Η ηλιθιότητα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία στην πολιτική
Μου προκαλεί τον γέλωτα κάθε φορά που ακούω διάφορα κομματόσκυλα, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση να απαιτούν καθολικώς διαμαρτυρόμενοι ελευθερία εκφράσεως.
Το 1949 ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Μέρτον, στο βιβλίο του «Κοινωνική Θεωρία και Κοινωνική Διάρθρωσις», πρωτοχρησιμοποίησε τον όρο «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» (self-fullfilling prophecy), η οποία έχει πολλές εφαρμογές στην καθημερινή μας ζωή και, ιδιαιτέρως, στην πολιτική. Ο όρος αυτός έμελλε να καταστεί ένα σημαντικό εργαλείο ερμηνείας στην κοινωνική και πολιτική θεωρία. Ο Μέρτον προσδιορίζει την αυτοεκπληρούμενη προφητεία ως μία διαδικασία κατά την οποία μία πεποίθηση ή μία προσδοκία, είτε ορθή είτε λανθασμένη, επηρεάζει το αποτέλεσμα μίας καταστάσεως ή τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο ή μία ομάδα θα συμπεριφερθεί. Το φαινόμενο δηλαδή της απόλυτης διασυνδέσεως της πίστεως με τη συμπεριφορά, το οποίο αρχικώς ξεκινά ως εσφαλμένος προσδιορισμός μίας καταστάσεως που προκαλεί μία νέα συμπεριφορά, η οποία με τη σειρά της κάνει την αρχική εσφαλμένη αντίληψη να γίνεται πραγματικότητα. Αυτή η αληθοφανής εγκυρότητα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας διαιωνίζει την κυριαρχία του λάθους. Έτσι ο προφήτης θα εξηγήσει τα γεγονότα ως απόδειξη ότι ήταν εξ αρχής απολύτως ορθός.
Όπως ευστόχως διετύπωσε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος, Γουίλιαμ Τόμας, σχολιάζοντας τον ορισμό του Μέρτον: «Όταν οι άνθρωποι θεωρούν ορισμένες καταστάσεις ως πραγματικές, αυτές είναι πραγματικές στις επιπτώσεις τους». Συνεπώς, η συμπεριφορά των ανθρώπων πολλάκις καθορίζεται από την αντίληψη που διαμορφώνουν με τις επιθυμίες ή τις προσδοκίες τους για μία κατάσταση, έστω και αν αυτή η κατάσταση είναι ανύπαρκτη ή διαστρεβλωμένη.
Στο πεδίο της πολιτικής, η πιο χαρακτηριστική δράση της αυτοεκπληρούμενης προφητείας ξεκινά από την αρχή, συμφώνως προς την οποία οι πολιτικές προσδοκίες των κομματικών εσμών - οι οποίες στηρίζονται περισσότερο σε προκατασκευασμένες κομματικές πεποιθήσεις παρά σε προσωπικές αντιλήψεις, ως προϊόντα αξιολογικής κρίσεως - οδηγεί τους κομματικώς εζομένους να συμπεριφέρονται κατά τρόπο που κάνει τους άλλους να επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες αυτές ή, σε άλλες περιπτώσεις, τα κομματόσκυλα θεωρούν ότι οι προσδοκίες που έχουν για το κόμμα τους ή για τα άλλα κόμματα επιβεβαιώνονται μονίμως. Έτσι προκύπτουν οι δογματισμοί και οι πολιτικές προσωπολατρίες που καταλήγουν εσαεί στο φαινόμενο του προσφιλούς τους διανοητικού αθλήματος, δηλαδή της πολιτικής αυτοϊκανοποιήσεως, για να παραφθείρω τον Θουκυδίδη, «φιλοσοφούν μετά μαλακίας». Γι’ αυτό και ανακυκλώνεται η ηλιθιότητα στην πολιτική, ήτοι η διαρκής και μόνιμη επανάληψη λαθών, όσον αυτονόητα κι αν είναι για τους άλλους που ευδιακρίτως τα εντοπίζουν.
Ο δικός μου πολιτικός ή το δικό μου κόμμα είναι πάντα ορθοί, άρα ό,τι κάνουν, εκ των προτέρων είναι αναμενόμενο να είναι θετικό, ενώ οι πολιτικοί πέραν του κομματικού μου χώρου είναι πάντα λανθασμένοι, συνεπώς εκ προοιμίου μονίμως απορριπτέοι, όχι μόνο ως μη εκλόγιμοι αλλά και ως μη εκλέξιμοι. Επειδή η λογική αυτή αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία δημιουργούνται τα στερεότυπα για πολιτικά κόμματα και πρόσωπα, συνεπώς και η λογική μέσω της οποίας καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό η πολιτική ανεντιμότητα, αφού μέρος του μηχανισμού απορρίψεως των διαφωνούντων είναι η συκοφαντία και η οργανωμένη δολοφονία χαρακτήρων.
Για χρόνια προσπαθούσα να κατανοήσω τον μηχανισμό παραγωγής του φαινομένου της ηλιθιότητας στην πολιτική, η οποία, κατά τη γνώμη μου, εντοπίζεται αφετηριακώς στην αλληλεπίδραση μεταξύ, αφενός μεν των κομμάτων και των αρχηγών τους, αφετέρου δε των οπαδών τους, τουτέστιν των κομματοσκύλων. Διέκρινα εμπειρικώς τρία στάδια. Στο πρώτο εξ αυτών τα κόμματα και οι κυνοκέφαλοι κομματάρχες υιοθετούν συγκεκριμένες πεποιθήσεις για τα μαθητευόμενα κομματόσκυλα, ότι τάχα «αποτελούν φορείς ανώτερης ιδεολογίας, συνεπώς είναι πιο σπουδαίοι από τους άλλους» και τους συμπεριφέρονται ωσάν να ήσαν πραγματικές οι πεποιθήσεις τους. Έπειτα, στο δεύτερο στάδιο, τα εκπαιδευόμενα κομματόσκυλα προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις πεποιθήσεις των κομμάτων τους, συμπεριφερόμενα εσωκομματικώς ως άβουλα αμνοερίφια και εξωκομματικώς ως περιφερόμενοι λύκοι, δηλαδή πιστεύουν αυτά που τους εμφυτεύουν στον εγκέφαλο. Τέλος, στο τελευταίο στάδιο, οι κομματάρχες συμπεραίνουν πως η συμπεριφορά των εκπαιδευομένων κομματοσκύλων επιβεβαιώνει τις αρχικές πεποιθήσεις τους. Έτσι δημιουργείται μία αλληλεπίδραση, εντός της οποίας το κόμμα και ο ηγέτης επιβεβαιώνουν τα κομματόσκυλα και τανάπαλιν. Με αυτόν τον τρόπο οι μαθητευόμενοι περνούν τις εξετάσεις… γίνονται δηλαδή κομματοκύνες με δίπλωμα. Γαλουχούνται από τα πρώτα κιόλας βήματα στο πεδίο της πολιτικής στον «φόβο του κόμματος» και σε αυτό το πλαίσιο τίποτα δεν τους τρομάζει περισσότερο από την πιθανότητα να απορριφθούν από το κόμμα και τον αρχηγό ή να διαψεύσουν το κόμμα και τον αρχηγό.
Έτσι δημιουργείται ένα πλαίσιο, εντός του οποίου ο κομματάρχης, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί ως προφήτης, θα παραθέσει τα γεγονότα ως απόδειξη τού ότι ήταν ορθός από την αρχή. Όταν είναι αναγκασμένος να παραδεχθεί δημοσίως λάθη που έκανε, αυτά τα αποδίδει στις πιέσεις των αντιπάλων ή ότι τάχα τα κληρονόμησε από τους προηγηθέντες στην εξουσία. Τα δε κομματόσκυλα οφείλουν να αποδέχονται ασυζητητί αυτήν την ερμηνεία και να λειτουργούν ως βαποράκια μεταφοράς της προς τα έξω. Κατά συνέπειαν, όσο και αν προσπαθήσει κάποιος ανεξάρτητος να επιχειρηματολογήσει μαζί τους, θα προσκρούει μονίμως στην ηλιθιότητά τους, η οποία είναι δεδομένη εκ της θέσεως ότι οι πολίτες πρέπει να συμμορφώνονται, επαληθεύοντας τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που έχουν τα κομματόσκυλα για την πολιτική. Ούτως ευδοκιμεί στον Ελληνισμό το φαινόμενο των κομματικών ρουφιάνων, των κομματικών χαφιέδων, των κομματικών σφουγγοκωλαρίων και των κομματικών λακέδων. Συνεπώς, οι μόνοι πιο ηλίθιοι από ηλιθίους πολιτικούς είναι οι πιστοί (βλ. τυφλοί) ψηφοφόροι τους.
Αυτό που όλοι αυτοί πραγματικώς φοβούνται είναι μήπως συμβεί κάτι βαθέως και οριζοντίως ανατρεπτικό, που θα συμβάλει ώστε ν’ αλλάξει η κεκτημένη προσωπική και συλλογική αίσθηση της δυνάμεως που τους δίδει το κόμμα τους, πάνω στην οποία μεθοδικώς στηρίζουν την ασφάλεια της πολιτικής τους υπάρξεως. Το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί είναι να τους κατευθύνεις είτε σε συζήτηση είτε σε πράξη εντός πλαισίου που δεν διαθέτουν τα αντιληπτικά και ερμηνευτικά σχήματα, οπότε εκεί θα δουν τον εαυτό τους παραμορφωμένο, γιατί πλέον η προφητεία δεν αυτοεκπληρούται. Είναι βεβαίως επικίνδυνο πάντοτε να βάζεις έναν ηλίθιο έναντι του εσόπτρου, διότι όλοι αυτοί οι ηλίθιοι που βιώνουν την αντικειμενική ισχύ της αυτοεκπληρουμένης προφητείας ευχαριστούνται να μιλούν με ύφος σεσαλαγμένο οιήσεως, να παριστάνουν τους σοφούς, να δίδουν συμβουλές αλλά δεν έχουν καμία διάθεση να εφαρμόζουν όσα διατείνονται και ούτε να πειραματίζονται με τους εαυτούς τους. Άνθρωποι που βιώνουν το «Εγώ» τους ως μια οντότητα με ελλείμματα, η οποία πασχίζει να αυτοδικαιώνεται όταν βρεθεί ενώπιον πολιτικών διλημμάτων που η λύσις τους απαιτεί πολιτική σκέψη. Άνθρωποι που όταν βρεθούν σε κάποια στιγμή της ζωής τους σε πολιτειακό αξίωμα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να διαχειριστούν με επιτυχία το πλήθος των απαιτήσεων και των προκλήσεων της πολιτικής, λαμβάνοντας αποφάσεις που δυστυχώς προκαλούν κόστος σε πλήθος ανθρώπων, όμως οι ίδιοι συνεχίζουν να αισθάνονται εσαεί δικαιωμένοι.
Μου προκαλεί τον γέλωτα κάθε φορά που ακούω διάφορα κομματόσκυλα, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση να απαιτούν καθολικώς διαμαρτυρόμενοι ελευθερία εκφράσεως. Και διερωτώμαι γιατί την ζητούν και τι να την κάνουν, αφού πρωτίστως δεν έχουν ελευθερία σκέψεως. Η μοναδική δικαιολογία που μπορεί να υπάρξει για την απαίτησή της είναι για να έχει συνέχεια η ηλιθιότητά τους.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό, όταν ο πολίτης, που κινείται στο πεδίο της πολιτικής, να αισθάνεται απολύτως ελεύθερος για να είναι απολύτως υπεύθυνος στις επιλογές του. Για να είναι όμως απολύτως ελεύθερος θα πρέπει να είναι ό,τι πιστεύει ο ίδιος και όχι ό,τι πιστεύουν το κόμμα και ο κομματάρχης του γι’ αυτόν.