Αναλύσεις

Μέση Ανατολή: Κρίση, πόλεμος και διεθνείς ισορροπίες

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια από τις πλέον ρευστές και επικίνδυνες φάσεις της σύγχρονης ιστορίας της, καθώς η στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες λαμβάνει διαστάσεις που υπερβαίνουν μια κλασική περιφερειακή σύγκρουση. Τα εκτεταμένα πλήγματα κατά στρατηγικών εγκαταστάσεων στο ιρανικό έδαφος, η στοχευμένη αποδόμηση της ανώτατης πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας και η εξουδετέρωση της ανώτατης ηγεσίας περιλαμβανιμένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ δημιουργούν την εντύπωση μιας συντριπτικής ανατροπής ισορροπιών. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί διπλωματικούς και στρατηγικούς κύκλους διεθνώς είναι κατά πόσον αυτές οι εξελίξεις μπορούν πράγματι να οδηγήσουν σε άμεση συνθηκολόγηση της Τεχεράνης ή εάν, αντιθέτως, εγκαινιάζουν μια πιο επικίνδυνη και παρατεταμένη φάση αστάθειας.

Η υπόθεση ότι η «αποκεφαλιστική» στρατηγική αρκεί για να καταρρεύσει το ιρανικό σύστημα εξουσίας παραγνωρίζει τη δομή και τη φύση του ίδιου του καθεστώτος. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι ένα προσωποκεντρικό μόρφωμα που ταυτίζεται αποκλειστικά με τον εκάστοτε ανώτατο ηγέτη. Πρόκειται για ένα πλέγμα θεσμών, θρησκευτικών κέντρων, δικαστικών μηχανισμών και, κυρίως, ενός πανίσχυρου στρατιωτικο-οικονομικού συμπλέγματος, των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, που λειτουργούν ως κράτος εν κράτει. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τέτοια συστήματα δεν καταρρέουν αυτομάτως με την απώλεια της κορυφής τους. Αντίθετα, συχνά συσπειρώνονται γύρω από το αφήγημα της εξωτερικής απειλής και μετατρέπουν την επίθεση σε εργαλείο εσωτερικής νομιμοποίησης.

Η ιρανική στρατηγική κουλτούρα έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες απομόνωσης, κυρώσεων και έμμεσων πολέμων. Από τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ μέχρι τις συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων σε Λίβανο, Συρία και Υεμένη, η Τεχεράνη έχει επενδύσει στη λογική της ασύμμετρης αποτροπής. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν δεχθεί συντριπτικά πλήγματα σε συμβατικό επίπεδο, διατηρεί τη δυνατότητα να απαντήσει μέσω πυραυλικών επιθέσεων, δικτύων συμμαχικών οργανώσεων και απειλών κατά στρατηγικών θαλάσσιων οδών όπως τα Στενά του Ορμούζ. Μια τέτοια απάντηση δεν προϋποθέτει απόλυτη στρατιωτική υπεροχή, προϋποθέτει, όμως, την ικανότητα να προκαλεί δυσανάλογο κόστος στον αντίπαλο και στην παγκόσμια οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιδιώκουν έναν διττό στόχο. Την αποδόμηση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, ιδίως στον τομέα των πυραυλικών και πυρηνικών προγραμμάτων, και την αποσταθεροποίηση του ίδιου του καθεστώτος. Η στρατηγική αυτή εδράζεται στην εκτίμηση ότι ένα αποδυναμωμένο ή εσωτερικά διασπασμένο Ιράν θα είναι λιγότερο ικανό να απειλεί την περιφερειακή ισορροπία. Ωστόσο, η ιστορία των επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή καταδεικνύει ότι η κατάρρευση κρατικών δομών δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε σταθερότητα, αλλά συχνά παράγει κενά εξουσίας, εμφύλιες συγκρούσεις και νέες μορφές ριζοσπαστικοποίησης.

Το ενδεχόμενο άμεσης συνθηκολόγησης προϋποθέτει τρεις βασικές συνθήκες, όπως πλήρη απώλεια επιχειρησιακής ικανότητας, εσωτερική πολιτική διάσπαση και ύπαρξη αξιόπιστου διαπραγματευτικού πλαισίου. Καμιά από αυτές δεν φαίνεται, προς το παρόν, να συντρέχει σε καθοριστικό βαθμό. Παρά τα ισχυρά πλήγματα, οι Φρουροί της Επανάστασης διατηρούν σημαντικό μέρος της δομής τους. Η εσωτερική αντιπολίτευση, αν και υπαρκτή, δεν έχει μετατραπεί σε συνεκτική πολιτική δύναμη ικανή να αναλάβει μεταβατική διακυβέρνηση. Και, ίσως το σημαντικότερο, δεν διαφαίνεται ένα διεθνώς εγγυημένο πλαίσιο που θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να διαπραγματευθεί χωρίς να εκληφθεί η κίνηση αυτή ως άνευ όρων παράδοση.

Η περιφερειακή διάσταση επιβαρύνει περαιτέρω το σκηνικό. Χώρες του Κόλπου, που δέχονται και πυραυλικές επιθέσεις, αν και ανήσυχες για την ιρανική επιρροή, φοβούνται μια γενικευμένη ανάφλεξη που θα πλήξει τις ενεργειακές ροές και τη δική τους εσωτερική ασφάλεια. Από την άλλη, η Τουρκία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ρητορική καταδίκη και πραγματιστική διαχείριση, ενώ η Κίνα και η Ρωσία παρακολουθούν στενά, αντιλαμβανόμενες ότι μια αποδυναμωμένη Τεχεράνη μεταβάλλει και τους δικούς τους στρατηγικούς υπολογισμούς. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η πλήρης κατάρρευση του ιρανικού κράτους δεν θεωρείται από όλους επιθυμητό σενάριο.

Επιπλέον, η ψυχολογική διάσταση του πολέμου δεν πρέπει να υποτιμάται. Για ένα καθεστώς που έχει οικοδομήσει την ταυτότητά του γύρω από την αντίσταση στην «αμερικανική ηγεμονία» και την αντιπαράθεση με το Ισραήλ, η παράδοση θα ισοδυναμούσε με ιδεολογική αυτοαναίρεση. Ακόμη και αν στο εσωτερικό υπάρχουν φωνές που αντιλαμβάνονται το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, η δημόσια εικόνα της αντοχής και της εκδίκησης αποτελεί κεντρικό στοιχείο επιβίωσης του συστήματος. Η ηγεσία που θα διαδεχθεί τον Χαμενεΐ, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ανάγκη να αποδείξει πυγμή και συνέχεια, όχι συμβιβασμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι άτρωτο ή ότι δεν αντιμετωπίζει υπαρξιακή πίεση. Οι οικονομικές κυρώσεις, οι καταστροφές σε υποδομές και η απώλεια έμπειρων στελεχών δημιουργούν σωρευτικά βάρη. Η κοινωνική δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα μεταξύ νεότερων γενεών, μπορεί να ενταθεί αν ο πόλεμος οδηγήσει σε περαιτέρω φτωχοποίηση. Ωστόσο, η μετάβαση από τη δυσαρέσκεια στην ανατροπή απαιτεί οργάνωση, ηγεσία και διεθνή στήριξη, στοιχεία που δεν διαμορφώνονται εν μέσω βομβαρδισμών.

Το πιθανότερο σενάριο, με βάση τις τρέχουσες ενδείξεις, δεν είναι η άμεση συνθηκολόγηση, αλλά μια φάση παρατεταμένης κλιμάκωσης με διακυμάνσεις έντασης. Επιθέσεις και αντεπιθέσεις, περιορισμένες χερσαίες επιχειρήσεις δι’ αντιπροσώπων, κυβερνοεπιθέσεις και οικονομικός πόλεμος ενδέχεται να συνθέσουν ένα νέο κανονικό. Σε μια τέτοια συνθήκη, ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται δραματικά, ιδίως αν εμπλακούν άμεσα περισσότερα κράτη.

Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται μπροτά σ’ ένα κρίσιμο δίλημμα. Από τη μια, η ανοχή σε ένα Ιράν με ενισχυμένες στρατιωτικές δυνατότητες θεωρείται απειλή για πολλούς περιφερειακούς δρώντες. Από την άλλη, η επιδίωξη πλήρους ταπείνωσης ή κατάρρευσης του καθεστώτος ενέχει τον κίνδυνο χάους με απρόβλεπτες συνέπειες. Η αναζήτηση μιας ισορροπημένης εξόδου, μέσω κατάπαυσης πυρός και σταδιακών διαπραγματεύσεων, απαιτεί διπλωματική επιδεξιότητα που μέχρι στιγμής υποχωρεί μπροστά στη δυναμική των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Συμπερασματικά, η πιθανότητα άμεσης παράδοσης του Ιράν παραμένει, υπό τα σημερινά δεδομένα, περιορισμένη. Το καθεστώς διαθέτει ακόμη μηχανισμούς επιβίωσης, ιδεολογικά ερείσματα και στρατηγικά εργαλεία αντίδρασης. Η πραγματική δοκιμασία δεν θα είναι μόνο στρατιωτική, αλλά πολιτική και θεσμική, δηλαδή κατά πόσον το ιρανικό σύστημα μπορεί να ανασυνταχθεί χωρίς να διαρραγεί εκ των έσω και κατά πόσον οι αντίπαλοί του θα επιλέξουν την πλήρη αναμέτρηση ή ένα ελεγχόμενο συμβιβασμό. Σε μια περιοχή όπου η Ιστορία διδάσκει ότι οι βεβαιότητες διαψεύδονται, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η σύγκρουση αυτή δεν θα κριθεί με ταχύτητα, αλλά με αντοχή και στρατηγικό βάθος.

*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης