Ρεύμα-όμηρος του πετρελαίου
Η Κύπρος μένει δεμένη σ’ ένα ακριβό μοντέλο παραγωγής και ο καταναλωτής πληρώνει κάθε διεθνές σοκ
Το θέμα του ρεύματος ξαναμπαίνει δυνατά στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η ΑΗΚ προειδοποίησε ότι, με Brent γύρω στα 102 δολάρια το βαρέλι, τα τιμολόγια του Μαΐου μπορεί ν’ αυξηθούν περίπου 5%, ενώ με πετρέλαιο στα 110-115 δολάρια, η αύξηση θα μπορούσε να φτάσει μέχρι 20% τον Αύγουστο. Την ίδια ώρα, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 26 Μαρτίου νέα μέτρα για να περιορίσει την πίεση: μείωση του ΦΠΑ στο οικιακό ρεύμα από 9% σε 5% από την 1η Μαΐου 2026 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027, μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα κατά 8,33 σεντ το λίτρο για Απρίλιο-Ιούνιο και μη εφαρμογή της πράσινης φορολογίας στα καύσιμα. Τα μέτρα δίνουν ανάσα. Δεν αλλάζουν, όμως, το βασικό πρόβλημα: η Κύπρος παραμένει πολύ εξαρτημένη από το πετρέλαιο και αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα κρίση στην περιοχή περνά, αργά ή γρήγορα, στον λογαριασμό.
Τι έρχεται από Μάιο μέχρι καλοκαίρι
Η εικόνα που έδωσε η ΑΗΚ είναι καθαρή. Για τον Μάιο, με τιμή Brent περίπου 102 δολάρια το βαρέλι, η αύξηση στο ρεύμα εκτιμάται στο 5%. Λόγω όμως της ανόδου του πετρελαίου και της νέας παραλαβής φορτίου στις αρχές Απριλίου, η ίδια η ΑΗΚ λέει ότι η επιβάρυνση μπορεί να κινηθεί μεταξύ 5% και 7%. Για τον Αύγουστο, αν το Brent σταθεροποιηθεί στη ζώνη των 110-115 δολαρίων, η αύξηση μπορεί να φτάσει μέχρι και 20% σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα. Η ΑΗΚ λέει, επίσης, ότι διαθέτει αποθέματα περίπου δύο μηνών, άρα το πρόβλημα σήμερα δεν είναι η επάρκεια καυσίμου, αλλά η τιμή του.
Αυτό που ανησυχεί περισσότερο είναι η μεταβλητότητα της αγοράς. Στις 23 Μαρτίου το Brent έκλεισε στα 99,94 δολάρια μετά από μεγάλη πτώση, όταν υπήρξαν ενδείξεις για προσωρινή αποκλιμάκωση. Τέσσερεις ημέρες αργότερα, στις 27 Μαρτίου, βρέθηκε ξανά στα 111,01 δολάρια. Μέσα σε λίγες ημέρες η αγορά έδειξε ότι μπορεί να κινηθεί απότομα και προς τα κάτω και προς τα πάνω. Για την Κύπρο αυτό σημαίνει ότι η αβεβαιότητα δεν έχει τελειώσει και ότι οι λογαριασμοί του καλοκαιριού παραμένουν ανοιχτό ζήτημα.
Τα μέτρα της 26ης Μαρτίου και τι σημαίνουν στην τσέπη
Η κυβερνητική παρέμβαση έχει δύο βασικά σκέλη για την τσέπη του πολίτη. Το πρώτο αφορά το ρεύμα: ο ΦΠΑ στο οικιακό τιμολόγιο πέφτει από 9% σε 5% από την 1η Μαΐου 2026 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Το δεύτερο αφορά τα καύσιμα: ο ειδικός φόρος κατανάλωσης μειώνεται κατά 8,33 σεντ το λίτρο για Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο, ενώ δεν θα εφαρμοστεί η πράσινη φορολογία που θα προσέθετε άλλα 9 σεντ το λίτρο.
Σε απλά νούμερα, η μείωση του ΦΠΑ από 9% σε 5% δεν μηδενίζει μια αύξηση ρεύματος, αλλά κόβει ένα μέρος της τελικής επιβάρυνσης. Ενδεικτικά, σε λογαριασμό 150 ευρώ με ΦΠΑ 9%, η μετάβαση στο 5% ρίχνει το τελικό ποσό περίπου κατά 5,5 ευρώ. Σε λογαριασμό 200 ευρώ, η διαφορά είναι περίπου 7,3 ευρώ. Σε λογαριασμό 250 ευρώ, η διαφορά φτάνει περίπου τα 9,2 ευρώ. Δηλαδή, το μέτρο βοηθά, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει μόνο του ένα πιθανό κύμα αυξήσεων 5%-20%.
Στα καύσιμα, η εικόνα είναι πιο άμεση. Μόνο από τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ένα γέμισμα 50 λίτρων έχει όφελος περίπου 4,17 ευρώ και ένα γέμισμα 60 λίτρων περίπου 5 ευρώ. Αν προστεθεί και η μη επιβολή της πράσινης φορολογίας των 9 σεντ το λίτρο, η συνολική διαφορά σε σχέση με το σενάριο χωρίς παρέμβαση φτάνει περίπου τα 8,67 ευρώ στα 50 λίτρα και τα 10,4 ευρώ στα 60 λίτρα. Αυτό δεν λύνει το πρόβλημα του κόστους μετακίνησης, αλλά δίνει μετρήσιμη ανακούφιση για τους επόμενους τρεις μήνες.
Γιατί ο λογαριασμός μένει ευάλωτος
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η διεθνής τιμή του πετρελαίου. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο αυτή περνά στον λογαριασμό. Η ΑΗΚ εξηγεί ότι το κόστος παραγωγής στη «βασική τιμή καυσίμου» και η αναπροσαρμογή καυσίμου χρεώνονται ξεχωριστά. Η βασική τιμή είναι 300 ευρώ ανά μετρικό τόνο. Η αναπροσαρμογή υπολογίζεται με βάση τη σταθμισμένη μέση τιμή καυσίμου, η οποία δεν περιλαμβάνει μόνο την αγορά καυσίμου, αλλά και το κόστος CO2 και το κόστος διατήρησης στρατηγικών αποθεμάτων. Με απλά λόγια, όταν ανεβαίνει το ενεργειακό κόστος, ανεβαίνει μαζί και ένα ολόκληρο πακέτο χρεώσεων.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΑΗΚ δείχνουν και το μέγεθος αυτής της επιβάρυνσης. Για το 2026, στον κύκλο του Μαρτίου, η σταθμισμένη μέση τιμή καυσίμου για χαμηλή τάση εμφανίζεται στα 641,16 ευρώ ανά μετρικό τόνο και η αναθεωρημένη χρέωση καυσίμου στα 8,0159 σεντ ανά κιλοβατώρα. Παράλληλα, το βασικό οικιακό τιμολόγιο της ΑΗΚ για το code 01, στη βασική τιμή καυσίμου, περιλαμβάνει χρέωση ενέργειας 10,35 σεντ ανά κιλοβατώρα, χρέωση δικτύου 3,14 σεντ, χρέωση επικουρικών υπηρεσιών 0,65 σεντ και σταθερές χρεώσεις 0,98 και 6,08 ευρώ. Αυτό δείχνει ότι το καύσιμο παραμένει μεγάλο κομμάτι του τελικού λογαριασμού.
Η μεγάλη εικόνα για την Κύπρο
Η Κύπρος παραμένει από τις πιο εξαρτημένες χώρες της ΕΕ από εισαγόμενη ενέργεια. Η Eurostat κατέγραψε για το 2024 ενεργειακή εξάρτηση 88%. Το 96% των ενεργειακών εισαγωγών της χώρας ήταν πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα, ενώ το 86% της διαθέσιμης ενέργειας στην Κύπρο προερχόταν επίσης από πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα. Αυτό εξηγεί γιατί κάθε διεθνής κρίση περνά τόσο γρήγορα στην εγχώρια αγορά: το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι και η ίδια η δομή του ενεργειακού μοντέλου.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Τα μέτρα της Κυβέρνησης μειώνουν μέρος της πίεσης και βοηθούν νοικοκυριά και οδηγούς. Δεν αλλάζουν όμως το γεγονός ότι η Κύπρος παραμένει εκτεθειμένη σε ένα ακριβό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι ο λογαριασμός του ρεύματος θα συνεχίσει να εξαρτάται από την πορεία του πετρελαίου, τις χρεώσεις CO2 και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Για το φετινό καλοκαίρι, αυτό μεταφράζεται σε ένα πρακτικό συμπέρασμα: υπάρχει προσωρινή ανάσα, αλλά ο κίνδυνος για ακριβότερο ρεύμα δεν έχει φύγει.