Διεθνή

Μπορεί η νέα στρατηγική του Τραμπ ν’ ανατρέψει το ιρανικό καθεστώς;

Ο στόχος του Τραμπ είναι η επίτευξη απτών γεωπολιτικών κερδών για τις ΗΠΑ, χωρίς, όμως, το κόστος και τους κινδύνους μιας μεγάλης χερσαίας στρατιωτικής επέμβασης

Ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν φαίνεται να επιβεβαιώνει μια νέα αμερικανική στρατηγική αλλαγής καθεστώτων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ, με την οποία επιδιώκει να συνδυάσει τη στρατιωτική πίεση με την ευθύνη των ίδιων των κοινωνιών να καθορίσουν το πολιτικό τους μέλλον. Το μοντέλο αυτό, που δοκιμάζεται στην πράξη ήδη σε περιπτώσεις όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν, επιχειρεί να αποφέρει γεωπολιτικά οφέλη για την Ουάσιγκτον, χωρίς το κόστος και τους κινδύνους μιας μεγάλης χερσαίας επέμβασης. Ωστόσο, η εφαρμογή του ανοίγει μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος και τα όρια της αμερικανικής ισχύος στη σύγχρονη διεθνή πολιτική.

Το νέο δόγμα του Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ επενδύει μεγάλο μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου σε μιαν «ανανεωμένη» στρατηγική για την αλλαγή καθεστώτων. Η λογική της προσέγγισης αυτής συνοψίζεται στη φράση «εμείς βομβαρδίζουμε, εσείς αποφασίζετε». Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ ασκούν στρατιωτική πίεση από αέρος και οι κοινωνίες των χωρών «στόχων» καλούνται να καθορίσουν οι ίδιες την πολιτική τους τύχη.

Στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ απομάκρυνε από την εξουσία τον Νικολάς Μαδούρο, διατηρώντας ωστόσο άθικτο μεγάλο μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού. Η αμερικανική κυβέρνηση δήλωσε ότι η μετάβαση σε δημοκρατικό καθεστώς θα εξαρτηθεί τελικά από τους ίδιους τους Βενεζουελάνους.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, μετά την εντολή για αεροπορικά πλήγματα κατά του Ιράν, ο Τραμπ κάλεσε τους περισσότερους από 90 εκατομμύρια κατοίκους της χώρας ν’ ανατρέψουν το καθεστώς, ύστερα από τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Παράλληλα, έχει απευθύνει ανάλογο μήνυμα και προς την Κούβα, υποστηρίζοντας ότι η οικονομικά εξαντλημένη κυβέρνηση της Αβάνας «μοιάζει έτοιμη να καταρρεύσει» υπό το βάρος του αμερικανικού αποκλεισμού και προτρέποντας τους Κουβανούς να επιδιώξουν συμφωνία.

Οι ΗΠΑ διαθέτουν μακρά ιστορία παρεμβάσεων για την απομάκρυνση ξένων ηγετών που θεωρούνται εχθρικοί προς την Ουάσιγκτον, από το Ιράν το 1953 μέχρι το Βιετνάμ και τη Χιλή τις επόμενες δεκαετίες. Η αμερικανική «εργαλειοθήκη» για αλλαγή καθεστώτων περιελάμβανε παραδοσιακά μυστικές επιχειρήσεις, πολιτικές πιέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις άμεση στρατιωτική ισχύ με στόχο την εγκατάσταση κυβερνήσεων περισσότερο ευθυγραμμισμένων με τα αμερικανικά συμφέροντα.

Στον 21ον αιώνα, ωστόσο, οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν σε δύο από τους μακροβιότερους πολέμους της ιστορίας τους. Συγκεκριμένα, στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι Αμερικανοί προχώρησαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που ανέτρεψαν κυβερνήσεις, οι οποίες θεωρούνταν απειλή για την εθνική ασφάλειά τους. Οι συγκρούσεις αυτές εξελίχθηκαν σε μακροχρόνια αδιέξοδα και συνέβαλαν στην άνοδο του κινήματος MAGA, το οποίο συσπειρώθηκε γύρω από τις υποσχέσεις του Τραμπ για αποφυγή νέων στρατιωτικών εμπλοκών στο εξωτερικό.

Σήμερα ο Πρόεδρος φαίνεται να δοκιμάζει στην πράξη τόσο αυτές τις υποσχέσεις όσο και τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ. Στις περιπτώσεις τόσο του Ιράν όσο και της Βενεζουέλας, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει τονίσει ότι το μέλλον των χωρών αυτών θα καθοριστεί τελικά από τους ίδιους τους πολίτες τους, παρότι παράλληλα προωθεί πιθανούς διαδόχους και ασκεί στρατιωτική πίεση. Ο στόχος, σύμφωνα με συνεργάτες του, είναι η επίτευξη απτών γεωπολιτικών κερδών για τις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους, περιορισμός της μετανάστευσης και της διακίνησης ναρκωτικών, καθώς και αποδυνάμωση αντιπάλων, χωρίς όμως το κόστος και τους κινδύνους μιας μεγάλης χερσαίας στρατιωτικής επέμβασης.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά την επιθυμία του Τραμπ ν’ αποφύγει την επανάληψη των πολέμων της τελευταίας εικοσαετίας, αλλά και την έντονη κριτική του προς την πολιτική της «οικοδόμησης κρατών» που χαρακτήρισε αποτυχημένη. Η προτίμησή του, όπως αναφέρουν αξιωματούχοι, είναι να συνεργάζεται με κυβερνήσεις φιλικότερες προς την Ουάσιγκτον, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν συγκεκριμένα οφέλη που παρουσιάζονται ως επιτυχίες της πολιτικής «America First».

Ένας αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιέγραψε σκωπτικά τη νέα στρατηγική με τη φράση «αποκεφαλισμός και μεταβίβαση της ευθύνης». Δηλαδή απομάκρυνση της ηγεσίας και μεταβίβαση της ευθύνης για τη συνέχεια στους ίδιους τους πολίτες της χώρας.

Μάλιστα, σύμμαχοι του Τραμπ υποστηρίζουν ότι αν οι ηγέτες που θα προκύψουν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες της Ουάσιγκτον, ο Πρόεδρος είναι διατεθειμένος να επανεκκινήσει τη διαδικασία. «Δοκιμάζουμε ένα νέο μοντέλο: σας δίνουμε μια ευκαιρία και εσείς αποφασίζετε τι θα κάνετε», δήλωσε σε συνέντευξή του ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, λίγο μετά την έναρξη της επιχείρησης στο Ιράν. «Αν εκλέξουν ανθρώπους που θέλουν να σκοτώσουν Αμερικανούς, θα τους σκοτώσουμε. Δεν χρειάζεται υπερανάλυση. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να δώσεις μια ευκαιρία».

Είναι ρεαλιστικό το σενάριο η αλλαγή του καθεστώτος;

Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον στη διεθνή πολιτική σκηνή είναι αν η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μπορεί ν’ αντέξει τα συνεχόμενα και καταστροφικά πλήγματα που εξαπολύουν σχεδόν αδιάκοπα το Ισραήλ και οι ΗΠΑ. Σύμφωνα με αναλυτές, η απάντηση παραμένει αβέβαιη.

Σε αντίθεση με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν ή τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι, το Ιράν διαθέτει ένα μακρύ ιστορικό γεωπολιτικών επιτυχιών. Μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 2023, η Τεχεράνη φαινόταν να πλησιάζει τον μακροχρόνιο στόχο της για σταθερή ηγεμονία στη Μέση Ανατολή. Οι σύμμαχοι και οι πληρεξούσιοί της είχαν κυρίαρχη επιρροή στο Ιράκ, ο Μπασάρ αλ Άσαντ διατηρούσε σταθερά την εξουσία στη Συρία, ενώ η Χεζμπολάχ κρατούσε ουσιαστικά στα χέρια της το πολιτικό μέλλον του Λιβάνου. Ταυτόχρονα, οι Χούθι διέθεταν αρκετή στρατιωτική ισχύ ώστε να απειλούν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα, στερώντας από την Αίγυπτο κρίσιμα έσοδα από τη Διώρυγα του Σουέζ και αυξάνοντας το κόστος για το παγκόσμιο εμπόριο.

Το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς είχε επιδείξει ιδιαίτερη ικανότητα στη δημιουργία συμμαχιών. Με την προμήθεια μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Τεχεράνη ενίσχυσε τους δεσμούς της με τη Μόσχα, ενώ οι σχέσεις της με την Κίνα συνέχισαν να αναπτύσσονται. Παράλληλα, η Βενεζουέλα εμφανιζόταν πρόθυμη να συμβάλει σε δίκτυα λαθρεμπορίου και διακίνησης όπλων που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις ιρανικές επιδιώξεις απέναντι στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Ακόμη πιο απρόσμενη ήταν η ικανότητα της σιιτικής θεοκρατίας ν’ αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με ριζοσπαστικές σουνιτικές οργανώσεις. Εκμεταλλευόμενο τον κοινό στόχο της καταστροφής του Ισραήλ, το καθεστώς των μουλλάδων είχε καταφέρει να οικοδομήσει στενή σχέση με τη Χαμάς, παλαιστινιακό παρακλάδι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Το Κατάρ, το οποίο διατηρεί ιδεολογική εγγύτητα με την Αδελφότητα και συχνά συγκρούεται διπλωματικά με τη Σαουδική Αραβία, συνεργαζόταν επίσης με αυτό το πλέγμα σχέσεων.

Το εκτεταμένο αυτό δίκτυο ισχύος οικοδομήθηκε σταδιακά και επίμονα, παρά την αντίθεση των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Οι Ιρανοί ηγέτες κατάφεραν, άλλοτε εξαπατώντας, άλλοτε υπερισχύοντας στρατηγικά, άλλοτε εκφοβίζοντας και σε ορισμένες περιπτώσεις εξοντώνοντας τους αντιπάλους τους, να δημιουργήσουν ένα περιφερειακό σύστημα επιρροής βασισμένο σε δύο σταθερές αρχές. Την αμετακίνητη άρνηση της ύπαρξης του Ισραήλ και την αδιάλλακτη αντίθεση στην αμερικανική ισχύ.

Οι αρχιτέκτονες αυτού του συστήματος μπορεί να μην εμπνέουν συμπάθεια, ωστόσο πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι αξίζουν «σεβασμό». Στους Δυτικούς διπλωματικούς μηχανισμούς, στα think tanks και στους σχολιαστές εξακολουθεί να υπάρχει μια διστακτική αναγνώριση της σημαντικής γεωπολιτικής ανόδου που σημείωσε το Ιράν κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα υπό τη θεοκρατική διακυβέρνηση.

Παρά το γεγονός ότι η άνοδος αυτή υπήρξε μακρόχρονη και επίπονη, η πτώση από την κορύφωση της ισχύος φαίνεται να εξελίσσεται με μεγάλη ταχύτητα. Μεθυσμένοι από την επιτυχία τους, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, οι μουλλάδες υπερεκτίμησαν τις δυνατότητές τους. Από τις 7 Οκτωβρίου και μετά, παρακολουθούν ένα προς ένα τα στηρίγματα της περιφερειακής τους επιρροής να καταρρέουν υπό τα ισραηλινά αντίποινα, τα οποία ενισχύονται από την αμερικανική υποστήριξη. Σήμερα, όσοι από τους ηγέτες και τους αξιωματικούς των Φρουρών της Επανάστασης έχουν επιβιώσει, φέρονται να βρίσκονται κρυμμένοι σε καταφύγια, φοβούμενοι ακόμη και τη χρήση των κινητών τους τηλεφώνων.

Την ίδια στιγμή, η συμμαχία που έχει διαμορφωθεί απέναντι στο Ιράν, με τη συμμετοχή χωρών όπως η Γερμανία, ο Καναδάς και ακόμη και το Κατάρ, υποδηλώνει έναν υψηλό βαθμό διεθνούς συναίνεσης ότι το καθεστώς των μουλλάδων πρέπει να επιστρέψει στον θρησκευτικό του ρόλο και να απομακρυνθεί από την πολιτική εξουσία.

Το κρίσιμο ζήτημα που καλούνται πλέον να εξετάσουν οι διεθνείς ηγέτες είναι αν η στρατηγική του Ιράν στον πόλεμο αντανακλά την ίδια συνδυαστική ικανότητα διορατικότητας και σκληρότητας που το οδήγησε στην κορυφή της περιφερειακής ισχύος ή αν εκφράζει την αυταπάτη και την κακή κρίση που το έφεραν στη σημερινή δύσκολη θέση. Μέχρι στιγμής, η εικόνα δείχνει έναν συνδυασμό και των δύο στοιχείων και από το πώς θα εξελιχθούν, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και η τύχη του πολέμου.

Οι αδυναμίες της στρατηγικής των ΗΠΑ και του Ισραήλ

Η Τεχεράνη εισήλθε στη σύγκρουση με δύο βασικούς στόχους. Ο πρώτος ήταν να προκαλέσει αρκετή καταστροφή στην περιοχή, ώστε ν’ απομακρύνει τους γείτονές της από την Ουάσιγκτον και να διακόψει τη ροή του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής προς τις διεθνείς αγορές. Η ιρανική ηγεσία εκτιμούσε ότι η αναστάτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και πιθανές αποστασίες συμμάχων θα αύξαιναν την πίεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ, οδηγώντας τον τελικά σε υποχώρηση.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να αποδίδει. Οι επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον χωρών από την Κύπρο και την Τουρκία μέχρι τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είχαν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της συμμαχίας που στηρίζεται από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, ο αριθμός των ιρανικών πυραύλων που εκτοξεύονται καθημερινά μειώνεται, ενώ το Ναυτικό της χώρας, το οποίο συρρικνώνεται ταχύτατα, χάνει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στις μεταφορές πετρελαίου.

Ο δεύτερος στόχος της Τεχεράνης είναι ν’ αναγκάσει τις ΗΠΑ να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές, είτε να επιτρέψουν στο καθεστώς να επιβιώσει είτε να εμπλακούν σε έναν μακροχρόνιο, δαπανηρό και πολιτικά αντιδημοφιλή χερσαίο πόλεμο για την ανατροπή του. Οι μουλλάδες φαίνεται να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θ’ αποσυρθεί πριν φτάσει σε μια τέτοια απόφαση και ότι ακόμη κι αν οι ΗΠΑ εισβάλουν, θα υποστούν τελικά την ίδια μοίρα που είχαν στο Αφγανιστάν.

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ φαίνεται μέχρι στιγμής να επιχειρούν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις για ν’ αποτρέψουν την επιβίωση του καθεστώτος. Πρώτον, αξιοποιώντας όπλα υψηλής ακρίβειας και εκτεταμένη διείσδυση των μυστικών υπηρεσιών, επιδιώκουν να καταστρέψουν τις οργανωτικές δομές, τα οπλικά συστήματα και τις εγκαταστάσεις που χρειάζονται οι πιστές στο καθεστώς δυνάμεις για να καταστείλουν εσωτερικές αντιδράσεις. Δεύτερον, ενθαρρύνουν εθνοτικές μειονότητες, όπως τους Κούρδους στον βορρά και τους Βαλούχους στην ανατολή, ενώ σε περίπτωση παρατεταμένου πολέμου θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν και οι Αζέροι, να εξεγερθούν κατά της Τεχεράνης. Η πιθανή υποστήριξη από το Αζερμπαϊτζάν και το ιρακινό Κουρδιστάν θα μπορούσε να ενισχύσει αυτήν την πίεση. Τρίτον, οι σύμμαχοι επιχειρούν να διχάσουν την ηγεσία του καθεστώτος και να εντοπίσουν ιρανικά ισοδύναμα της Ροντρίγκες της Βενεζουέλας, δηλαδή πρόσωπα πρόθυμα να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ.

Καθεμία από αυτές τις στρατηγικές, ωστόσο, έχει σοβαρά μειονεκτήματα. Επιθέσεις αρκετά εκτεταμένες, ώστε ν’ αποδυναμώσουν τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πλήξουν και πολιτικές υποδομές και αμάχους, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική υποστήριξη προς την κυβέρνηση. Η ενίσχυση εξεγέρσεων μειονοτήτων ενδέχεται επίσης να προκαλέσει έντονη αντίδραση μεταξύ των Περσών και άλλων ομάδων που δεν επιθυμούν τη διάλυση της χώρας σε μικρότερα, ανταγωνιστικά κράτη. Παράλληλα, παραμένει αμφίβολο αν ένας πιθανός «Ιρανός Ροντρίγκες» θα μπορούσε να επιβιώσει αρκετά, ώστε να εφαρμόσει μια συμφωνία με την Ουάσιγκτον.