Αναλύσεις

Δημογραφία, στήριξη οικογένειας και οικονομικές προτεραιότητες στην Κύπρο

Από το 2012 και μετά, η Κύπρος ακολούθησε μια περίοδο αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής, με βασικό στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, διαχρονικές πολιτικές επιλογές έδωσαν έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη διατήρηση της αξίας των εξασφαλίσεων, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των τιμών των ακινήτων.

Την ίδια περίοδο, η στήριξη της οικογένειας όχι μόνο δεν ενισχύθηκε, αλλά ουσιαστικά περιορίστηκε και παρέμεινε στάσιμη. Τα εισοδηματικά όρια για επιδόματα τέκνων δεν προσαρμόστηκαν με βάση τον πληθωρισμό και την αύξηση του κόστους ζωής, με αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνση της μεσαίας τάξης από τη στήριξη. Ιδιαίτερα οι κυπριακές οικογένειες με περισσότερα παιδιά αποκλείστηκαν, ενώ το μήνυμα προς τα νέα ζευγάρια της μεσαίας τάξης κατέστη σαφές: η δημιουργία μεγαλύτερης οικογένειας καθίσταται οικονομικά αποτρεπτική.

Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα. Οι Κύπριοι πολίτες, που σε μεγάλο βαθμό βασίζονται σε στεγαστικά δάνεια, επηρεάζονται άμεσα από τις τιμές των ακινήτων. Η διατήρηση υψηλών αξιών ενισχύει τις εξασφαλίσεις των τραπεζών, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος στέγασης για τα νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για κατοικία —η οποία ενισχύεται και από την αύξηση του πληθυσμού μέσω εισροής πολιτών από άλλες χώρες— διατηρεί την πίεση στις τιμές. Ομάδες με χαμηλότερα εισοδήματα έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε στοχευμένες παροχές τέκνου, γεγονός που ενισχύει τη συμμετοχή τους στην αγορά ενοικίων, ενώ μεγάλο μέρος του γηγενούς πληθυσμού και της μεσαίας τάξης αποκλείεται από τη στήριξη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση αμετάβλητων εισοδηματικών ορίων για περισσότερο από 15 χρόνια δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Το Υπουργείο Οικονομικών διαθέτει πλήρη γνώση των οικονομικών δεδομένων — πληθωρισμού, εισοδημάτων, κόστους στέγασης και δημογραφικών τάσεων. Οι συνέπειες αποτυπώνονται και στους αριθμούς: το 2012 λάμβαναν στήριξη 10.065 κύπριες πολύτεκνες οικογένειες, ενώ το 2024 ο αριθμός μειώθηκε σε 3.166, δηλαδή πέραν του 65%. Παράλληλα, η δημοσιονομική εξοικονόμηση εκτιμάται σε περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Τα πιο πάνω δεν αποτελούν απλή θεωρητική προσέγγιση. Έχουν ήδη τεθεί με τεκμηριωμένο υπόμνημα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στο οποίο παρουσιάζονται συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα για τη διαχρονική μείωση της στήριξης, την εξοικονόμηση δεκάδων εκατομμυρίων εις βάρος των οικογενειών και την ανάγκη άμεσης πολιτικής απόφασης. Το γεγονός ότι, παρά την πλήρη γνώση των δεδομένων, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ουσιαστική ανταπόκριση, ενισχύει την εικόνα ότι το ζήτημα δεν είναι έλλειψη πληροφόρησης, αλλά ζήτημα προτεραιοτήτων.

Μετά από 15 χρόνια εφαρμογής, το αποτέλεσμα αυτής της πορείας δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί τυχαίο. Πρόκειται για μια σαφή κατεύθυνση πολιτικής που επηρεάζει τη μεσαία τάξη, περιορίζει τη στήριξη της οικογένειας και διαμορφώνει τις δημογραφικές εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέχιση της ίδιας πολιτικής δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί σε αδράνεια. Συνιστά συνειδητή επιλογή.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν αυτή η επιλογή εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυπριακής κοινωνίας ή αν απαιτείται μια νέα ισορροπία που να θέτει τη στήριξη της κυπριακής οικογένειας και τη δημογραφική βιωσιμότητα της χώρας στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής.

*Μέλος της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων