Αναλύσεις

Εκ περιτροπής προεδρία: Συνταγή αποσταθεροποίησης

Η συζήτηση για «επανέναρξη από εκεί που μείναμε» καταλήγει να ανακυκλώνει τις ίδιες συνταγές που απέτυχαν να παράξουν βιώσιμη λύση και, το χειρότερο, ενσωματώνει μηχανισμούς που υπονομεύουν εκ των προτέρων τη λειτουργικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το διά ταύτα όσων προωθήθηκαν στο Κραν Μοντανά και επαναβεβαιώθηκαν ως βάση στο Βερολίνο είναι γνωστό:

Πολιτική ισότητα όπως ορίζεται στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, με εκ περιτροπής προεδρία και ειδικές ρυθμίσεις συναπόφασης, στο πλαίσιο των έξι σημείων Γκουτέρες (30/6/2017)· αυτή ήταν η «αφετηρία» που κατέγραψε και το επίσημο ανακοινωθέν του ΟΗΕ μετά την τριμερή στο Βερολίνο στις 25 Νοεμβρίου 2019.

Στο Κραν Μοντανά, η κυπριακή πλευρά είχε αποδεχθεί εγγράφως την εκ περιτροπής προεδρία ως μέρος της πολιτικής ισότητας, υπό την προϋπόθεση ικανοποίησης άλλων κρίσιμων κεφαλαίων (ασφάλεια–στρατεύματα–εγγυήσεις–εδαφικό–περιουσιακό). Η διάταξη δεν ήταν αφηρημένη· υπήρχε συγκεκριμένο σχήμα 2:1 σε τρεις περιόδους των 20 μηνών εντός πενταετίας, όπως έχει περιγραφεί δημόσια από τον τότε διαπραγματευτή, ο οποίος επίσης υπενθύμισε ότι απέμεναν δύο εκκρεμότητες: ο μηχανισμός υπέρβασης διαφωνίας Προέδρου–Αντιπροέδρου και η έκταση της λεγόμενης «θετικής ψήφου».

Στο Βερολίνο, κατόπιν επεξήγησης αυτών των δύο ζητημάτων, διαφάνηκε πρόθεση συμβιβασμού από την ηγεσία στα κατεχόμενα, ώστε να περιοριστεί η «θετική ψήφος» και να κλείσει το κεφάλαιο της διαφωνίας Προέδρου–Αντιπροέδρου. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία παραμένει: η αρχιτεκτονική δημιουργεί θεσμικά σημεία τριβής στο κέντρο λήψης αποφάσεων και άρα υψηλό κίνδυνο παράλυσης.

Τι σημαίνει «θετική ψήφος» στην πράξη; Στο περιεχόμενο της λεγόμενης πολιτικής ισότητας, όπως έχει καταγραφεί σε δημόσιες περιγραφές της διαπραγματευτικής αρχειοθήκης, η «θετική ψήφος» δεν είναι ευχή, αλλά κανόνας λήψης αποφάσεων: καμία ομοσπονδιακή απόφαση δεν θεωρείται έγκυρη, αν δεν περιλαμβάνει τουλάχιστον μία θετική ψήφο από την πλευρά των πολιτών στα κατεχόμενα. Με απλά λόγια, το ομοσπονδιακό κράτος θα χρειάζεται πάντοτε ένα «ναι» από εκείνη την πλευρά σε κάθε νόμο ή κυβερνητική πράξη, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας.

Η διεθνής κάλυψη των συνομιλιών την αποτυπώνει ρητά ως προϋπόθεση πολιτικής ισότητας (effective participation), ενώ το Βερολίνο επιβεβαίωσε ως σημείο εκκίνησης την επιστροφή στο πλαίσιο Γκουτέρες και στις τότε συγκλίσεις όπου τέτοιες ρυθμίσεις συναπόφασης συνδέονται με την «πολιτική ισότητα». Στην πράξη, η «θετική ψήφος» εξελίσσεται σε οριζόντιο δικαίωμα βέτο: η τουρκία, μέσω της επιρροής της στη διοικητική πλευρά των κατεχομένων, αποκτά δυνατότητα να μπλοκάρει οποιοδήποτε πεδίο πολιτικής — από δημοσιονομικά έως ενέργεια, άμυνα, εξωτερικές σχέσεις, παιδεία και υγεία.

Ακόμη κι αν σε κάποια φάση συζητήθηκε τεχνικός περιορισμός του εύρους της, ο κανόνας παραμένει θεσμικά ενσωματωμένος ως προαπαιτούμενο της πολιτικής ισότητας και, άρα, διατηρεί τη δυνατότητα παράλυσης, ιδίως όταν συνδυάζεται με εκ περιτροπής προεδρία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η πιθανότητα θεσμικής ακινησίας· είναι ο συνδυασμός εκ περιτροπής και «θετικής ψήφου» με το ανοιχτό κεφάλαιο ασφάλειας και εγγυήσεων. Η εκ περιτροπής σημαίνει ότι η κορυφαία εκτελεστική εξουσία της Δημοκρατίας μεταφέρεται ανά διαστήματα σε αξιωματούχο που, στην πράξη, μπορεί να ευθυγραμμίζεται πολιτικά και γεωστρατηγικά με την τουρκία. Τι εμποδίζει, στο δικό του «γύρο», την προώθηση πράξεων που μετατρέπουν την Κύπρο σε προτεκτοράτο ή που ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο σε νέα τετελεσμένα;

Οι θεωρητικές «δικλείδες» δεν αρκούν, εφόσον παραμένει ενεργός ο μοχλός της εγγυήτριας δύναμης. Ακριβώς στο κεφάλαιο «Security & Guarantees» έσπασε η προσπάθεια στο Κραν Μοντανά, με σφοδρή διαφωνία για τον πλήρη και άμεσο τερματισμό εγγυήσεων και παρεμβατικών δικαιωμάτων και για χρονοδιαγράμματα αποχώρησης στρατευμάτων. Οι εκ των υστέρων δημόσιες αντιπαραθέσεις και καταθέσεις μαρτυριών επιβεβαίωσαν ότι εκεί κρίθηκε η ουσία και εκεί παρέμειναν οι μεγαλύτερες αβεβαιότητες.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία πέτυχε διεθνώς να εμφανίζεται ως «υποστηρικτική» προς τη διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην αποτίμησή της για την Τουρκία μετά το 2017, κατέγραφε ότι η Διάσκεψη «έληξε χωρίς συμφωνία», με διατύπωση που ουσιαστικά άφηνε την Άγκυρα εκτός ευθύνης, επιτείνοντας την εικόνα ότι το αδιέξοδο βαραίνει τη Λευκωσία. Αυτό δεν είναι δευτερεύον· είναι στρατηγική ήττα του αφηγήματός μας, η οποία επιτρέπει στην άλλη πλευρά να κερδίζει πολύτιμο χρόνο και να μεταθέτει συστηματικά τις ευθύνες.

Στο εσωτερικό πεδίο, η ηγεσία στα κατεχόμενα περιέγραψε το Βερολίνο ως δέσμη πολιτικής ισότητας και εκ περιτροπής με διαδικασίες ταχύτερης κατάληξης, κάτι που παρουσιάστηκε ως «παράθυρο ευκαιρίας»· στην πραγματικότητα, όμως, παγίωσε ως «βάση» μια αρχιτεκτονική εγγενώς ασταθή.

Η σύγκριση με το Σύνταγμα του 1960 είναι αποκαλυπτική: τότε δεν υπήρχε εκ περιτροπής προεδρία. Υπήρχαν θεσμικά καθορισμένοι ρόλοι Προέδρου και Αντιπροέδρου, με σαφείς αρμοδιότητες και δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου βέτο του τούρκου αντιπροέδρου, που τουλάχιστον παρείχαν προβλεψιμότητα και γνωστούς κανόνες του παιχνιδιού.

Η μετάβαση σ' ένα σύστημα εναλλαγής στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, όταν ο ένας πόλος βρίσκεται υπό τον καθοριστικό έλεγχο μιας δύναμης που διατηρεί στρατό κατοχής και αξιώνει παρεμβατικά δικαιώματα, δεν είναι «συμβιβασμός»· είναι πρόσκληση σε μόνιμη κρίση. Και αυτό επιβεβαιώθηκε εμμέσως και στο Βερολίνο, όπου επαναβεβαιώθηκε μεν η επιστροφή στο πλαίσιο Γκουτέρες, αλλά χωρίς δεσμευτική λύση στο «ασφάλεια–εγγυήσεις–στρατός».

Η απουσία ενιαίου εθνικού σχεδίου κοστίζει. Κάθε κυβέρνηση ανακαλύπτει ξανά τον τροχό, αλλάζει ιεραρχήσεις, εγκλωβίζεται σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με περιορισμένη αξία ή σε διαδικαστικά βήματα που δεν ακουμπούν την ουσία. Ακόμη και φιλικές προς τη Λευκωσία αναλύσεις υπενθυμίζουν ότι διεθνώς εμφανιζόμαστε διαδικαστικά πρόθυμοι αλλά ουσιαστικά αναξιόπιστοι, κάτι που ροκανίζει τη διαπραγματευτική μας ισχύ.

Απαιτείται αλλαγή πορείας, χωρίς αμφισημίες. Η εκ περιτροπής προεδρία και η γενικευμένη «θετική ψήφος» δεν διασφαλίζουν ούτε τη λειτουργικότητα ούτε την ενότητα του κράτους. Η συμμετοχή των πολιτών στα κατεχόμενα μπορεί να διασφαλιστεί με ειδικούς, σαφώς περιορισμένους μηχανισμούς σε τομείς που πράγματι άπτονται θεμελιωδών συμφερόντων, χωρίς να επιβάλλεται οριζόντιο καθεστώς συναπόφασης που οδηγεί σε εκβιασμούς και ακινησία· άλλωστε, η ίδια η συζήτηση στο Βερολίνο ανέδειξε ότι η λογική «θετική ψήφος παντού» δεν είναι λειτουργική.

Η ουσία είναι αλλού: χωρίς μηδενικές εγγυήσεις, χωρίς μηδενικά παρεμβατικά δικαιώματα και χωρίς δεσμευτική, επιτηρούμενη αποχώρηση στρατευμάτων και εποίκων με σαφή χρονοδιαγράμματα, καμία αρχιτεκτονική δεν είναι ασφαλής. Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «τελικό κεφάλαιο», αλλά ως προϋπόθεση οποιασδήποτε διαδικασίας, γιατί το 2017 απέδειξε ακριβώς εκεί ότι κρίνεται το αποτέλεσμα.

Παράλληλα, χρειάζεται πραγματική διεθνοποίηση με στόχο την απελευθέρωση και την αποκατάσταση της ενιαίας κυριαρχίας της Δημοκρατίας. Τα ευρωτουρκικά οφέλη που ζητά η τουρκία —εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης, βίζες, συμμετοχές σε αμυντικές πρωτοβουλίες— οφείλουν να συνδεθούν ρητά με μετρήσιμα βήματα αποκλιμάκωσης, αποστρατιωτικοποίησης και έμπρακτης αναχώρησης της Κ.Δ. και αποδοχής λύσης χωρίς εγγυήσεις και παρεμβατικά δικαιώματα. Η συγκυρία 2025–26 στα ευρωτουρκικά ανοίγει παράθυρα, υπό την προϋπόθεση ότι η Λευκωσία παρουσιάζει συνεκτική, διακομματική γραμμή και «κοστολογεί» τα ανταλλάγματα.

Το δημόσιο αφήγημα πρέπει να γίνει εξίσου καθαρό: όχι σε διχοτομικές λογικές, όχι σε εκ περιτροπές και μόνιμες ομηρίες του κέντρου αποφάσεων, ναι σε λειτουργική ευρωπαϊκή δημοκρατία χωρίς ξένους κηδεμόνες. Οι πρόσφατες τοποθετήσεις της ηγεσίας στα κατεχόμενα που ζητούν προεγκρίσεις για πολιτική ισότητα, τουλάχιστον μία «θετική ψήφο» και εκ περιτροπής, επιβεβαιώνουν ότι η άλλη πλευρά στοχεύει να παγιώσει ένα θεσμικό πλαίσιο αδυναμίας.

Η Κύπρος δεν γίνεται να λειτουργήσει όταν η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας εναλλάσσεται μεταξύ δύο πολιτικών χώρων με διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις ασφάλειας και διεθνούς προσανατολισμού, ιδίως όταν ο ένας βρίσκεται υπό τον έλεγχο της τουρκίας που επιμένει σε εγγυήσεις και στρατό κατοχής. Αυτό δεν είναι λύση· είναι πρόσκληση σε μόνιμη κρίση. Δεν χρειαζόμαστε «μια οποιαδήποτε συμφωνία». Χρειαζόμαστε λύση ελευθερίας: χωρίς εγγυήσεις, χωρίς στρατό κατοχής, χωρίς μηχανισμούς παράλυσης. Μόνο έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία θα σταθεί ως πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή δημοκρατία, με ασφάλεια, κυριαρχία και ισονομία για όλους τους πολίτες της — χωρίς εκ περιτροπές και χωρίς ομηρίες.

*Μόνιμος κάτοικος Μελβούρνης

Σημ.: Τα παραπάνω στηρίζονται σε επίσημα κείμενα του ΟΗΕ για το Βερολίνο (25/11/2019), σε δημόσιες μαρτυρίες για το Κραν Μοντανά και σε πρόσφατες αναλύσεις για τις ευρωτουρκικές εξελίξεις 2025–26. [politis.com.cy], [skalatimes.com], [newsbomb.gr], [news.un.org], [en.wikipedia.org], [akel.org.cy], [en.minbarlibya.org], [enikos.gr]