Διεθνή

Η νομιμότητα του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν: Το Δίκαιο στο όριο της ισχύος

Η νομιμότητα ενός πολέμου με το Ιράν ενδέχεται να παραμείνει αμφισβητούμενη. Το μακροπρόθεσμο ερώτημα είναι κατά πόσον το Δίκαιο μπορεί ν’ αντέξει μια τέτοια αμφισβήτηση χωρίς τελικά ν’ απολέσει το κύρος του.

Όταν οι μεγάλες δυνάμεις εξετάζουν το ενδεχόμενο πολέμου, επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο τόσο ως ασπίδα όσο και ως όπλο. Ωστόσο, σε στιγμές κρίσης αναδεικνύεται μια βαθύτερη ένταση. Το Δίκαιο περιορίζει πράγματι τη χρήση βίας, ή καθίσταται εύπλαστο όταν διακυβεύονται στρατηγικά συμφέροντα; Οποιαδήποτε κλιμάκωση που εμπλέκει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν θα έθετε μόνο σε κίνδυνο την περιφερειακή σταθερότητα. Θα δοκίμαζε την αξιοπιστία τής έννομης τάξης, που έχει οικοδομηθεί γύρω από την απαγόρευση της χρήσης βίας.

Το νομικό πλαίσιο είναι σαφές σε επίπεδο νομικών κανόνων. Το Άρθρο 2(4) του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Η απαγόρευση αυτή θεωρείται ευρέως ως ακρογωνιαίος λίθος του δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Οι μόνες αναγνωρισμένες εξαιρέσεις είναι η εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του Κεφαλαίου VII και το δικαίωμα αυτοάμυνας σύμφωνα με το Άρθρο 51.

Αυτοάμυνα και το όριο της ένοπλης επίθεσης

Κατά το Άρθρο 51, η αυτοάμυνα επιτρέπεται μόνο «εάν λάβει χώραν ένοπλη επίθεση». Το Διεθνές Δικαστήριο, στην υπόθεση Νικαράγουα, διευκρίνισε ότι δεν συνιστά κάθε χρήση βίας ένοπλη επίθεση. Μόνο οι πλέον σοβαρές μορφές βίας υπερβαίνουν αυτό το όριο.

Στο παρόν πλαίσιο, το κεντρικό ζήτημα είναι κατά πόσον μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Ιράν έχει διαπράξει τέτοια επίθεση, δεδομένης της υποστήριξής του σε επιθέσεις μέσω ένοπλων Οργανώσεων (Χαμάς, Χεζμπολάχ) και της άμεσης επίθεσής του κατά του Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2024. Οι ισχυρισμοί περί έμμεσης εμπλοκής ή υποστήριξης μη κρατικών δρώντων εγείρουν σύνθετα ζητήματα καταλογισμού.

Επικείμενη απειλή και η συζήτηση περί προληπτικής αυτοάμυνας

Ένα περαιτέρω ζήτημα αφορά το κατά πόσον η χρήση βίας μπορεί να προηγηθεί μιας επίθεσης. Μια σημαντική διατύπωση του εθιμικού δικαίου προέρχεται από μιαν ανταλλαγή του 19ου αιώνα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου, μετά το περιστατικό του Caroline. Σύμφωνα με αυτή, η αυτοάμυνα είναι νόμιμη μόνο όταν η ανάγκη είναι «άμεση, συντριπτική, χωρίς επιλογή μέσων και χωρίς χρονικό περιθώριο για σκέψη». Η διατύπωση αυτή έχει καθιερωθεί ως η κλασική κατανόηση της επικείμενης απειλής.

Σύμφωνα με μια ευρέως αποδεκτή άποψη, το πρότυπο αυτό παραμένει καθοριστικό. Εάν δεν υπάρχει επικείμενη ιρανική επίθεση με αυτήν τη στενή έννοια, τότε η χρήση βίας θα ήταν παράνομη, ακόμη και αν θεωρείται ηθικά δικαιολογημένη. Πολλοί διεθνολόγοι προειδοποιούν ότι η χαλάρωση αυτής της προϋπόθεσης υπονομεύει την απαγόρευση του Άρθρου 2(4).

Ωστόσο, υπάρχει και μια αντίθετη άποψη που αξίζει προσεκτικής εξέτασης, παρότι συχνά υποτιμάται στον δημόσιο διάλογο. Υποστηρίζεται ότι η κατάσταση δεν πρέπει ν’ αναλυθεί ως μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως μέρος μιας συνεχιζόμενης ένοπλης σύγκρουσης, η οποία ενδέχεται να πυροδοτήθηκε από προηγούμενες ενέργειες του Ιράν κατά του Ισραήλ, ιδίως μέσω της επίθεσης της Χαμάς και της άμεσης επίθεσης του Ιράν τον Οκτώβριο του 2024. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η αυτοάμυνα μπορεί να λειτουργεί διαρκώς, ως απάντηση σε ένα ευρύτερο μοτίβο εχθροπραξιών και όχι σε ένα μεμονωμένο επικείμενο πλήγμα.

Η προσέγγιση αυτή είναι αμφιλεγόμενη και απέχει πολύ από το να είναι καθολικά αποδεκτή. Δεν υπάρχει παγιωμένη συναίνεση ότι το Διεθνές Δίκαιο αναγνωρίζει ένα δόγμα συνεχούς ή χρονικά απεριόριστης αυτοάμυνας. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί σοβαρό νομικό επιχείρημα και αξιοσημείωτο ότι δεν αναδεικνύεται επαρκώς στον δημόσιο διάλογο.

Αναγκαιότητα, αναλογικότητα και κυριαρχία

Ακόμη και όταν γίνεται επίκληση αυτοάμυνας, ισχύουν αυστηρές προϋποθέσεις. Η χρήση βίας πρέπει να είναι αναγκαία, δηλαδή να μην υπάρχει εύλογη εναλλακτική, και ανάλογη προς την απειλή. Οι απαιτήσεις αυτές εδράζονται στο εθιμικό Διεθνές Δίκαιο και έχουν επιβεβαιωθεί από το Διεθνές Δικαστήριο.

Συγκριτική αναφορά σε προηγούμενες παρεμβάσεις των ΗΠΑ

Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η παρανομία προηγούμενων επεμβάσεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ήταν πολύ προφανέστερη. Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 δικαιολογήθηκε από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους μέσω της ερμηνείας ότι το Ιράκ παραβίαζε ουσιωδώς τις υποχρεώσεις του βάσει του Ψηφίσματος 687 (1991) του Συμβουλίου Ασφαλείας και δεν συμμορφωνόταν με τις προειδοποιήσεις του Ψηφίσματος 1441 (2002). Η θέση αυτή υποστήριζε ότι προηγούμενα ψηφίσματα εξουσιοδοτούσαν τη χρήση βίας για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης, αναβιώνοντας ουσιαστικά αυτήν την εξουσιοδότηση χωρίς νέο ψήφισμα. Ωστόσο, το Διεθνές Δίκαιο δεν παρέχει σε κράτη την εξουσία να προβαίνουν σε δεσμευτικές ή αυθεντικές ερμηνείες των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Δύο σημεία παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Πρώτον, αν και η συντριπτική πλειονότητα της στρατιωτικής ισχύος προήλθε από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, τον Απρίλιο του 2003 ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι 49 χώρες περιλαμβάνονταν στον κατάλογο συμμάχων του. Παρ’ όλα αυτά, το Ιράκ δεν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής. Αντιθέτως, καμία άλλη χώρα δεν είναι διατεθειμένη να συνδράμει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ έχει αποδειχθεί ότι το Ιράν διαθέτει πυρηνικές δυνατότητες. Μέχρι τα μέσα του 2025, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας ανέφερε ότι το Ιράν διέθετε πάνω από 400 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%, επίπεδο που απέχει τεχνικά λίγο από το επίπεδο οπλικής χρήσης (90%), και το οποίο, εάν εμπλουτιστεί περαιτέρω, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή 6 έως 10 πυρηνικών όπλων. Δεδομένης της πρόσφατης επίθεσης ιρανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους στην Κύπρο, η ανησυχία είναι προφανής.

Στις 29 Ιανουαρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρισε το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το οποίο μέχρι τότε είχε σκοτώσει περισσότερους από 36.500 αθώους πολίτες, ως τρομοκρατικό καθεστώς. Η ΕΕ δεν είχε χαρακτηρίσει τον Σαντάμ Χουσεΐν ως τρομοκράτη, ωστόσο πολλά από τα κράτη της υποστήριξαν την παράνομη εισβολή των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ. Η απροθυμία της Δύσης να στηρίξει το Ισραήλ και τις ΗΠΑ στην εξάλειψη ενός τέτοιου καθεστώτος οφείλεται στη νομιμότητα, ή στην αντιπάθεια προς τον σημερινό Πρόεδρο των ΗΠΑ και στον φόβο αντίδρασης εξτρεμιστικών ισλαμικών στοιχείων στην Ευρώπη;

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν το Διεθνές Δίκαιο παρέχει μιαν απάντηση, αλλά ποια ερμηνεία επιλέγουν τα κράτη ν’ ακολουθήσουν. Αυτό που αναδύεται δεν είναι η κατάρρευση των νομικών κανόνων, αλλά ένας αγώνας για το νόημά τους. Το νομικό πλαίσιο παραμένει σαφές σε επίπεδο αρχής, αλλά ολοένα και πιο αβέβαιο στην εφαρμογή. Οι ανταγωνιστικές ερμηνείες της αυτοάμυνας, της επικείμενης απειλής και της συνεχιζόμενης σύγκρουσης αποκαλύπτουν μια βαθύτερη ευθραυστότητα εντός της διεθνούς έννομης τάξης. Εάν η απαγόρευση της χρήσης βίας διευρυνθεί ώστε να χωρέσει ευρύτερα και πιο ευέλικτα δόγματα, κινδυνεύει να χάσει τη συγκρατητική της λειτουργία. Η νομιμότητα ενός πολέμου με το Ιράν ενδέχεται να παραμείνει αμφισβητούμενη. Το μακροπρόθεσμο ερώτημα είναι κατά πόσον το Δίκαιο μπορεί ν’ αντέξει μια τέτοια αμφισβήτηση χωρίς τελικά ν’ απολέσει το κύρος του.

*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο, με ειδίκευση στη Φιλοσοφία Δικαίου, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα