Το μέλλον των Bρετανικών Bάσεων
Αν η Κύπρος επιδιώξει μια συνεκτική και πολυεπίπεδη διπλωματική στρατηγική, το θέμα των Βάσεων μπορεί να μετατραπεί από ιστορικό κατάλοιπο σε αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για το μέλλον της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η παρουσία των Bρετανικών στρατιωτικών Bάσεων στην Κύπρο αποτελεί ένα από τα πλέον ιδιόμορφα κατάλοιπα της αποικιοκρατικής εποχής στην Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου το 3% της επικράτειας του νησιού παραμένει υπό πλήρη κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις λεγόμενες Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια. Το ζήτημα επανέρχεται συχνά στη δημόσια συζήτηση, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης στη Μέση Ανατολή, όταν οι Bάσεις χρησιμοποιούνται ως στρατηγικά σημεία επιχειρήσεων. Η πρόσφατη επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος εναντίον της Bάσης Ακρωτηρίου, που συνδέθηκε με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αναζωπύρωσε τις ανησυχίες ότι η Κύπρος μπορεί να εμπλακεί σε περιφερειακές συγκρούσεις χωρίς να το επιλέξει. Ως εκ τούτου, πέρα από το άμεσο ζήτημα ασφάλειας, τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα. Είναι εφικτή η κατάργηση ή μεταβολή του καθεστώτος των Bρετανικών Bάσεων; Και αν ναι, με ποια μέσα;
Οι Bρετανικές Bάσεις αποτελούν προϊόν των συμφωνιών που οδήγησαν στην ανεξαρτησία και εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε δύο περιοχές υπό πλήρη κυριαρχία, το Ακρωτήρι στη νότια ακτή και τη Δεκέλεια στην ανατολική πλευρά του νησιού. Οι περιοχές αυτές δεν είναι απλώς στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά βρετανικό κυρίαρχο έδαφος. Διοικούνται απευθείας από το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας και έχουν δική τους διοίκηση, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί κυριαρχία σε αυτές. Το καθεστώς αυτό δημιουργεί μια μοναδική περίπτωση. Πρόκειται για το μόνο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που φιλοξενεί ξένο κυρίαρχο έδαφος για καθαρά στρατιωτικούς σκοπούς.
Η ίδια η συνθήκη προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί τις Bάσεις για όσο διάστημα θεωρεί ότι τις χρειάζεται στρατιωτικά. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διάταξη, που προβλέπει ότι αν η Βρετανία αποφασίσει στο μέλλον να εγκαταλείψει την κυριαρχία της στις περιοχές αυτές, το έδαφος θα μεταβιβαστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η διάταξη αυτή δεν δίνει δικαίωμα μονομερούς ακύρωσης της συνθήκης από την Κύπρο. Παρέχει όμως μια πολιτική και διπλωματική βάση για διαπραγμάτευση.
Για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Bάσεις αποτελούν κρίσιμο στρατηγικό εργαλείο. Από το Ακρωτήρι έχουν πραγματοποιηθεί επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, στο Ιράκ και αλλού, ενώ οι εγκαταστάσεις επικοινωνιών θεωρούνται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου στρατιωτικού δικτύου της Βρετανίας. Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, καθιστά τις Bάσεις ιδιαίτερα πολύτιμες για τη Δύση. Για τον λόγο αυτό, η πλήρης αποχώρηση της Βρετανίας δεν θεωρείται πιθανή χωρίς σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές. Ταυτόχρονα, όμως, οι Bάσεις έχουν και πολιτικό κόστος. Σε περιόδους έντασης, η Κύπρος θεωρείται πιθανός στόχος αντιποίνων, γεγονός που ενισχύει τις φωνές που ζητούν επανεξέταση του καθεστώτος τους.
Παρά την πολυπλοκότητα του ζητήματος, υπάρχουν ορισμένα πιθανά σενάρια, μέσω των οποίων θα μπορούσε να αλλάξει το καθεστώς των Bάσεων.
Διμερής επαναδιαπραγμάτευση: Η πιο ρεαλιστική επιλογή είναι η επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτό δεν θα σήμαινε απαραίτητα πλήρη αποχώρηση των Βρετανών, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της έκτασης των Bάσεων, κοινή χρήση εγκαταστάσεων, μετατροπή τους σε πολυεθνικές εγκαταστάσεις, και καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος. Η Κύπρος έχει ήδη πετύχει μικρές αλλαγές μέσω συμφωνιών με το Λονδίνο, όπως η άρση περιορισμών ανάπτυξης γης σε περιοχές των Bάσεων, γεγονός που δείχνει ότι η συνθήκη μπορεί να εξελίσσεται πολιτικά χωρίς να καταργείται.
Ευρωπαϊκή διάσταση: Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε μια νέα νομική και πολιτική πραγματικότητα. Αν και η κυριαρχία των Bάσεων δεν επηρεάστηκε από το Brexit, η εφαρμογή ευρωπαϊκών κανόνων σε ορισμένα ζητήματα δημιουργεί περιθώρια πολιτικής πίεσης. Μια στρατηγική προσέγγιση θα μπορούσε να επιδιώξει τη μετατροπή των Bάσεων σε ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις ασφάλειας ή ανθρωπιστικής υποστήριξης, κάτι που θα άλλαζε τη φύση τους χωρίς να προκαλέσει γεωπολιτική σύγκρουση.
Σύνδεση με λύση του Κυπριακού: Σε διάφορα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, συμπεριλαμβανομένων προτάσεων στο πλαίσιο του ΟΗΕ, οι Bρετανικές Bάσεις δεν καταργούνται αλλά προσαρμόζονται στο νέο πολιτικό καθεστώς. Μια συνολική λύση του Κυπριακού θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρία για επαναδιαπραγμάτευση της παρουσίας των Bάσεων, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με την κατάργηση του συστήματος εγγυήσεων του 1960.
Διεθνής νομική προσφυγή: Μια πιο ριζική επιλογή θα ήταν η προσφυγή σε διεθνή δικαστήρια ή στον ΟΗΕ, με επιχείρημα ότι το καθεστώς των Bάσεων αποτελεί αποικιοκρατικό κατάλοιπο. Το παράδειγμα των νησιών Τσάγκος, όπου το Ηνωμένο Βασίλειο υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα εδάφη στον Μαυρίκιο μετά από διεθνή νομική πίεση, δείχνει ότι τέτοιες διαδικασίες μπορεί να έχουν αποτέλεσμα. Ωστόσο, μια τέτοια στρατηγική θα ήταν ιδιαίτερα συγκρουσιακή και θα επηρέαζε τις σχέσεις Κύπρου-Ηνωμένου Βασιλείου.
Η αλλαγή του καθεστώτος των Bάσεων αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια. Πρώτον, το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο. Οι Βάσεις αποτελούν προϊόν διεθνούς συνθήκης και δεν μπορούν να καταργηθούν μονομερώς. Δεύτερον, η γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης στρατηγικής αναδιάταξης, με συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και αυξανόμενο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Τρίτον, οι σχέσεις Κύπρου-Ηνωμένου Βασιλείου παραμένουν σημαντικές σε οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση για ριζικές κινήσεις.
Η πιο αποτελεσματική προσέγγιση πιθανότατα δεν θα ήταν η άμεση απαίτηση για αποχώρηση των Βάσεων, αλλά μια σταδιακή στρατηγική τριών αξόνων. Πρώτον, διπλωματική πίεση για επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος τους, με στόχο τον περιορισμό της κυριαρχίας τους. Δεύτερον, ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης του ζητήματος, ώστε οι Βάσεις να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ευρωπαϊκής ασφάλειας. Τρίτον, σύνδεση του ζητήματος με μια συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Κύπρος θα λειτουργεί ως κόμβος σταθερότητας.
Συμπερασματικά, εξήντα πέντε και πλέον χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, οι Βρετανικές Βάσεις παραμένουν υπενθύμιση των σύνθετων συμβιβασμών που συνοδεύουν τη γέννηση ενός κράτους. Το ζήτημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό ή διπλωματικό ή νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και συμβολικό, καθώς αγγίζει την ίδια την έννοια της κυριαρχίας, συνδεδεμένο με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αλλαγή του καθεστώτος τους δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί στρατηγική, διεθνείς συμμαχίες και μακροπρόθεσμη πολιτική βούληση. Αν όμως η Κύπρος επιδιώξει μια συνεκτική και πολυεπίπεδη διπλωματική στρατηγική, το θέμα των Βάσεων μπορεί να μετατραπεί από ιστορικό κατάλοιπο σε αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για το μέλλον της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης