Αναλύσεις

Οι αγορές συνεχίζουν να ευημερούν, όχι όμως και η πραγματική οικονομία

Η άνοδος των χρηματιστηρίων και των πρώτων υλών δεν αντανακλά ευημερία, αλλά μια εύθραυστη ισορροπία ρευστότητας, γεωπολιτικής ανασφάλειας και επιδεινούμενων δομικών αδυναμιών στην παγκόσμια οικονομία.

Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ/Ισραήλ και Ιράν αποτελεί προπομπό οικονομικών εξελίξεων που θα εκδηλωθούν καθυστερημένα μέσα από τον αυξανόμενο πληθωρισμό και την ασθενή οικονομική δραστηριότητα, σε ένα δηλαδή περιβάλλον «στασιμοπληθωρισμού». Στις ΗΠΑ οι αμερικανικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να σημειώνουν κέρδη και να στηρίζουν τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, ενισχύοντας την εντύπωση ότι η οικονομία παραμένει ανθεκτική. Από την άλλη, η απότομη άνοδος των τιμών του χρυσού και άλλων μετάλλων αποκαλύπτει τη βαθιά αβεβαιότητα των αγορών που δείχνει πως οι επενδυτές φαίνεται να έχασαν την εμπιστοσύνη τους προς τις κυβερνήσεις και τα θεσμικά πλαίσια μετακινώντας τα κεφάλαιά τους προς τα ασφαλή καταφύγια των πρώτων υλών και προεξοφλώντας μελλοντικές διαταραχές.

Η αντίφαση των θετικών δεικτών στη χρηματιστηριακή αγορά μετοχών και της ραγδαίας ανόδου στις τιμές των πρώτων υλών δεν θα ήταν αντίφαση αν υπήρχε ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη και αυξημένη βιομηχανική παραγωγή με ισχυρή ζήτηση. Το γεγονός ωστόσο της ταυτόχρονης ανόδου στην αγορά μετοχών λόγω ρευστότητας και της ανόδου στις πρώτες ύλες λόγω φόβου και γεωπολιτικής έντασης καταδεικνύει μια στρέβλωση, που μπορεί να ερμηνευθεί ως εξής: Η ρευστότητα λειτουργεί ως ο βασικός μηχανισμός στήριξης των αγορών. Οι κεντρικές τράπεζες, μέσω της νομισματικής πολιτικής τους, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η αυξημένη προσφορά χρήματος διατηρεί τεχνητά υψηλές τις αποτιμήσεις ακόμα και όταν η πραγματική οικονομία επιδεινώνεται. Με άλλα λόγια, οι αγορές συνεχίζουν να ευημερούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ευημερεί και η πραγματική οικονομία. Αυτή η αποσύνδεση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της τρέχουσας συγκυρίας και εξηγεί γιατί η ανοδική πορεία των αγορών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.

Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η πραγματική αύξηση του κόστους ζωής φαίνεται να είναι σημαντικά υψηλότερη από τα επίσημα στοιχεία πληθωρισμού, γεγονός που διαβρώνει την αγοραστική δύναμη και ενισχύει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Ενώ τα εταιρικά κέρδη εμφανίζονται αυξημένα, στην πράξη πρόκειται για μια «λογιστική» ευημερία που δεν αντανακλά πραγματική ανάπτυξη. Αυτό εξηγεί και την πτώση των δεικτών εμπιστοσύνης των πολιτών που αντιλαμβάνονται αυτήν τη διάσταση στην καθημερινή τους εμπειρία. Αυτό το σκηνικό είναι πιο έντονο στην Ευρώπη.

Για ν’ αντιμετωπίσουν αυτές τις ανησυχίες, τα ευρωπαϊκά κράτη φαίνεται να προχωρούν σε δημοσιονομικές πολιτικές που αυξάνουν τα ελλείμματα προκειμένου να στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που από τη μια οδηγεί σε πληθωρισμό, αύξηση του δημόσιου χρέους και αποδυνάμωση του ευρώ και από την άλλη ενισχύει την ανάγκη για πιο αυστηρή νομισματική πολιτική. Η αύξηση όμως των επιτοκίων, πριν φτάσουν να πέσουν σε χαμηλά επίπεδα, σε ένα ήδη ασθενές οικονομικό περιβάλλον επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη εντείνοντας τις πιέσεις τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στα νοικοκυριά. Αν αναλογιστούν τα βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας, η οποία ως η βιομηχανική ατμομηχανή της ηπείρου παρουσιάζει σημαντική πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, αντιμέτωπη μάλιστα με μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος και απώλεια ανταγωνιστικότητας, τότε μπορούμε να μιλούμε για κρίση.

Το προηγούμενο οικονομικό μοντέλο, το οποίο είχε ως βάση το φθηνό ενεργειακό κόστος από τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου, δεν υφίσταται πλέον. Την ίδια στιγμή, η άνοδος της Κίνας και η δυνατότητά της να προσφέρει τα ίδια προϊόντα που προσφέρει η ευρωπαϊκή βιομηχανία σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές καταρρακώνει την ανταγωνιστικότητα και οδηγεί σε προστατευτικές πολιτικές που επιβραδύνουν το παγκόσμιο εμπόριο. Οι δημογραφικές εξελίξεις επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση με τη γήρανση του πληθυσμού που περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης και καθιστά τα υφιστάμενα ασφαλιστικά συστήματα μη βιώσιμα.

Το σύστημα στο οποίο εισερχόμαστε, χαρακτηρίζεται από υψηλή πολυπλοκότητα και έντονες αλληλεξαρτήσεις. Οι αγορές μπορεί να συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά, όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα προβλήματα συσσωρεύονται. Αργά ή γρήγορα η φαινομενική σταθερότητα των αγορών θα συγκρουστεί αναπόφευκτα με τα πραγματικά όρια της οικονομίας. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στην αρχή μιας νέας φάσης, διαφορετικής απ’ οτιδήποτε έχουμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες.