Αναλύσεις

Σε τροχιά αβεβαιότητας η οικονομία

Σε καθεστώς επιφυλακής η Κύπρος μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ

Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρουν στο επίκεντρο μιαν από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη. Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο διέρχεται ποσοστό που εκτιμάται μεταξύ 20% και 25% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία της ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.

Ο περιορισμός της διέλευσης δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική εξέλιξη αλλά έναν παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό, το επενδυτικό κλίμα και τη λειτουργία των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων. Η αφαίρεση τόσο μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου από την παγκόσμια αγορά δημιουργεί συνθήκες έντονης αβεβαιότητας, με τις αγορές ν’ αντιδρούν συχνά πριν ακόμη διαμορφωθεί σαφής εικόνα για τη διάρκεια της κρίσης.

Η διάρκεια της κρίσης ως καθοριστικός παράγοντας

Σύμφωνα με οικονομολόγους που μίλησαν στη «Σ», ο σημαντικότερος παράγοντας που θα καθορίσει το εύρος των επιπτώσεων είναι η χρονική διάρκεια της κρίσης. Όπως αναφέρουν, η Κύπρος βρίσκεται ήδη «στην ομίχλη του πολέμου», γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε ασφαλή πρόβλεψη.

Μια διακοπή που θα διαρκέσει λίγες ημέρες ή ακόμη και μερικές εβδομάδες ενδέχεται ν’ απορροφηθεί από τα παγκόσμια αποθέματα, ωστόσο, εάν η κρίση παραταθεί πέραν των τεσσάρων ή πέντε εβδομάδων, τότε οι οικονομικές επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο, επηρεάζοντας τόσο τις τιμές της ενέργειας όσο και την ανάπτυξη.

Η εμπειρία προηγούμενων γεωπολιτικών κρίσεων δείχνει ότι οι αγορές συχνά αντιδρούν αρχικά σε επίπεδο προσδοκιών και ψυχολογίας πριν ακόμη διαπιστωθεί πραγματική έλλειψη προσφοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις οι τιμές εκτινάσσονται βραχυπρόθεσμα λόγω φόβων για διακοπή στον εφοδιασμό, για να σταθεροποιηθούν στη συνέχεια όταν αποσαφηνιστεί η πραγματική εικόνα της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, οι επόμενες εβδομάδες θ’ αποτελέσουν κρίσιμη περίοδο για να διαφανεί αν η παρούσα κρίση θα έχει παροδικό χαρακτήρα ή θα μετατραπεί σε ευρύτερο ενεργειακό σοκ.

Ακόμη και οι πρώτες αντιδράσεις των αγορών δείχνουν την ευαισθησία του ενεργειακού τομέα στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Στις αρχικές συναλλαγές καταγράφηκαν αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου, ενώ δεν λείπουν οι εκτιμήσεις ότι σε περίπτωση παρατεταμένης έντασης η τιμή του αργού θα μπορούσε να προσεγγίσει ή ακόμη και να ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Η επίδραση στις διεθνείς αγορές ενέργειας

Επισημαίνεται πως η άνοδος των τιμών δεν επηρεάζει μόνο το αργό πετρέλαιο, αλλά, κυρίως, τα διυλισμένα προϊόντα. Οι τιμές του ντίζελ και του καυσίμου αεροσκαφών έχουν ήδη παρουσιάσει σημαντική αύξηση, γεγονός που μεταφέρει πληθωριστικές πιέσεις στην κυπριακή οικονομία.

Τα διυλισμένα προϊόντα αποτελούν τον βασικό παράγοντα κόστους για πολλούς τομείς της οικονομίας, από τις μεταφορές έως τον τουρισμό. Ειδικά το καύσιμο αεροσκαφών, γνωστό ως jet fuel, αποτελεί σημαντικό στοιχείο στο κόστος λειτουργίας των αεροπορικών εταιρειών, επηρεάζοντας άμεσα την τιμή των ταξιδιωτικών πακέτων.

Η αύξηση στο κόστος καυσίμων δεν επηρεάζει μόνο τις μετακινήσεις, αλλά και το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η μεταφορά προϊόντων σε διεθνές και τοπικό επίπεδο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε καύσιμα όπως το ντίζελ, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση μετακυλίεται σταδιακά στις τιμές των προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο, μία ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη πληθωριστική πίεση για τις οικονομίες.

Παράλληλα, η γεωπολιτική ένταση δημιουργεί αυτό που αποκαλείται «πολιτικό ρίσκο». Δηλαδή, οι διακυμάνσεις στις τιμές δεν βασίζονται μόνο σε πραγματικά δεδομένα προσφοράς και ζήτησης, αλλά και στην ψυχολογία των αγορών και των επενδυτών.

Αναλυτές υπογραμμίζουν ότι οι ενεργειακές αγορές είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς ακόμη και η πιθανότητα διαταραχής σε κρίσιμες θαλάσσιες διαδρομές μπορεί να οδηγήσει σε απότομες μεταβολές τιμών. Για τον λόγο αυτό το λεγόμενο «γεωπολιτικό premium» συχνά ενσωματώνεται στην τιμή του πετρελαίου, αυξάνοντας το κόστος ενέργειας ακόμη και πριν υπάρξει πραγματική μείωση της προσφοράς.

Ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων στην ενεργειακή εξίσωση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των μεγάλων ενεργειακών δυνάμεων. Όπως αναφέρουν διεθνείς εκθέσεις, περίπου το 90% των εξαγωγών του Ιράν διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ μεγάλο μέρος αυτών κατευθύνονται προς την Κίνα.

Εκτιμούν ότι η εξάρτηση αυτή καθιστά απίθανη μια μακροχρόνια διακοπή της ναυσιπλοΐας, καθώς μεγάλες οικονομίες έχουν συμφέρον ν’ αποτραπεί μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία ενδέχεται ν’ αυξήσουν την παραγωγή τους, ώστε να περιοριστούν οι διαταραχές στην αγορά.

Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα

Η ενεργειακή κρίση δεν επηρεάζει μόνο την αγορά καυσίμων αλλά και την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Οι θαλάσσιες διαδρομές της περιοχής αποτελούν κομβικά σημεία για το διεθνές εμπόριο.

Η πιθανότητα διαταραχών σε συνδυασμό με τους κινδύνους στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ αυξάνει το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων και δημιουργεί καθυστερήσεις στις παραδόσεις προϊόντων. Παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις στο κόστος μεταφορών, επηρεάζοντας τελικά τις τιμές των προϊόντων για τους καταναλωτές.

Η Κύπρος σε καθεστώς επιφυλακής

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν κυρίως από τη διάρκεια της κρίσης. Όπως αναφέρουν στη «Σ», η κυπριακή οικονομία εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών της αναγκών, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε αυξήσεις τιμών.

Η Κύπρος, ως μικρή και ανοικτή οικονομία, επηρεάζεται δυσανάλογα από διεθνείς διαταραχές στην ενέργεια και στο εμπόριο. Η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, αλλά και η σημαντική συμβολή του τουρισμού και των υπηρεσιών στο ΑΕΠ, σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος μεταφορών ή αεροπορικών καυσίμων μπορεί να έχει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Η Κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, υπογραμμίζοντας ότι μέχρι στιγμής η οικονομία παραμένει ανθεκτική. Ωστόσο, όπως σημειώνουν οικονομολόγοι, η ενέργεια επηρεάζει οριζόντια όλους τους τομείς της οικονομίας, από τις μεταφορές έως τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύουν οικονομολόγοι είναι ο κίνδυνος αναζωπύρωσης του πληθωρισμού. Όπως επισημαίνουν, η αύξηση των τιμών ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και μεταφοράς. Σύμφωνα με τους ίδιους, σε περίπτωση που οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχυθούν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να εξετάσει την αύξηση των επιτοκίων ως μέτρο περιορισμού του πληθωρισμού. Μια τέτοια εξέλιξη θα επηρέαζε άμεσα το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ο κίνδυνος κερδοσκοπίας στην αγορά καυσίμων

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τον κίνδυνο κερδοσκοπίας στις τιμές καυσίμων. Όπως σημειώνουν αναλυτές στη «Σ», οποιαδήποτε άμεση αύξηση στις τιμές λιανικής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πλήρως από τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές, καθώς τα υφιστάμενα φορτία έχουν αγοραστεί σε προηγούμενες τιμές. Οι αρμόδιες Αρχές, όπως η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, θα πρέπει να παρακολουθούν στενά την αγορά, ώστε ν’ αποτραπούν φαινόμενα αισχροκέρδειας.

Συνολικά, η παρούσα κρίση αποτελεί ένα σύνθετο οικονομικό και γεωπολιτικό φαινόμενο, του οποίου η εξέλιξη θα καθοριστεί από πολλούς παράγοντες. Η διάρκεια των εχθροπραξιών, η στάση των μεγάλων δυνάμεων και η ανθεκτικότητα των διεθνών αγορών θα καθορίσουν αν η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό σοκ ή αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν περιορισμένες.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Για μικρές οικονομίες όπως η κυπριακή, η προσαρμοστικότητα και η εγρήγορση των θεσμών και της αγοράς θ’ αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που ενδέχεται να προκύψουν το επόμενο διάστημα.