Πότε ακριβώς το κλεμμένο σπίτι βαφτίστηκε «κατοικία» με δικαιώματα;

Η πιο επικίνδυνη παρερμηνεία γύρω από την υπόθεση Δημόπουλος είναι ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δήθεν αποδέχθηκε πως, επειδή πέρασαν δεκαετίες, οι έποικοι, σημερινοί χρήστες των ελληνοκυπριακών περιουσιών απέκτησαν σχεδόν ισότιμα δικαιώματα με τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Αυτό δεν είναι ακριβές. Το Δικαστήριο δεν είπε ότι ο ιδιοκτήτης έχασε τον τίτλο του, ούτε ότι ο έποικος ή ο παράνομα εγκατεστημένος χρήστης έγινε ιδιοκτήτης. Στην υπόθεση Λοιζίδου, η γραμμή ήταν ξεκάθαρη: η αιτήτρια παρέμενε η νόμιμη ιδιοκτήτρια και η συνεχής άρνηση πρόσβασης συνιστούσε συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Στην υπόθεση Δημόπουλος, το Δικαστήριο ήταν ακόμη πιο ρητό: δεν δέχεται ότι η στρατιωτική κατοχή μπορεί να λειτουργήσει ως adverse possession, δηλαδή ως χρησικτησία ή κτήση κυριότητας λόγω μακράς κατοχής από την εισβάλλουσα δύναμη. Επομένως, το κλεμμένο δεν έγινε νόμιμο επειδή πέρασαν πενήντα χρόνια. Για να μην μας εκφοβίζουν ορισμένοι καλοθελητές.

Η ουσιαστική μετατόπιση στην Δημόπουλος έγινε αλλού: όχι στον τίτλο, αλλά στη θεραπεία. Δηλαδή στην restitution (αποκατάσταση/επιστροφή), στην compensation (αποζημίωση) και στη λογική της στάθμισης. Το Δικαστήριο “επεσήμανε” ότι, μετά από δεκαετίες κατοχής, μεταβιβάσεων, αλλαγών χρήσης και εγκατάστασης τρίτων, δεν μπορεί να επιβάλει σε κάθε περίπτωση μια άνευ όρων, μαζική και τυφλή επιστροφή. Τόνισε επίσης ότι δεν είναι αρμόδιο να επιβάλει σε μια κυβέρνηση unconditional obligation, δηλαδή άνευ όρων υποχρέωση, για βίαιη έξωση και επανεγκατάσταση μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Εδώ ακριβώς το τετελεσμένο αποκτά πρακτικό βάρος — όχι νομιμότητα, αλλά βάρος. Και σε αυτό βρίσκεται η παγίδα: όταν η παρανομία παράγει συνέπειες που μεταβάλλουν το είδος της επανόρθωσης, τότε δεν δικαιώνεται θεωρητικά, αλλά επιβραβεύεται πρακτικά.

Σε αυτό το σημείο εισέρχεται το Άρθρο 8 και η έννοια του home, δηλαδή της κατοικίας. Για να είμαστε ακριβείς, αξίζει να θυμηθούμε την υπόθεση Prokopovich v. Russia. Εκεί δεν υπήρχε κατοχή, εισβολή ή εποικισμός. Μια γυναίκα ζούσε περίπου δέκα χρόνια στο διαμέρισμα του συντρόφου της και, μετά τον θάνατό του, εκδιώχθηκε, παρότι δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το διαμέρισμα αποτελούσε την κατοικία της, λόγω «επαρκών και συνεχών δεσμών» με τον χώρο. Τόνισε επίσης ότι η έννοια της κατοικίας στο Άρθρο 8 δεν περιορίζεται σε νόμιμη κατοχή.

Αυτό είναι ακριβώς το σημείο που συχνά διαστρεβλώνεται όταν μιλούν για την Κύπρο. Η Prokopovich δεν λέει ότι όποιος διαμένει κάπου αποκτά ιδιοκτησία. Λέει ότι μπορεί να δικαιούται προστασία της κατοικίας του ως πραγματικού κέντρου ζωής, ακόμη και χωρίς τίτλο. Άλλο respect for home (σεβασμός της κατοικίας) και άλλο property title (τίτλος ιδιοκτησίας). Η σύγχυση των δύο, είτε προκύπτει από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, αλλοιώνει πλήρως το νόημα. Το Άρθρο 8 δεν αποτελεί «πλυντήριο» κατοχής ούτε μετατρέπει τον παράνομα εγκατεστημένο σε ιδιοκτήτη.

Ως Ελληνες Κύπριοι, οφείλουμε να είμαστε απολύτως σαφείς: το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει ένα Article 8 interest, δηλαδή έννομο συμφέρον προστασίας της κατοικίας, δεν σημαίνει ότι όλοι οι σημερινοί χρήστες βρίσκονται στην ίδια θέση. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι ο έποικος εξισώνεται με τον νόμιμο ιδιοκτήτη — ούτε νομικά ούτε ηθικά. Το ίδιο η (υπόθεση) Δημόπουλος αναγνωρίζει την παρουσία τόσο προσώπων που εγκαταστάθηκαν μετά το 1974 όσο και μεγάλου αριθμού εποίκων από την Τουρκία. Το ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτή την πραγματικότητα δεν συνιστά νομιμοποίησή της. Απλώς την αναγνωρίζει ως γεγονός.

Η φύση αυτού του γεγονότος είναι σαφής. Η μεταφορά πληθυσμού από την Κατοχική Δύναμη στο κατεχόμενο έδαφος απαγορεύεται από το Άρθρο 49(6) της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης. Δεν πρόκειται για πολιτική θέση, αλλά για κανόνα διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Επομένως, οι έποικοι δεν είναι ουδέτεροι «χρήστες», αλλά μέρος μιας παράνομης δημογραφικής και πολιτικής πρακτικής. Η επίκληση περιορισμένων δικαιωμάτων κατοικίας δεν αναιρεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η παρουσία τους.

Το ίδιο ισχύει και για την Αμμόχωστο. Το Ψήφισμα 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας χαρακτηρίζει απαράδεκτες τις προσπάθειες εποικισμού του Βαρωσιού από άλλα πρόσωπα και ζητεί τη μεταφορά της περιοχής στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών. Δεν υπάρχει, επομένως, περιθώριο για εξωραϊσμούς ή ουδέτερη γλώσσα περί «ανταγωνιστικών δικαιωμάτων χρήσης».

Τι πρέπει να αντιτάσσουμε;

Πρώτον, να επιμένουμε στη θεμελιώδη διάκριση: τίτλος ιδιοκτησίας από τη μια, πραγματική κατοικία από την άλλη. Το δεύτερο δεν αναιρεί το πρώτο.

Δεύτερον, να απορρίπτουμε γενικεύσεις όπως ο όρος «χρήστες», που εξισώνει ανόμοιες καταστάσεις και αποκρύπτει τον εποικισμό.

Τρίτον, να θέτουμε στο επίκεντρο κάθε στάθμισης την αρχική παρανομία.

Τέταρτον, να απορρίπτουμε τη μετατόπιση του ηθικού βάρους στον εκτοπισμένο ιδιοκτήτη. Αν υπάρχουν ανθρωπιστικές υποχρεώσεις, αυτές βαραίνουν πρωτίστως την Κατοχική Δύναμη.

Πέμπτον, να απαιτούμε εξατομίκευση των περιπτώσεων και όχι οριζόντιες προσεγγίσεις.

Η Δημόπουλος δεν κατήργησε την ελληνική κυπριακή ιδιοκτησία. Πρόκειται για απόφαση παραδεκτού, με επίκεντρο τη μη εξάντληση εσωτερικών ένδικων μέσων. Δεν αποτελεί ληξιαρχική πράξη θανάτου των περιουσιακών δικαιωμάτων.

Η σωστή γραμμή είναι σαφής: ναι, το Άρθρο 8 προστατεύει την κατοικία ως πραγματικό γεγονός. Όχι όμως, δεν εξισώνει τον παράνομα εγκατεστημένο με τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Ναι, το Demopoulos περιόρισε την αυτόματη επιστροφή σε όλες τις περιπτώσεις. Όμως, δεν αφαίρεσε τον τίτλο ιδιοκτησίας ούτε νομιμοποίησε τον εποικισμό.

Αν οι ίδιοι οι πολιτικοί μας υιοθετούν τη διαστρέβλωση, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό — είναι και γλωσσικό, άρα βαθιά πολιτικό. Είναι υστάτη η στιγμή που οι δήθεν ηγέτες μας πρέπει να αναθεωρήσουν την συμπεριφορά τους.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία