται πιο άμεσα τις αυξήσεις σε προϊόντα που αγοράζει τακτικά. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ένας καταναλωτής θα θυμάται εύκολα αν η τιμή της βενζίνης την προηγούμενη εβδομάδα ήταν χαμηλότερη από αυτήν που βλέπει σήμερα στην αντλία, αλλά πολύ πιο δύσκολα θα συγκρίνει την τιμή μιας ηλεκτρικής συσκευής που αγόρασε πριν από ένα ή δύο χρόνια.

Κληθείς να εκτιμήσει τι πρέπει ν’ αναμένουν οι καταναλωτές το επόμενο διάστημα, σημείωσε ότι, με τα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα, οι πολίτες θα πρέπει να προετοιμάζονται για σημαντική αύξηση στις τιμές των καυσίμων, η οποία ενδέχεται να διαρκέσει όχι μόνο κατά τη διάρκεια της κρίσης αλλά και για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της. Αντίστοιχες πιέσεις, προσθέτει, αναμένεται να καταγραφούν και στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω της μεγάλης εξάρτησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τα ορυκτά καύσιμα. Καθοριστικός παράγοντας για το πόσο έντονη θα είναι η κρίση παραμένει η διάρκεια των εχθροπραξιών και, κατ’ επέκτασιν, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα παραμείνουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που περιορίζει την προσφορά καυσίμων στην παγκόσμια αγορά. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσει και η πιθανή καταστροφή ενεργειακών υποδομών στην περιοχή, ενώ το πλέον ακραίο σενάριο θα ήταν η πλήρης απόφραξη των Στενών, κάτι που θα μπορούσε να παρατείνει σημαντικά την ενεργειακή κρίση.