Παραπολιτικά

Λεκτικές παγίδες

Ευάριθμος, όψιμος, επιχαίρω, ενσκήπτω, εγκύπτω.

Τιτλοφορούμε την παρούσα αναφορά μας «λεκτικές παγίδες», διότι οι λέξεις που επιλέξαμε στη χρήση τους προκαλούν, ίσως και εύλογα, σύγχυση. Ενώ εκ πρώτης όψεως οδηγούν τη σκέψη σε μια φαινομενικά εύκολη ερμηνεία, στην πραγματικότητα σημαίνουν εντελώς το αντίθετο. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν τις χρησιμοποιούμε, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.

- Το λόγιο επίθετο ευάριθμος-η-ο, λόγω του ευ στην ετυμολογία του που σημαίνει εύκολος και με την προσθήκη της λέξης αριθμός, οδηγεί αμέσως τη σκέψη ότι σημαίνει πολυάριθμος. Κι όμως σημαίνει ολιγάριθμος, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο. Ευάριθμος στην κυριολεξία σημαίνει εύκολος να μετρηθεί, επειδή είναι λίγος αριθμητικά. Παράδειγμα: Στη συγκέντρωση υπήρξε ευάριθμη παρουσία ατόμων, δηλαδή παρευρέθηκαν πολύ λίγα άτομα, που ήταν εύκολο να μετρηθούν, ενώ όταν η παρουσία είναι πολυάριθμη δεν μετριέται εύκολα.

- Το επίθετο όψιμος-η-ο εκ πρώτης όψεως οδηγεί στη σκέψη ότι αναφέρεται σε κάτι που συνέβη τώρα, γρήγορα, πριν από λίγο, ενώ σημαίνει αργοπορημένα, δηλαδή εντελώς το αντίθετο, που εκφράζεται με το πρώιμος. Λέμε, είναι πολύ όψιμο το ενδιαφέρον σας να λύσετε το πρόβλημά μας, για να υποδείξουμε ότι το ενδιαφέρον εκδηλώθηκε πολύ καθυστερημένα. Αναφερόμαστε σε όψιμες καλλιέργειες, όψιμα φρούτα, για τις περιπτώσεις που αυτά ωριμάζουν αργά, όπως και για όψιμες ενέργειες, αποφάσεις κ.λπ. που σημαίνει ότι εκδηλώνονται με καθυστέρηση.

ΠΑΥΛΟΣ Κ. ΠΑΥΛΟΥ 2.jpg

- Το ρήμα επιχαίρω χρησιμοποιείται λανθασμένα, με την εντύπωση ότι εκφράζει χαρά και ικανοποίηση για κάτι που συνέβη. Στην πραγματικότητα, όμως, το επιχαίρω έχει αρνητική έννοια και σημαίνει χαιρεκακώ, νιώθω χαρά για κάποιο κακό, μια ατυχία, μια συμφορά που συμβαίνει σε άλλον/άλλους που δεν συμπαθώ. Λέμε, για παράδειγμα, ο κ. τάδε είναι τόσο κακός άνθρωπος που, αντί να εκφράσει τη συμπάθειά του για το κακό που μας βρήκε, επιχαίρει κι από πάνω.

- Το ρήμα ενσκήπτω (εν+σκήπτω/ορμώ) χρησιμοποιείται επίσης λανθασμένα στον δημόσιο λόγο και μάλιστα από πολιτειακούς αξιωματούχους (υπουργούς, βουλευτές, διευθυντές τμημάτων), με την έννοια του εγκύπτω, με το οποίο δεν έχει ετυμολογική ή σημασιολογική συγγένεια. Ενσκήπτω σημαίνει πέφτω κάπου με βία, με ορμή, εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι ξαφνικά, επελαύνω και προκαλώ κακό. Για παράδειγμα: Ενέσκηψε δριμύ ψύχος, σφοδρή θύελλα, άγριος χειμώνας κ.ο.κ.

- Το ρήμα εγκύπτω (εν+κύπτω/σκύβω) αντίθετα έχει θετική έννοια και σημαίνει εξετάζω με προσοχή, με ζήλο, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου, σκύβω πάνω από κάτι, αφοσιώνομαι, προσηλώνομαι.

Για παράδειγμα: Οφείλουμε να εγκύπτουμε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μας, οι αρχές πρέπει να εγκύψουν στα προβλήματα των πολιτών κ.ο.κ.

Επομένως, κ. επίσημοι, αν όντως θέλετε να λύσετε τα προβλήματα του κόσμου, προς Θεού, μην ενσκήψετε σ’ αυτά. Καλά κάνετε να εγκύψετε σ’ αυτά, για να μην τα κάνετε χειρότερα.

Μικρή συμβολή στην Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας.

*Δημοσιογράφος (pcpavlou@gmail.com)