Διεθνή

ΗΠΑ - Ιράν: Η διπλωματία εν μέσω πολέμου και το δύσκολο μονοπάτι προς τον συμβιβασμό

Είτε θα βυθιστούν μαζί είτε θα καταφέρουν να φτάσουν από κοινού σε ασφαλή ακτή

Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, ο πόλεμος των ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση, όπου η στρατιωτική κλιμάκωση συνυπάρχει με δειλές αλλά υπαρκτές διπλωματικές διεργασίες. Παρά το βαθύ χάσμα που χωρίζει τις αντιμαχόμενες πλευρές, οι εξελίξεις υποδηλώνουν ότι, έστω και υπό πίεση, παραμένει ανοιχτό ένα περιορισμένο παράθυρο για αποκλιμάκωση και ενδεχόμενο συμβιβασμό. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι κατά πόσον οι αντίπαλοι μπορούν να μετατρέψουν την ένταση σε διαπραγμάτευση, πριν το κόστος της σύγκρουσης καταστεί μη αναστρέψιμο.

Το απομακρυσμένο ενδεχόμενο συμφωνίας

Οι αυξανόμενες εντάσεις και η σκλήρυνση της ρητορικής συνηγορούν στο γεγονός ότι μια διπλωματική συμφωνία που θα τερματίσει τον πόλεμο ΗΠΑ και Ιράν προς το παρόν φαντάζει περιορισμένη. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα στενό, αλλά υπαρκτό, περιθώριο για επίτευξη συμφωνίας, εφόσον και οι δύο πλευρές επιδείξουν πολιτική βούληση για ουσιαστική εμπλοκή.

Διπλωματικές πρωτοβουλίες βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, με την Τουρκία, την Αίγυπτο και το Πακιστάν να αναλαμβάνουν ρόλο διαμεσολαβητών, επιδιώκοντας την άμεση πραγματοποίηση συνάντησης μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών αξιωματούχων ακόμη και εντός της εβδομάδας. Ο Τραμπ και πολιτικοί του σύμμαχοι εμφανίζονται θετικοί απέναντι στην προοπτική συνομιλιών, την ώρα που η Τεχεράνη διατηρεί επισήμως σκληρή στάση. Ωστόσο αραβικές διπλωματικές πηγές υποστηρίζουν ότι σε ιδιωτικό επίπεδο το Ιράν εμφανίζεται πιο δεκτικό, συμμετέχοντας σε διερευνητικές επαφές για τη διαμόρφωση όρων που θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν τον δρόμο για διάλογο.

Οι δυσκολίες, πάντως, είναι εμφανείς. Ενδεικτικό της εύθραυστης κατάστασης είναι ότι, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ φέρονται να αφαίρεσαν προσωρινά από λίστες στοχοποίησης κορυφαίους Ιρανούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων τον Αραγτσί και τον πρόεδρο του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχάμεντ-Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, ώστε να καταστεί εφικτή η συμμετοχή τους σε ενδεχόμενες συνομιλίες.

Σε κάθε περίπτωση, τα αιτήματα των δύο πλευρών αποτυπώνουν το βάθος του χάσματος. Η Τεχεράνη αξιώνει αποζημιώσεις για τις πολεμικές καταστροφές και απομάκρυνση των αμερικανικών Βάσεων από την περιοχή, ενώ προτείνει την επιβολή τελών διέλευσης στα διεθνή πλοία που περνούν από τα Στενά του Ορμούζ. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσινγκτον απαιτεί τον πλήρη τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου από το Ιράν, την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά, καθώς και περιορισμούς στο πυραυλικό πρόγραμμα και στη στήριξη ένοπλων ομάδων στην περιοχή, ζητήματα τα οποία η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα αρνηθεί να θέσει στο τραπέζι.

Την ίδια στιγμή, ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης παραμένει υψηλός. Ο Τραμπ έχει διατάξει την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων στην περιοχή, ενώ η ιρανική πλευρά προειδοποιεί για αντίποινα, ακόμη και κατά κρίσιμων υποδομών αραβικών χωρών που ενδεχομένως συνδράμουν στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Παρά το τεταμένο σκηνικό, αναλυτές εκτιμούν ότι μια περιορισμένη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός δεν αποκλείεται. Εφόσον το κόστος της σύγκρουσης καταστεί δυσβάσταχτο, οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να καταλήξουν σε έναν συμβιβασμό που θα αναστείλει τις εχθροπραξίες, αφήνοντας τα πλέον ακανθώδη ζητήματα για μελλοντική διαπραγμάτευση.

Ένα πιθανό πλαίσιο συμφωνίας θα περιελάμβανε μια σταθερή κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με παράλληλη δέσμευση του Ισραήλ. Το Ιράν θα μπορούσε ν’ αναλάβει την υποχρέωση παύσης επιθέσεων κατά του Ισραήλ, άμεσων ή μέσω συμμάχων, ενώ η Ουάσινγκτον θα εγγυόταν τον τερματισμό ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Τεχεράνης και Οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ. Επιπλέον, η ιρανική πλευρά θα επαναβεβαίωνε τη δέσμευσή της να μην επιδιώξει πυρηνικά όπλα, θα διασφάλιζε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και θα αποδεχόταν τη χρήση του δολαρίου για σημαντικό μέρος των πετρελαϊκών της συναλλαγών.

Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προσφέρουν στοχευμένη άρση κυρώσεων, επιτρέποντας σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και κράτη του Κόλπου να επανεκκινήσουν εμπορικές σχέσεις και εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση των διεθνών τιμών ενέργειας. Για την Τεχεράνη, η οικονομική ανακούφιση συνδέεται άμεσα με την εσωτερική σταθερότητα και την αποτροπή περαιτέρω πιέσεων ή επιθέσεων.

Η ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν δείχνει ότι ακόμη και φαινομενικά ασύμβατες θέσεις μπορούν να γεφυρωθούν μέσω προσωρινών συμβιβασμών και αναβολής των πιο αμφιλεγόμενων θεμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015, η οποία επέτρεψε στο Ιράν περιορισμένο εμπλουτισμό ουρανίου, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον.

Σήμερα, όμως, οι πιέσεις είναι έντονες και από περιφερειακούς παράγοντες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που επιθυμούν την οριστική εξουδετέρωση της ιρανικής στρατιωτικής απειλής. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον καλείται ν’ αξιολογήσει κατά πόσον είναι εφικτή η πλήρης υποχώρηση της Τεχεράνης.

Σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, ένα ενδεχόμενο συμβιβαστικό σενάριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, με αντάλλαγμα μερική άρση κυρώσεων προς το Ιράν. Πιο σύνθετα ζητήματα, όπως το πυρηνικό και το πυραυλικό πρόγραμμα, ενδέχεται να παραπεμφθούν σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις ή ακόμη και να παραμείνουν εκκρεμή επ’ αόριστον.

Το σχέδιο εξόδου του Τραμπ

Ο αναλυτής του Foreign Policy, George Beebe, εξηγεί ότι η σοφία στην εξωτερική πολιτική ξεκινά από τη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των προβλημάτων που μπορούν να επιλυθούν και των προβλημάτων που μπορούν μόνο να περιοριστούν και να διαχειριστούν. Η αποτυχία κατανόησης αυτής της διαφοράς έχει στοιχίσει ακριβά σε διαδοχικούς Αμερικανούς Προέδρους.

Ο αναλυτής φέρνει ως παράδειγμα τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, ο οποίος πίστεψε ότι η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν θα μεταμόρφωνε τη Μέση Ανατολή. Επίσης, ο Μπαράκ Ομπάμα εκτίμησε ότι η πτώση του Μουαμάρ Καντάφι θα σταθεροποιούσε τη Λιβύη και θα επιτάχυνε την Αραβική Άνοιξη. Και στις δύο περιπτώσεις, οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Αντί για σταθερότητα, προέκυψαν αλυσιδωτές επιπτώσεις που συνεχίζουν να ταλανίζουν τόσο τη Μέση Ανατολή όσο και την Ευρώπη. Η διαχείριση αυτών των απειλών, αντί της πλήρους εξάλειψής τους, θα είχε αποδειχθεί λιγότερο επιζήμια.

Σήμερα, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επαναλαμβάνει το ίδιο στρατηγικό σφάλμα, εκτιμώντας ότι μπορεί να εξαλείψει, και όχι απλώς να περιορίσει, την απειλή που συνιστά το Ιράν. Ωστόσο, μερικές εβδομάδες μετά την έναρξη της κοινής στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ–Ισραήλ, καθίσταται σαφές ότι η αεροπορική ισχύς, όσο αποτελεσματική κι αν είναι στην εξουδετέρωση συγκεκριμένων στόχων και προσώπων, δεν αρκεί για να επιφέρει αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.

Οι αεροπορικές επιδρομές μπορεί να μειώνουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, αλλά δεν μπορούν να εξαφανίσουν την τεχνογνωσία του στο πυρηνικό πρόγραμμα. Ούτε είναι σε θέση να εξαλείψουν τα ευέλικτα και δύσκολα ανιχνεύσιμα μέσα που διαθέτει, όπως τα drones, οι θαλάσσιες νάρκες, τα ταχύπλοα επιθετικά σκάφη και άλλα μέσα που μπορούν να πλήξουν τις κρίσιμες ενεργειακές και εμπορικές αρτηρίες του Περσικού Κόλπου.

Η επιλογή χερσαίας επέμβασης δεν προσφέρει ρεαλιστική λύση. Περιορισμένες ειδικές επιχειρήσεις δύσκολα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο τής καλά οχυρωμένης ακτογραμμής στα Στενά του Ορμούζ ή να εξουδετερώσουν τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου. Ακόμη περισσότερο, δεν θα απέτρεπαν επιθέσεις σε ευάλωτες ενεργειακές εγκαταστάσεις ή κρίσιμες υποδομές αφαλάτωσης στον Κόλπο.

Μια πλήρους κλίμακας εισβολή θα ήταν ακόμη πιο προβληματική. Η γεωγραφία του Ιράν, μια εκτεταμένη, ορεινή επικράτεια που ευνοεί την άμυνα, καθιστά σαφές ότι θα απαιτούσε τεράστια στρατιωτική δύναμη, πιθανώς αντίστοιχη του συνόλου του αμερικανικού στρατού, με σημαντικές απώλειες και πολιτικό κόστος, που δύσκολα θα γινόταν αποδεκτό από την αμερικανική κοινή γνώμη.

Εφόσον η πλήρης εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής αποδεικνύεται πρακτικά ανέφικτη, το ερώτημα μετατοπίζεται στη διαχείρισή της. Σύμφωνα με τον Beebe, ένα πιθανό σενάριο είναι η λεγόμενη στρατηγική «κουρέματος του γκαζόν», κατά την οποία πραγματοποιούνται περιοδικά πλήγματα για την αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του αντιπάλου, χωρίς επιδίωξη οριστικής λύσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ θα μπορούσε να κηρύξει μια μορφή «νίκης», να διακόψει προσωρινά τις επιχειρήσεις και να διατηρήσει τη δυνατότητα επανάληψής τους στο μέλλον.

Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το Ιράν θ’ ανταποκριθεί σε μια μονομερή παύση πυρός, κάτι που δεν είναι δεδομένο. Αντιθέτως, η Τεχεράνη θα είχε ισχυρά κίνητρα να συνεχίσει τις επιθέσεις, ιδίως αν δεν ελάμβανε εγγυήσεις ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέο κύμα στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η άσκηση οικονομικής πίεσης προς τις ΗΠΑ, μέσω της ανόδου των τιμών ενέργειας και της απειλής ύφεσης, αποτελεί βασικό διαπραγματευτικό εργαλείο για το Ιράν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι ο τερματισμός του πολέμου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συναίνεση της Τεχεράνης. Μια βιώσιμη συμφωνία θα πρέπει ν’ απαντά στις βασικές ανησυχίες του Ιράν, ενώ ταυτόχρονα να περιορίζει τους κινδύνους που αυτό δημιουργεί.

Μια τέτοια συμφωνία, ωστόσο, θ’ αποτελούσε μόνο το πρώτο βήμα. Θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν νέες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, με στόχο τη διαχείριση ή εξάλειψη των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου και την αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου.

Ο ρόλος της Ρωσίας

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος τρίτων δυνάμεων ενδέχεται ν’ αποδειχθεί καθοριστικός. Η Ρωσία έχει ήδη προτείνει ν’ αναλάβει τη φύλαξη των ιρανικών αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου ως μέρος μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, ενώ η δυσπιστία της Τεχεράνης απέναντι στους Αμερικανούς διαπραγματευτές καθιστά αναγκαία την εμπλοκή αξιόπιστων μεσολαβητών.

Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εμφανίζεται να διαθέτει ισχυρά κίνητρα για ν’ αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή στη σύγκρουση. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα ενίσχυε το διεθνές κύρος της Μόσχας και θ’ αναβάθμιζε την επιρροή της στη διεθνή σκηνή. Παράλληλα, η Ρωσία διαχρονικά αντιτίθεται στην απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, εξέλιξη που θ’ απειλούσε τόσο τη δική της ασφάλεια όσο και τη σταθερότητα στη νότια περιφέρειά της.

Σε οικονομικό επίπεδο, η Μόσχα επωφελείται βραχυπρόθεσμα από την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω της κρίσης. Ωστόσο, τα οφέλη αυτά ενδέχεται να εξανεμιστούν εάν η παγκόσμια οικονομία διολισθήσει σε παρατεταμένη ύφεση, με αποτέλεσμα τη μείωση της ζήτησης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Υπό αυτήν την έννοια, μια συμφωνία που θα περιόριζε τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν και θα οδηγούσε σε έναν διαρκή τερματισμό των εχθροπραξιών εξυπηρετεί άμεσα τα ρωσικά συμφέροντα.

Ο Πούτιν φαίνεται να διαθέτει και ένα σημαντικό διπλωματικό πλεονέκτημα, αφού έχει τη δυνατότητα επικοινωνίας με όλες τις πλευρές της κρίσης. Διατηρεί στενές σχέσεις με τον Τραμπ, ενώ παράλληλα η Ρωσία έχει μακροχρόνια παρουσία στην Τεχεράνη και ισχυρούς διαύλους με το ιρανικό στρατιωτικό και πολιτικό κατεστημένο. Ως μεγάλος ενεργειακός παραγωγός, η Μόσχα έχει αναπτύξει βαθιές σχέσεις με χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επιπλέον, οι επανειλημμένες συναντήσεις του Πούτιν με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου την τελευταία δεκαετία υπογραμμίζουν τη διπλωματική του ευχέρεια να συνομιλεί με αντικρουόμενους παίκτες.

Παρά ταύτα, μια ενδεχόμενη συμφωνία θα βασίζεται σε δύσκολους συμβιβασμούς, οι οποίοι αναμένεται να συναντήσουν έντονες αντιδράσεις τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στην Τεχεράνη. Πολλές από τις απαραίτητες παραχωρήσεις ενδέχεται να θεωρηθούν πολιτικά ανεφάρμοστες ή ακόμη και απαράδεκτες υπό κανονικές συνθήκες. Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία απέχει πολύ από το «κανονικό», και καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει την πολυτέλεια να την αντιμετωπίζει ως τέτοια.

Στις ΗΠΑ η άρση κυρώσεων προς την Ισλαμική Δημοκρατία αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, αν και ο Τραμπ έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη δύσκολα θ’ αποδεχθεί την εγκατάλειψη των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, τα οποία αποτελούν τον βασικό μοχλό διαπραγματευτικής ισχύος της. Ωστόσο, η εναλλακτική σε αυτούς τους συμβιβασμούς είναι ένας παρατεταμένος πόλεμος με σοβαρές συνέπειες και για τις δύο πλευρές. Από τη μια πολιτική φθορά για την αμερικανική ηγεσία και από την άλλη, βαθιά οικονομική επιδείνωση για το Ιράν.

Αναλυτές εξηγούν ότι πλέον ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια σύγκρουση, όπου κάθε νέα κλιμάκωση επιδεινώνει μια ήδη δυσμενή κατάσταση και για τις δύο πλευρές. Καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει την πλήρη υποταγή της άλλης. Αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη αναζήτησης μιας διεξόδου, μιας λύσης που δεν θα στηρίζεται στην ταπείνωση του αντιπάλου.

Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε βιώσιμη λύση θα πρέπει να επιτρέπει και στις δύο πλευρές να εμφανιστούν ως κερδισμένες, έστω και μερικώς. Είτε το επιθυμούν είτε όχι, βρίσκονται στην ίδια βάρκα. Είτε θα βυθιστούν μαζί είτε θα καταφέρουν να φτάσουν από κοινού σε ασφαλή ακτή.