Αναλύσεις

Από το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στον πόλεμο

Ο πιο σπουδαίος λογοτέχνης είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Γιατί; Τι είναι εκείνο που τον καθιστά τόσο μεγάλο δημιουργό; Και γιατί όχι ο Κάφκα, ο Παπαδιαμάντης ή τόσοι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς;

Η απάντηση βρίσκεται στο εξής: ο Ντοστογιέφσκι κατάφερε, όσο ελάχιστοι μετά τον Όμηρο, να χαρτογραφήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά και τα πιο σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα από τα έργα του ανέδειξε τον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: αντιφατικό, εύθραυστο, ζηλόφθονο, βίαιο, αλλά και τραγικό ον. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η ανθρώπινη φύση δεν φαίνεται να έχει αλλάξει ουσιαστικά μέχρι σήμερα.

Ακούμε συχνά τη φράση: «Πάλι πόλεμος, πάλι δυστυχία, πάλι καταστροφή». Ναι, γιατί αυτός είναι ο άνθρωπος. Από την εποχή του Κάιν και του Άβελ, από την πρώτη αδελφοκτονία της Παλαιάς Διαθήκης, μέχρι τις σύγχρονες συγκρούσεις, ο άνθρωπος παραμένει δέσμιος των ίδιων παθών: του φθόνου, της ανασφάλειας, της φιλοδοξίας, της επιβολής του ισχυρού πάνω στον αδύναμο. Ο Κάιν πίστεψε πως ο Θεός είδε με ευμένεια την προσφορά του Άβελ και όχι τη δική του. Και από τη ζήλια γεννήθηκε ο φόνος. Πώς, λοιπόν, να αλλάξει ο άνθρωπος, όταν από τις απαρχές της ιστορίας του παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος;

Μπορεί να εξελιχθήκαμε τεχνολογικά, να χτίσαμε κοινωνίες, θεσμούς και επιστήμες, όμως στο βάθος της ψυχής μας μείναμε ίδιοι. Εξακολουθούμε να είμαστε ζηλόφθονοι, ανασφαλείς, ανταγωνιστικοί. Ο ισχυρός εξακολουθεί να συντρίβει τον αδύναμο, πολλές φορές χωρίς ηθικό φραγμό και χωρίς καμία αληθινή επίγνωση των συνεπειών. Το ίδιο δίδαξε και ο Θουκυδίδης μέσα από την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου: η δύναμη επιβάλλεται εκεί όπου μπορεί, ενώ η δικαιοσύνη συχνά υποχωρεί μπροστά στην ωμή ισχύ. Η ιστορία, τελικά, μοιάζει να μας υπενθυμίζει διαρκώς το ίδιο σκληρό μάθημα: ότι ο άνθρωπος σπάνια μαθαίνει από τα λάθη του.

Έτσι η ανθρωπότητα συνεχίζει να σκορπά παντού τον όλεθρο και το σκοτάδι. Φτάνοντας στο 2026, εξακολουθούμε να βλέπουμε πολέμους ανοιχτούς, τραγωδίες ανεπίλυτες και κοινωνίες που αδυνατούν να βρουν πραγματικό δρόμο συνεννόησης. Ο άνθρωπος δείχνει για ακόμη μία φορά ότι, όταν δοκιμάζεται, αδυνατεί να επιλέξει τον διάλογο και την αυτοσυγκράτηση. Γι’ αυτό και ο λόγος του Ηράκλειτου παραμένει τρομακτικά επίκαιρος: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ, πάντων δ βασιλεύς».

Αυτή ακριβώς την καταστροφικότητα, αυτή τη βαθιά εσωτερική διάλυση του ανθρώπου, κατέγραψε ο Ντοστογιέφσκι στο σπουδαίο έργο του «Υπόγειο». Ο αφηγητής, ένας εσωστρεφής και απομονωμένος πρώην δημόσιος υπάλληλος, ζει κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο της Αγίας Πετρούπολης, απομακρυσμένος από την κοινωνία και τους ανθρώπους. Μέσα από τον βασανιστικό του μονόλογο αποκαλύπτει όχι μόνο τις αμφιβολίες του για τον κόσμο, αλλά και τη βαθιά του δυσπιστία απέναντι στην ίδια την ανθρώπινη φύση.

Ο άνθρωπος του υπογείου είναι ευφυής, ευαίσθητος και συνειδητοποιημένος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά πληγωμένος και αυτοκαταστροφικός. Έχει μια σχεδόν νοσηρή ανάγκη να πληγώνει τους άλλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Αρνείται να δεχθεί ότι ο άνθρωπος είναι ένα ορθολογικό ον που επιλέγει πάντοτε το καλό του. Αντίθετα, επιμένει ότι ο άνθρωπος πολλές φορές επιλέγει το παράλογο, τον πόνο, ακόμη και την αυτοκαταστροφή, μόνο και μόνο για να υπερασπιστεί την ελευθερία του και την ιδιοτροπία της ύπαρξής του.

Αυτό φαίνεται καθαρά και στη σχέση του με τη Λίζα. Ενώ αρχικά μοιάζει να θέλει να τη βοηθήσει, να της δείξει έναν διαφορετικό δρόμο ζωής, στο τέλος τη συντρίβει συναισθηματικά. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις του με τους παλιούς του γνωστούς: δεν μπορεί να συνδεθεί ουσιαστικά μαζί τους, τους φθονεί, υπονομεύει κάθε πιθανότητα ανθρώπινης επαφής και μετατρέπει την επαφή σε σύγκρουση. Είναι σαν να μη θέλει απλώς να απορρίπτει τον κόσμο, αλλά να καταστρέφει και κάθε δυνατότητα συμφιλίωσης με αυτόν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο του Ντοστογιέφσκι. Δεν περιγράφει απλώς έναν ιδιόρρυθμο ή δυστυχισμένο ήρωα. Περιγράφει τον άνθρωπο γυμνό, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς παρηγορητικά ψέματα. Μας δείχνει ότι η αυτοκαταστροφή, ο φθόνος, η ενοχή, η μοναξιά, η ανάγκη για αγάπη και η αδυναμία να την δεχτούμε, είναι όλα βαθιά ανθρώπινα στοιχεία.

Ίσως, τελικά, ο άνθρωπος του υπογείου να μας μοιάζει περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε. Ίσως ο Ντοστογιέφσκι να μην έγραψε μόνο για τη Ρωσία του 19ου αιώνα, αλλά για τον άνθρωπο κάθε εποχής. Ίσως προσπάθησε να μας προειδοποιήσει για το τι είμαστε και για το πού οδηγούμαστε όταν αφήνουμε τα πάθη, τον εγωισμό και τον φθόνο να κυριαρχήσουν.

Και όμως, ακόμη κι αν όλοι διαβάζαμε τον Ντοστογιέφσκι, δεν είναι βέβαιο ότι θα αλλάζαμε. Γιατί ο άνθρωπος δεν παύει εύκολα να είναι αυτό που είναι. Θα συνεχίσει να ζηλεύει τον Άβελ, να φοβάται τον διπλανό του, να επιδιώκει την επιβολή, να επαναλαμβάνει την ίδια τραγωδία με διαφορετικά ονόματα και σε διαφορετικές εποχές.

Γι’ αυτό ο Ντοστογιέφσκι παραμένει τόσο σπουδαίος. Όχι μόνο επειδή υπήρξε μεγάλος μυθιστοριογράφος, αλλά επειδή είδε τον άνθρωπο σε όλο του το βάθος, σε όλη του την ασχήμια και σε όλη του την τραγικότητα. Και το πιο οδυνηρό είναι πως, διαβάζοντάς τον σήμερα, δεν νιώθουμε ότι μιλά για έναν μακρινό κόσμο, αλλά για εμάς τους ίδιους.