Κοινή γνώμη και πολιτική κουλτούρα
Αν κάτι απειλεί το δημοκρατικό ιδεώδες είναι ότι η πολιτική κουλτούρα μας, αργά-αργά, αποδέχεται τους πρωτομάστορες της μεθοδεύσεως των εντυπώσεων.
Οι έννοιες της κοινής γνώμης και της πολιτικής κουλτούρας είναι άμεσα συνυφασμένες, παρόλο που στην πολιτική επιστήμη μπορεί κάποιος να βρει μία ευρεία γκάμα ορισμών σχετικά με αμφότερες τις έννοιες. Αν δεχθούμε ότι πολιτική κουλτούρα είναι οι τρόποι με τους οποίους οι πολίτες εκλαμβάνουν και θεσμίζουν τις σχέσεις τους με την πολιτική ζωή σε συνάρτηση με τον ιστορικό χρόνο και χώρο, καθώς, επίσης, και αν δεχθούμε ότι κοινή γνώμη είναι η εκπεφρασμένη άποψη των πολιτών επί των κυριάρχων θεμάτων του δημοσίου βίου, τότε αναπόδραστα η μεν επηρεάζει τη δε και τανάπαλιν. Αυτό συμβαίνει διότι το ποια θέματα προσελκύουν το δημόσιο ενδιαφέρον σε τρέχοντα χρόνο είναι εξαρτημένο από την ευρύτερη πολιτική παράδοση και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοσία σφαίρα.
Οι εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών στην Κύπρο έδωσαν την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι βρισκόμαστε προ μίας αυξανομένης διαφοροποιήσεως του πολιτικού πεδίου και στην εμφάνιση μίας νέας κατηγορίας πολιτικών δρώντων, όπως του επικοινωνιολόγου, του πολιτικού αναλυτή, του δημοσκόπου κ.ά., οι οποίοι εφεξής αποκτούν άμεση επιρροή στο πολιτικό παιχνίδι, ειδικά σε καθοριστικές στιγμές, όπως είναι οι προεκλογικές περίοδοι. Όλοι αυτοί έρχονται να προσδώσουν νέα ρυθμιστική σχέση μεταξύ της πολιτικής κουλτούρας και της κοινής γνώμης, παρεμβαίνοντας με διάφορους τεχνικούς τρόπους στο δημόσιο πεδίο σε προεκλογικές περιόδους.
Κατ’ αρχήν, θεωρούμε ότι η τηλεόραση ως σύγχρονο μέσο ενημερώσεως, που παίζει τον καθοριστικό ρόλο στην πληροφόρηση των πολιτών, όπως επίσης και οι τεχνολογίες που εισάγονται από τις κοινωνικές επιστήμες (π.χ. δημοσκοπήσεις), που, θεωρητικώς τουλάχιστον, επιτρέπουν να κατανοήσουμε καλύτερα την κοινή γνώμη, αποτελούν ένα σημαντικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό μίας δημοκρατικής κοινωνίας. Η πολιτική ανάλυση των δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης, των τηλεοπτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, ουσιαστικώς, καταδεικνύουν ότι αν όντως υπάρχει πρόοδος και εκσυγχρονισμός, αυτά συνίστανται στην ταχεία εξέλιξη στις τεχνολογίες των κοινωνικών επιστημών, που αποσκοπούν στο να πείσουν ότι τα πάντα υπηρετούν την κοινή γνώμη.
Κατά παράδοξο τρόπο, με αυτά τα δεδομένα, το πολιτικό πεδίο τείνει να περιχαρακωθεί στον εαυτό του, αποκλείοντας την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, αφού το πολιτικό παιχνίδι γίνεται ολοένα και περισσότερο θέμα ειδικών, οι οποίοι διαβεβαιώνουν μεν ότι ζητούν από τους πολίτες να μιλήσουν, αλλά στην πραγματικότητα το κάνουν όπως ο εγγαστρίμυθος όταν βάζει τη φωνή του στο στόμα των μαριονέτων του. Αυτό, βέβαια, έχει ως συνέπεια η προεκλογική προσπάθεια ερμηνείας της κοινής γνώμης να λειτουργεί ως νόθευση ή ακόμη και ως κατασκευή της κοινής γνώμης.
Δυστυχώς, οι πολιτικοί είναι καταδικασμένοι να επιβιώσουν σ’ αυτόν τον κόσμο σαν γραφικές καρικατούρες και ως μεταπράτες ενός πολιτικού λόγου, ο οποίος έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με το ψέμα, που καθημερινά διαπλέκεται στην αγχώδη πάλη τους να κερδίσουν τις εντυπώσεις, ώστε ακόμη και το σώμα και η φωνή τους να στρεβλώνουν αμήχανα τις φυσικές κινήσεις και τα αντανακλαστικά τους.
Η τρέχουσα προεκλογική περίοδος αποδεικνύει ότι η δημοκρατία στη χώρα μας δεν απειλείται τόσο από αυταρχικές τάσεις που υπάρχουν μέσα στο πολιτικό σύστημα, όσο από μία μορφή δημοκοπίας των ειδικών, η οποία καθίσταται όλο και περισσότερο πιο επικίνδυνη, αφού τύποις διαθέτει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, στην ουσία όμως λειτουργεί στη λογική των όποιων σκοπιμοτήτων. Με άλλα λόγια, αν κάτι απειλεί το δημοκρατικό ιδεώδες είναι ότι η πολιτική κουλτούρα μας, αργά-αργά, αποδέχεται τους πρωτομάστορες της μεθοδεύσεως των εντυπώσεων.